Muriaticum Acidum
Hering - Condensed Materia Medica · Constantine Hering · 11,460 χαρακτήρες
Γενικά
MURIATICUM ACIDUM. [Mur. ac.] Υδροχλωρικό οξύ. Hahnemann. HCl.
Νους
► Απώλεια συνείδησης. ► Μονολογισμός. ► Κάθεται ήσυχος, λυπημένος και σιωπηλός, με ανήσυχη μέριμνα για το μέλλον. ► Ευερέθιστος, με τάση για θυμό και αγανάκτηση. → Γκρινιάρικη διάθεση. ► Ανησυχία, με συχνή αλλαγή θέσης.
Αισθητήριο
► Ίλιγγος : επιδ. με την κίνηση των ματιών· ελαφρώς επιδ. με το περπάτημα, αν και αυτό ανακουφίζει την κεφαλαλγία με διστακτικό βάδισμα. ► Ζάλη, ναυτία, 1 π.μ., επιδ. ξαπλωμένος στη δεξιά πλευρά ή ανάσκελα. ► Βάρος στο ινίο, με θολή όραση επιδ. με προσπάθεια να δει· επίσης, με πρησμένους αδένες.
Εσωτερικό Κεφάλι
► Κεφαλαλγία σε κρίσεις τακτικά κάθε μέρα, από τις 9 π.μ. μέχρι τις 1 μ.μ.· αρχίζει με ευαισθησία πάνω από το αριστερό μάτι· έπειτα στο βολβό του ματιού και στο αριστερό μισό της μύτης, μέτωπο και κρόταφο, έως το πίσω μέρος του κεφαλιού. ► Κεφαλαλγία, σαν ο εγκέφαλος να ξηλωνόταν ή να κοπανιόταν σε κομμάτια· επιδ. με την κίνηση των ματιών ή με το να καθίσει στο κρεβάτι· βελτ. από μέτρια άσκηση. ► Κεφαλαλγία, σαν ο εγκέφαλος να περικλείονταν από ένα χέρι και να στρεφόταν και να ξηλωνόταν. ► Σταθερή, οξεία πόνος στο πίσω μέρος του κεφαλιού, με αίσθημα βάρους, σαν το ινίο να γέμιζε με μολύβι. ► Κεφαλαλγία από περπάτημα σε ανοιχτό αέρα, ιδίως σε κρύο άνεμο. ► Η μακρινή συζήτηση προκαλεί κεφαλαλγία.
Εξωτερικό Κεφάλι
► Δύσκαμπτο και επώδυνο : στο ινίο, επιδ. όταν αγγίζεται· στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού και κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, επιδ. ξαπλωμένος. ► Σπάσιμο στο δεξιό βρεγματικό οστό. ► Θερμότητα στην κορυφή του κεφαλιού. ► Αισθάνεται σαν τα μαλλιά να σηκώνονταν όρθια.
Μάτια
► Κάθετη ημιαναισθησία όρασης. ► Θολή όραση· πόνος στο ινίο. ► Συσταλμένες κόρες. ► Κνησμός, τσούξιμο στις γωνίες των ματιών. ► Βλέφαρα κόκκινα, πρησμένα. ► Σουβλιές έξω από τα μάτια. ► Επιδ. από το φως, βελτ. στο σκοτάδι.
Αυτιά
► Βαρηκοΐα· δυνατοί εκκωφαντικοί ήχοι κατά τη διάρκεια της νύχτας· χωρίς κυρταρίθμο· ξηρότητα, απολέπιση σε λέπια· επιδ. δεξί αυτί. ► Οι μακρινοί ήχοι προκαλούν κεφαλαλγία· ο ήχος της φωνής ανυπόφορος. ► Έλλειψη αίσθησης στον έσω ακουστικό πόρο. ► Μυρμήγκιασμα, βουητό, σφύριγμα στο αυτί. ► Χτύπος ή χτύπημα στο αυτί. ► Ωταλγία, με πιεστικό πόνο. ► Μυρμήγκιασμα, σέρσιμο, ψυχρός πόνος, που τρέχει από τα αυτιά έως την κορυφή του κεφαλιού, οξεία διάτρηση στις κροταφικές περιοχές. ► Σκούρο κυρταρίθμο, με βουητό.
