Hydrastis Canadensis
HYDRASTIS · Cowperthwaite - Εγχειρίδιο Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Materia Medica) · Allen Corson Cowperthwaite · 5,745 χαρακτήρες
Γενικά
(Hydrastis Canadensis.)
Natural order.- Ρανογκουλάκεες (Ranunculaceae).
Κοινές ονομασίες.- Golden Seal. Orange Root.
Γενική ανάλυση.-
"Η κύρια δράση της Hydrastis είναι επί των βλεννογόνων, ιδίως επί των στομίων του σώματος, όπως τα μάτια, η μύτη, το στόμα, ο λαιμός, το ορθό, ο κόλπος, ο τράχηλος της μήτρας και τα ουροποιητικά όργανα.
Η φυσική έκκριση αρχικά αυξάνεται· κατόπιν γίνεται ανώμαλη σε ποσότητα και ποιότητα.
Στην αρχή διαυγής, λευκή, ιξώδης και διαφανής, γίνεται κίτρινη, παχιά, πράσινη, ακόμη και αιματηρή, ικανή να τεντώνεται σε μακριές νήματα (Kali bi.).
Δρ. Edwin Moses Hale (1829-1899)
Αυτή η πρωτογενής βλεννώδης ροή μπορεί να εξελιχθεί σε διάβρωση, βλεννοπυώδη έκκριση και έλκωση.
Πιθανότατα προκαλεί αυτή την κατάσταση προκαλώντας πρωτογενή τριχοειδική υπεραιμία· στη συνέχεια παθητική στάση, μαζί με διέγερση των βλεννογόνων αδένων.
Τελικά, από εξάντληση ή ατροφία, οι πηγές της έκκρισης αποκόπτονται και ο βλεννογόνος γίνεται ξηρός, γυαλιστερός, ελκωμένος, με τις λειτουργίες του καταστραμμένες" – E. M. Hale.
Στη θεραπεία τέτοιων καταρροϊκών καταστάσεων και των συνεπειών τους, η Hydrastis έχει αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμη, κυρίως ως τοπική εφαρμογή, αν και μπορεί επίσης να χορηγηθεί εσωτερικά, αλλά με λιγότερο άμεσα αποτελέσματα.
Η Hydrastis δρα επίσης επί του αδενικού συστήματος και επί του δέρματος με παρόμοιο τρόπο, προκαλώντας πρώτα αυξημένη υπεραιμία και ενισχυμένη δραστηριότητα, ακολουθούμενες από νωθρότητα και καταστολή, με τα συνήθη συμπτώματα μιας οπισθοδρομικής μεταμόρφωσης, με όλη την κατάσταση να είναι ανάλογη της καταρροϊκής διεργασίας και να περιλαμβάνει τα ίδια παθολογικά χαρακτηριστικά.
Έτσι καθίσταται ομοιοπαθητική προς το ερύθημα, τις υγρές εκβλαστήσεις, το έκζεμα και τις ελκώσεις αφενός, και αφετέρου προς την ατονία και την εξασθένηση, είτε των τοπικών οργάνων είτε του γενικού συστήματος.
Χαρακτηριστικά συμπτώματα.
Κεφάλι
(Hydrastis canadensis)
Θαμπή, βαρειά, μετωπική κεφαλαλγία· καταρροϊκή. (Euphr., Puls., Sang.)
Θαμπή, μετωπική κεφαλαλγία, με θαμπό πόνο στο υπογάστριο και στη μέση της πλάτης.
Μάτια
(Hydrastis canadensis)
Οφθαλμία· καταρροϊκή· σκοφουλώδης· παχιά, βλεννώδης έκκριση. (Merc.)
Άφθονη έκκριση δακρύων· τσούξιμο και κάψιμο των ματιών και των βλεφάρων. (Ars., Euphr., Merc. cor.)
Αυτιά
(Hydrastis canadensis)
Ωτόρροια· παχύμενες βλεννώδεις εκκρίσεις. (Puls.)
Μύτη
(Hydrastis canadensis)
Συνεχής έκκριση παχύρρευστου λευκού βλένους· μετωπική κεφαλαλγία.
Η έκκριση κατεβαίνει από τα οπίσθια ρινικά χόανα, παχύρρευστη και ιξώδης. (Kali bi., Natr. ars.)
Κωρυζή, υδαρή, διαβρωτική· κάψιμο, τσούξιμο και ακαψία στη μύτη (Cepa, Hyos., Merc. cor.)· η έκκριση ολιγοστερείς σε δωμάτιο, άφθονη σε εξωτερικό χώρο· ακαψία σε λαιμό και θώρακα.
Φτέρνισμα, με πλήρωση πάνω από τα μάτια (Acon., Sang.)· θαμπή μετωπική κεφαλαλγία.
Οζαίνα, με έλκωση· αιματηρή, πυώδης έκκριση. (Merc., Nitr. ac.)
Ο αέρας φαίνεται κρύος στη μύτη. (Ant. crud., Psor., Osm.)
