Erigeron Canadense
ERIGERON · Hering - Condensed Materia Medica · Constantine Hering · 1,222 χαρακτήρες
Γενικά
ERIGERON. [Eriger.] Horseweed. Burt. Compositae.
Εσωτερικό Κεφάλι
► Σύμφυση του κεφαλιού, κόκκινο πρόσωπο, ρινορραγία· πυρετική αντίδραση.
Ναυτία και Έμετος
► Βίαιοι λυγμοί και κάψιμο στο στομάχι, με έμετο αίματος.
Κόπρανα κ.λπ.
► Κόπρανα : μικρά, ραβδωτά με αίμα· τορμίνα· κάψιμο στα έντερα και το ορθό· σκληρά σβώλοι κοπράνων ανακατεμένοι με τις εκκρίσεις. ► Αιμορροΐδες που αιμορραγούν· με σκληρά, σβωλιαστά κόπρανα· κάψιμο στο χείλος του πρωκτού, αίσθηση σαν να είναι σκισμένος.
Ούρα
► Ούρηση επώδυνη ή κατασταλμένη. ► Δυσουρία σε παιδιά που βγάζουν δόντια· συχνή επιθυμία, κλάμα κατά την ούρηση· ούρα άφθονα, πολύ δυνατής οσμής· εξωτερικά μόρια (γυναίκες) φλεγμονμένα ή ερεθισμένα, με σημαντική βλεννώδη έκκριση.
Γυναικεία Γεννητικά Όργανα
► Μητρορραγία : με βίαιο ερεθισμό του ορθού και της κύστης· μετά από έκτρωση, με διάρροια και δυσουρία· με πρόπτωση της μήτρας. ► Πολύ άφθονη ροή φωτεινού κόκκινου αίματος· κάθε κίνηση του ασθενούς αυξάνει τη ροή· ωχρότητα και αδυναμία. ► Λευκόρροια άφθονη, με σπασμωδικούς πόνους και ερεθισμό της κύστης και του ορθού.
Εγκυμοσύνη
► Αιματηρά λόχια επανέρχονται μετά την κίνηση· επιδ. κατά την ανάπαυση.
Βήχας
► Αιματηρή απόχρεμψη, αρχόμενη φθίση.