Μύτη
► Διαρκής επισταξία. ► Επισταξία. θ Κοκίτης. ► Ρινίτιδα υδαρή, καυστική, που κάνει τα μέρη επώδυνα. ► Ρινίτιδα, με παχύ κίτρινο έκκριμα. ► Έκκριμα λεπτού πύου από τη μύτη, που εκδέρει τα μέρη. ► Μύτη βουλωμένη.
Πρόσωπο
► Θερμότητα στο πρόσωπο, κατακόκκινα μάγουλα που καίνε όταν περπατά σε ανοιχτό αέρα· χωρίς δίψα. ► Αιφνίδιο κόκκινο πρόσωπο, με κώμα. θ Οστρακιά. ► Κόκκινα σπυράκια στο μέτωπο, στα μάγουλα και γύρω από το στόμα, όλο το πρόσωπο κόκκινο· κάθε καλοκαίρι. ► Ξεφλούδισμα στο πρόσωπο, στο μέτωπο, στις κροτάφους. ► Σπυράκια· ελιές.
Κάτω πρόσωπο
► Η κάτω γνάθος κρέμεται. ► Σπυράκια γύρω από το στόμα σχηματίζουν ψώρα. ► Κάψιμο στα χείλη. ► Πρησμένο κάτω χείλος· αισθάνεται βαρύ, καίει. ► Πόνος κάτω από το αριστερό μισό του κάτω χείλους, από τις 4 μ.μ. μέχρι τα μεσάνυχτα.
Δόντια
► Οδονταλγία (παλλόμενη) από κρύα ροφήματα· οδονταλγία, με ωταλγία. ► Μυρμήγκιασμα οδονταλγίας· βελτίωση από θερμές εφαρμογές. ► Ούλα πρησμένα, αιμορραγούν, ελκώνονται. ► Τα δόντια σηκώνονται από τις υποδοχές τους.
Γλώσσα κ.λπ.
► Όλα έχουν γλυκιά γεύση. ► Γεύση καυστική και σάπια, όπως σάπια αυγά, με σιαλόρροια. ► Γλώσσα βαρειά σαν μολύβι, εμποδίζει την ομιλία· αισθάνεται αδύναμη, επώδυνη. ► Η γλώσσα συρρικνώνεται. ► Γλώσσα επώδυνη, γλαυκή· περιέχει βαθιά έλκη: με μαύρες βάσεις και φυσαλίδες.
Στόμα
► Στοματίτιδα των θηλαστικών νηπίων· πλάκα στη δεξιά πλευρά της γλώσσας, μεγάλη και ακανόνιστη, αλλά πολύ βαθιά· δυσοσμία της αναπνοής. ► Στοματίτιδα, με ακραία ξηρότητα, πρησμένα ούλα, μεγάλη αδυναμία. ► Δυσοσμία της αναπνοής. θ Οστρακιά. ► Στόμα σαν να έχει κολλήσει με άνοστο βλέννα· πολύ σάλιο. ► Σιελογόνοι αδένες ευαίσθητοι, πρησμένοι.
Λαιμός
► Τραχύτητα και κάψιμο του φάρυγγα· καύσος. ► Ξηρός λαιμός, με κάψιμο στο στήθος. ► Σκούρες, γλαυκοκόκκινες στοματικές κοιλότητες στην οστρακιά: 46.
Επιθυμίες και αποστροφές
► Υπερβολική πείνα και δίψα. ► Αποστροφή προς το κρέας. ► Νοσηρή λαχτάρα για αλκοολούχα ποτά. ► Δίψα: 40.
Φαγητό και πόσιμα
► Λόξιγκας (πριν και μετά το δείπνο). ► Βελτίωση μετά το πόσιμο. ► Μετά το φαγητό: επιδείνωση· διάρροια. ► Κρύα ροφήματα: 40.
Ναυτία και έμετος
► Ερευγμοί: πικροί, σάπιοι. ► Έμετος, με ρέψιμο, βήχα· ακούσια κατάποση· αναγωγή του περιεχομένου του στομαχιού στον οισοφάγο, που καμιά φορά κατεβαίνει πάλι.
Στομάχι
► Αίσθημα κενότητας στο στομάχι που εκτείνεται σε όλη την κοιλιά, αλλά χωρίς πείνα· αίσθημα αδυναμίας στο στομάχι από τις 10 π.μ. μέχρι το βράδυ.
Υποχόνδρια
► Πίεση και τάση στα υποχόνδρια.