Πρόσωπο
(Hydrastis canadensis)
Χλωμό, με φθαρμένη, κουρασμένη έκφραση.
Στόμα
– (Hydrastis canadensis)
Στοματίτιδα (Mur. ac.)· σε θηλάζουσες γυναίκες και αδύνατα παιδιά· ιδίως μετά από Υδράργυρο ή Χλωρικό Κάλιο.
Υπερβολική έκκριση παχύρρευστου ιξώδους βλένους.
Λαιμός
(Hydrastis canadensis)
Πτύελλα κίτρινης, ιξώδους βλέννας, από τα οπίσθια ρινικά χόανα και τον φάρυγγα (Kali bi.)· ακαψία του φάρυγγα· έλκη στον λαιμό, ιδίως μετά από Υδράργυρο.
Στομάχι
(Hydrastis canadensis)
Λιποθυμική, βυθισμένη αίσθηση κενού στο στομάχι (Bapt., Cimic., Ign., Phos., Sulph., Sep.)· και παλμός της καρδιάς, προηγούμενος από θαμπούς πόνους μωλωπισμού.
Χρόνιος γαστρικός κατάρρους· έλκωση.
Κοιλιά
(Hydrastis canadensis)
Έντονη κοπής στο υπογάστριο, που εκτείνεται στους όρχεις· εμφανίζεται μετά τα κόπρανα, με αίσθημα λιποθυμίας.
Αιχμηρός πόνος στην περιοχή του τυφλού.
Αιχμηρός πόνος στην περιοχή του σπληνός, με θαμπό πόνο και κάψιμο στο στομάχι και τα έντερα.
Πόνοι σφιξίματος με τα κόπρανα. (Bry., Merc., Coloc., Chel.)
Εντερικός κατάρρος, που ακολουθείται από έλκωση.
Μετεωρισμός κολικός, με λιποθυμία.
Κόπρανα
(Hydrastis canadensis)
Άφθονα, ανοιχτού χρώματος, ερεθιστικά κόπρανα.
Δυσκοιλιότητα με αιμορροΐδες. (Nux v., Sulph.)
Ουροποιητικά όργανα
(Hydrastis canadensis)
Τα ούρα μυρίζουν αποσυντεθειμένα.
Καταρροή της κύστης, με παχύ, ελικώδες, βλεννώδες ίζημα στα ούρα.
Ανδρικά όργανα.- (Hydrastis canadensis)
Γονόρροια, δεύτερο στάδιο, παχύ κίτρινο έκκριμα (Agn., Petros., Puls.)· ρεύμα. (Sulph., Petros.)
Αδυναμία μετά από σπερματόρροια. (Phos. ac.)
Γυναικεία όργανα.- (Hydrastis canadensis)
Λευκόρροια, εμπεριστατική, ελικώδης, παχιά, κίτρινη.
Ελκώσεις του στόμιο, τραχήλου και κόλπου. (Arg. nit.)
Κνησμός του αιδοίου, με άφθονη λευκόρροια· σεξουαλική διέγερση.
Αναπνευστικά όργανα.- (Hydrastis canadensis)
Ξηρός, τραχύς βήχας με συριγμό.
Τραχύτητα, πληγές και κάψιμο στο θώρακα.
Πλάτη
(Hydrastis canadensis)
Κούραση και πόνος στο κάτω μέρος της πλάτης. (Sep.)
Άκρα
(Hydrastis canadensis)
Τα άκρα κουρασμένα και πονούν, με κατάρρο.
Ερεθιστικά, οκνηρά ή σκοφουλικά έλκη στα πόδια.
Γενικότητες
(Hydrastis canadensis)
Λιποθυμικό αίσθημα, αίσθημα κενότητας· μεγάλη αδυναμία και εξάντληση· οι εκκρίσεις από τους βλεννογόνους αυξημένες, εμπεριστατικές, ελικώδεις (Kali bi.) διαβρώσεις. (Kreos.)
Πυρετός
(Hydrastis canadensis)
Γαστρικές, χολικές ή τυφοειδείς μορφές πυρετού, με γαστρικές διαταραχές· ίκτερος και μεγάλη αδυναμία που ακολουθεί. (Cinch.)
Δέρμα
(Hydrastis canadensis)
Βρεφικό intertrigo. (Graph., Ign., Lyc.)
Ευλογιά· όλα τα στάδια· λιποθυμία και εξάντληση. (Ant. tart.)
Θεραπευτικό εύρος.- (Hydrastis canadensis)
Καταρρικές και άλλες παθήσεις, όπως σημειώνονται στην προηγούμενη παθογένεση.
Σύγκριση
(Hydrastis canadensis)
Ars., Amm. mur., Ant. crud., Coni., Kali bi., Merc., Merc. cor., Phyt., Puls., Sep., Sulph.
Αντίδοτο
(Hydrastis canadensis)
Sulph.
Αντίδοτα της Hydrastis.-
Merc., Kali chlor.
Πνευματικά δικαιώματα © Robert Séror 2003
Ευρετήριο