Κοιλιά
► Πληρότητα και φούσκωμα της κοιλιάς, από μικρές ποσότητες φαγητού. ► Γουργούρισμα και αίσθημα κενότητας. ► Σπασμοί στην κοιλιά. ► Κήλη.
Κόπρανα κ.λπ.
► Κόπρανα: δύσκολα, σαν από αδράνεια των εντέρων· πολύ λεπτά, αλλά στρογγυλά· λεπτά, υδαρή, ακούσια, κατά την ούρηση· πρασινωπά στον τυφοειδή πυρετό. ► Δυσεντερία, αίμα και βλέννα διαχωρισμένα. ► Διάρροια, με πολλά αέρια· επιδείνωση πρωί και βράδυ· με αφόρητη κνησμό στον πρωκτό, που δεν ανακουφίζεται με το ξύσιμο· κάψιμο και τσούξιμο στον πρωκτό. ► Μόλις αρχίζει να κινείται, έντονη ώθηση που επιβάλλει βιασύνη· κόπρανα άφθονα, σκούρα, καφέ, πρασινωπά, ζελατινώδη· ακολουθούμενα από αίσθημα σύρσης και βαρύτητας στην κοιλιά. ► Αιμορροΐδες, αιφνίδιες, σε παιδιά· προεξέχουσες, ερυθρογλαυκές, καυτές· πολύ επώδυνες για να ανεχθούν το ελάχιστο άγγιγμα. ► Πρόπτωση του πρωκτού κατά την ούρηση.
Ούρα
► Συχνή και ολιγοουρία. ► Συχνή και πολυουρία. ► Αργή έκκριση ούρων· αδύναμη κύστη· πρέπει να περιμένει πολύ χρόνο πριν περάσουν τα ούρα· πρέπει να πιέζει τόσο ώστε να προεξέχει ο πρωκτός. ► Ούρα ακούσια. ► Ούρα κόκκινα, βιολετιά· σαν γάλα. ► Κάψιμο, κοψίματα, κατά την ούρηση· πόνος στην ουρήθρα μετά.
Ανδρικά γεννητικά όργανα
► Όργανα αδύναμα, πέος χαλαρό. ► Ανικανότητα· επιθυμία αδύναμη. ► Υδαρής, αιματηρή εκροή. ► Όσχεος ερυθρογλαυκός. ► Κνησμός του οσχέου, που δεν ανακουφίζεται με το ξύσιμο. ► Το χείλος της ακροποσθίας επώδυνο.
Γυναικεία γεννητικά όργανα
► Πίεση στα γεννητικά όργανα, σαν να πρόκειται να εμφανιστεί η έμμηνος ρύση. ► Έμμηνος ρύση πρόωρη και επώδυνη· καταθλίψη του πνεύματος· σιωπηλή, σαν να πήγαινε να πεθάνει· κολικός· επώδυνοι αιμορροΐδες. ► Έλκη στα γεννητικά όργανα, με δύσοσμη έκκριση, μεγάλη ευαισθησία και γενική αδυναμία. ► Δεν ανέχεται την παραμικρή επαφή, ούτε καν του σεντονιού στα γεννητικά όργανα. ► Λευκόρροια με πόνο στην πλάτη, επώδυνος πρωκτός από αιμορροΐδες.
Εγκυμοσύνη
► Πυρετός λοχείας.
Λάρυγγας
► Βραχνάδα: με αίσθημα πόνου στον θώρακα, με κοκίτη.
Αναπνοή
► Αναπνοή βαθιά, με γογγυσμό· με βογκητό· βαθύς αναστεναγμός. ► Η αναπνοή φαίνεται να έρχεται από το στομάχι. ► Δύσπνοια, με συριγμό μετά από πόσιμο, ομιλία ή βήχα. ► Δύσπνοια και στένωση του θώρακα. θ Κοκίτης. ► Πίεση στο θώρακα (βράδυ).
Βήχας
► Τραχύς, με συριγμό στον θώρακα, ακολουθούμενος από κράμπα στο στομάχι· δύσπνοια· με θερμότητα στο πρόσωπο. ► Κοκίτης· μετά τις κρίσεις, ακουστός γουργούρισμα, βράζοντας κατά μήκος του θώρακα. ► Κοκίτης που προκαλείται από γαργάλησμα στον θώρακα· το απόγευμα και το βράδυ χωρίς, το πρωί με ελαφριά αποκόλληση κίτρινης ή υδαρής βλέννας λιπαρής γεύσης, η οποία πρέπει να καταποθεί· μερικές φορές με απόχρεμψη σκούρου αίματος.
Πνεύμονες
► Σουβλιές στον θώρακα και στην καρδιά, όταν παίρνει βαθιά ανάσα και με βίαιη κίνηση· καυτές σουβλιές. ► Τάση και πόνος στο στέρνο. ► Πόνος σαν να σπάει ο θώρακας· πόνος σαν να έχει χτυπηθεί.
Καρδιά και σφυγμός
► Αίσθημα των παλμών της καρδιάς στο πρόσωπο. ► Σουβλιές στην καρδιά. ► Σφυγμός αργός και αδύναμος, μερικές φορές διακεκομμένος· αργός κατά τη διάρκεια της ημέρας, συχνότερος τη νύχτα.
Αυχένας και πλάτη
► Πιεστικός πόνος στην πλάτη, σαν από διάστρεμμα, ή σαν να είχε σταματήσει για πολύ. ► Πιεστικός, ελκτικός, κουρασμένος πόνος στην οσφυϊκή περιοχή. ► Πόνοι στο κοκκυγικό οστό.
Άνω άκρα
► Βαριά αίσθηση των χεριών, ιδίως των πήχεων. ► Φλυκταίνωδες εξάνθημα στην πλάτη, στα χέρια και στα δάχτυλα. ► Μούδιασμα, ψυχρότητα και νεκρή αίσθηση των δαχτύλων τη νύχτα. ► Πρήξιμο και κάψιμο στις άκρες των δαχτύλων. ► Κνησμός στις παλάμες.
Κάτω άκρα
► Διακυμαινόμενο βήμα από αδυναμία των μηρών. ► Πόνος στο δεξιό μηρό, με κνησμό στον πρωκτό. ► Οίδημα των κάτω άκρων, με διαπεραστικό πόνο. ► Τα κάτω άκρα πιο σκούρου χρώματος. ► Δύσοσμα έλκη στα κάτω άκρα, με κάψιμο γύρω τους. ► Κρύα πόδια. ► Μπλε πόδια. θ Οστρακιά. ► Σκωμιάσεις (το οξύ σε ρούμι εφαρμοσμένο εξωτερικά). ► Πρήξιμο, ερυθρότητα και κάψιμο στις άκρες των δαχτύλων των ποδιών.
Άκρα εν γένει
► Διαρρηγνύμενοι πόνοι στα άκρα κατά την ηρεμία, βελτίωση με την κίνηση. ► Όλες οι αρθρώσεις σαν μωλωπισμένες. ► Πιεστική έλξη στους βραχίονες και στα γόνατα.
Θέση κ.λπ.
► Αλλάζει θέση συχνά: 1, 40.
Κίνηση των ματιών: 2, 3.
Προσπάθεια να δει: 2.
Περπάτημα: 2, 3, 8.
Ξάπλωμα στη δεξιά πλευρά ή ανάσκελα: 2, 4.
Ανασηκώνεται: 3.
Ηρεμία: 34, 36.
Κάθισμα: 36.
Νεύρα
► Εξάντληση και υπνηλία όλη την ημέρα· θέλει να κείτεται. ► Μεγάλη αδυναμία· μόλις κάθεται τα μάτια του κλείνουν· η κάτω σιαγόνα κρέμεται· γλιστράει προς τα κάτω στο κρεβάτι. ► Παράλυση γενικά μονόπλευρη. ► Παραλυμένη γλώσσα και σφιγκτήρας του πρωκτού.
Ύπνος
► Υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, που φεύγει μόλις κανείς σηκωθεί και κινηθεί. ► Αϋπνία πριν τις 12 μ.μ. παραλήρημα, αναποδογύρισμα, γλίστρημα προς τα κάτω στο κρεβάτι. ► Ανήσυχος μετά το πήγαινε στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί πριν τις 12 μ.μ.· γογγυσμός, ροχαλητό, ομιλία στον ύπνο. ► Επιδείνωση κατά την αφύπνιση.
Ώρα
► Πρωί: 27, 40. 9 π.μ. έως 1 μ.μ.: 3. 10 π.μ. έως βράδυ: 17.
Πρωί και βράδυ: 20.
Απόγευμα και βράδυ: 27. 4 μ.μ. έως τα μεσάνυχτα: 9.
Βράδυ: 26, 37, 40.
Νύχτα: 6, 29.
Μετά τα μεσάνυχτα: 2.
Νύχτα και πρωί: 40.
Ημέρα: 29, 36, 37.
Θερμοκρασία και καιρός
► Αποστροφή για τον ανοιχτό αέρα· ευαίσθητος στο κρύο, υγρό, καταιγιδικό, ανεμώδη καιρό. ► Κρύος αέρας: 3, 8.
Θερμότητα: 10.
Κάθε καλοκαίρι: 8.
Στο κρεβάτι: 40, 46.
Θέλει να αποκαλυφθεί: 40, 46.
Ρίγος, πυρετός και εφίδρωση
► Περισσότερο ρίγος παρά ζέστη. ► Το ρίγος τον ξυπνά το πρωί. ► Βραδινό ρίγος, με ψύχος στην πλάτη, εξωτερική ζεστασιά και καμένο πρόσωπο. ► Φρίκη σε όλο το σώμα, με ζεστά μάγουλα και κρύα χέρια. ► Ρίγος και ζέστη χωρίς δίψα· σπάνια υπάρχει δίψα στο ψυχρό στάδιο. ► Εσωτερική ζέστη, θέλει να αποκαλυφθεί· σωματική ανησυχία. ► Ζέστη τη νύχτα, με αίσθημα παλμών της καρδιάς. ► Κάψιμο, κυρίως στις παλάμες και στα πέλματα. ► Εφίδρωση κατά τον πρώτο ύπνο μέχρι τις 12 μ.μ., επιδ. κεφάλι και πλάτη. ► Νυχτερινές και πρωινές εφιδρώσεις. ► Κρύο ιδρώτα στα πόδια, βράδυ στο κρεβάτι. ► Επιδ. κατά την εφίδρωση· λακωνικός· θέλει να αποκαλυφθεί. ► Επανειλημμένος πυρετός, με περιosteϊκούς πόνους. ► Τυφοειδής πυρετός: βαρύς ύπνος· ενώ ξύπνιος αναίσθητος· δυνατοί στεναγμοί· το κάτω σαγόνι πεσμένο· η γλώσσα συρρικνωμένη, ξηρή, σαν δέρμα· ακούσιες κενώσεις κατά την ούρηση· γλιστράει προς τα κάτω στο κρεβάτι· αιμορραγία από τον πρωκτό· ο σφυγμός διακόπτεται κάθε τρίτο χτύπο.
Κρίσεις
► Καθημερινά τακτικά από τις 9 π.μ. μέχρι τη 1 μ.μ.: 3.
Πλευρές
► Αριστερά: 3, 4, 9.
Δεξιά: 6, 12.
Από κάτω προς τα πάνω: 6.
Αισθήσεις
► Απώλεια της σωματικής ευερεθιστότητας. ► Σπάζοντες πόνοι και σουβλιές μέσα από όλο το σώμα.
Επαφή, τραύματα κ.λπ.
► Επαφή: 4, 20, 23, 46. Ξύσιμο: 20, 22.
Δέρμα
► Επώδυνες σαπιστικά έλκη (κάτω άκρα), με κάψιμο στην περιφέρειά τους. ► Έξανθμα από σπυράκια, που σχηματίζουν ψείρες στο μέτωπο, στο εξωτερικό αυτί, στα χείλη, στα χέρια ή στην πίσω πλευρά των δακτύλων· φαγούρα όταν ζεσταίνεται στο κρεβάτι. ► Αιματώματα, τσούξιμο όταν τα αγγίζει. ► Έλκη επώδυνα, βαθιά, σαπιστικά· καλυμμένα με ψώρα. ► Μαύρες ευλογές. ► Οστρακιά: ερυθρότητα έντονη και ταχέως εξαπλούμενη· έξανθμα πλούσιο, διακεκομμένο με πετέχειες· δέρμα πορφυρό.
Στάδια και καταστάσεις
► Μαύρα μάτια, σκούρα μαλλιά.
Σχέσεις
► Ακολουθεί καλά μετά από Rhus, Bryon. ► Mur. ac. αντιδρά στο: Opium. Θεραπεύει τη μυϊκή αδυναμία που ακολουθεί υπερβολική χρήση opium. ► Αντίδοτα στο Mur. ac. Μεγάλες δόσεις: ανθρακικό νάτριο, κάλιο, ασβέστης ή μαγνησία· επίσης, ιατρικό σαπούνι, μικρές δόσεις: Camphor., Bryon.