Phosphorus
Cowperthwaite - Εγχειρίδιο Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Materia Medica) · Allen Corson Cowperthwaite · 16,631 χαρακτήρες
Γενικά
Κοινή ονομασία.- Phosphorus.
Γενική ανάλυση.-
Δρα ισχυρά πάνω στο φυτικό νευρικό σύστημα και πάνω στο αίμα, τείνοντας σε κάθε ένα από αυτά προς αποδιοργάνωση και καταστροφή, η οποία εκδηλώνεται περισσότερο ειδικά στην παράλυση που επακολουθεί της καταστροφής της νευρικής δύναμης, και στην αποδιοργάνωση και αποσύνθεση της οργανικής ουσίας, που επακολουθεί της μεταβολής της ζωής του αίματος.
Η πρώτη κατάσταση που παράγεται είναι μία κατάσταση βίαιου ερεθισμού, που προχωρά σε υπεραιμία και φλεγμονή, αυτή σύντομα παραχωρεί τη θέση της σε μια κατάσταση νωθρότητας και παράλυσης, η οποία μπορεί να υποδηλώνει εξιδρώσεις στα παρεγχυματώδη όργανα, ή αποσύνθεση του αίματος και των οργανικών ιστών, συμπεριλαμβανομένων του εγκεφάλου, του νωτιαίου μυελού και των οστών.
Η πιο ουσιώδης δράση του Phosphorus είναι πάνω στο αίμα, τα γναθιαία οστά, τους πνεύμονες και τα δόντια.
Ο χαρακτήρας αυτής της δράσης έχει ήδη υποδειχθεί. Στο αίμα, ως αποτέλεσμα της αποσύνθεσης, υπάρχουν αιμορραγίες και εκχυμώσεις· στα γναθιαία οστά και τα δόντια φθορά (κάρies) και νέκρωση, και στους πνευμονικούς ιστούς αιματώδης διήθηση, ενώ σε διάφορα όργανα και ιστούς υπάρχει λιπώδης εκφύλιση, ιδίως στο ήπαρ και την καρδιά.
Η ειδική δράση του Phosphorus σε κάθε έναν από τους επιμέρους ιστούς και όργανα του σώματος μπορεί να μελετηθεί μόνο στις προσεκτικές δοκιμασίες φαρμάκου (provings) που ο Hahnemann και οι άμεσοι μαθητές του μας έχουν αφήσει.
Χαρακτηριστικά συμπτώματα.
Νους
(Phosphorus)
Θαμβότητα, χαμηλή μουρμουρητή παραλήρημα (Phos. ac., Rhus tox.)· αρπάζει τα μαλλιά. (Bell., Hyos., Stram.)
Μεγάλη απάθεια· πολύ βραδύς· δυσκολεύεται να μιλήσει· απαντά αργά ή καθόλου. (Merc., Phos. ac.)
Μεγάλη αδιαφορία για όλα. (Berb., Carb. v., Cinch., Phos. ac., Selen.)
Υστερική εναλλαγή γέλιου και κλαυθμού. (Acon., Ign., Nux m.)
Θλιμμένος, αγχώδης, καταθλιπτικός· γεμάτος ζοφερές προαισθήματα. (Ign., Natr. mur., Plat., Puls.)
Μεγάλο άγχος και ανησυχία (Acon., Ars., Bell., Phos.), ιδίως όταν είναι μόνος ή κατά τη διάρκεια καταιγίδας.
Νευρικός, φοβισμένος (Acon., Cinch., Ign.), ιδίως το βράδυ. (Calc c., Rhus tox.)
Πολύ ευερέθιστη και γκρινιάρικη διάθεση. (Bry., Nux v.)
Μεγάλη δυσφορία για πνευματική ή σωματική προσπάθεια. (Nux v., Sep., Sulph.)
Αδυναμία σκέψης· ιδέες αργές· δεν μπορεί να κρατήσει το νου σε κάποιο συγκεκριμένο θέμα. (Gels., Nux v., Phos. ac.)
Κεφάλι
(Phosphorus)
Ίλιγγος· σφαδάζει ενώ περπατά (Nux m.)· μετά το σηκώνωμα από το κρεβάτι (Bry., Cham., Lyc.) ή από καθίσματος (Bry., Kali bi.)· χειρότερα τα πρωινά. (Alum., Nitr. ac.)
Μεγάλη θαμπή αίσθηση στο κεφάλι· μπερδεμένος και βαρύς, με κάποιο ίλιγγο.
Συμφόρηση στο κεφάλι. (Acon., Bell., Glon.)
Θαμπή, πιεστική μετωπική κεφαλαλγία, που εκτείνεται στα μάτια και στη ρίζα της μύτης. (Acon., Bapt., Kali bi., Merc. iod.)
Σφυγμώδης πόνος στους κροτάφους.
Αίσθηση ψύχους στο παρεγκεφαλίδιο, με αίσθηση ακαμψίας στον εγκέφαλο.
Σφυγμοί καρφιτσώδεις και καυτοί στον εγκέφαλο· η θερμότητα ανεβαίνει στο κεφάλι από τη σπονδυλική στήλη. (Αντίστροφα, Paris.)
Αποπληξία· αρπάζει το κεφάλι· το στόμα στραμμένο αριστερά.
Επικείμενη παράλυση του εγκεφάλου και κατάρρευση· καύσος πόνος στον εγκέφαλο.
Αποσκλήρυνση του εγκεφάλου, με επίμονη κεφαλαλγία· αργές απαντήσεις σε ερωτήσεις· ίλιγγος· τα πόδια σέρνονται· μυρμηγκιάση· μούδιασμα των άκρων.
Οξεία ατροφία εγκεφάλου και προμήκους μυελού, με ουραιμία.
Αίσθηση σαν το δέρμα του μετώπου να είναι πολύ σφιγμένο. (Caust.)
Βίαιος κνησμός του τριχωτού (Caust.)· με άφθονη πιτυρίδα. (Canth., Mez.)
Πτώση των μαλλιών (Graph., Nitr. ac., Sep., Sulph.) σε μεγάλες τούφες.
Μάτια
(Phosphorus)
Συσταλμένες κόρες. (Op., Merc. cor., Phyt., Physos.)
Τα μάτια εξαντλούνται κατά την ανάγνωση. (Myrica, Ruta, Sep.)
Τα μακρινά αντικείμενα φαίνονται σαν να καλύπτονται από καπνό ή ομίχλη (Lyc., Gels., Natr. mur., Sil.)· βλέπει καλύτερα το πρωί, στο λυκόφως, ή σκιάζοντας τα μάτια με το χέρι.
Πράσινη άλω γύρω από το κερί. (Osm.· κόκκινη άλω, Bell.)
Μαύνα αιωρούμενα σημεία· σπινθήρες, κηλίδες και τρεμοπαίγματα μπροστά στα μάτια. (Agar., Bell., Cycl., Merc., Sep., Sulph.)
Γλαύκωμα.
Μύκητας του οφθαλμού.
Οίδημα των βλεφάρων και γύρω από τα μάτια. (Ars., Apis, Rhus tox., Natr. ars.)
Αυτιά
(Phosphorus)
Δύσκολη ακοή, ιδίως της ανθρώπινης φωνής. (Sil.)
Οι ήχοι αντηχούν στα αυτιά. (Caust., Merc., Phos. ac.)
Βούισμα και κουδούνισμα στα αυτιά.
Μύτη
(Phosphorus)
Μύτη πρησμένη και επώδυνη στην αφή. (Alum., Nitr. ac., Rhus tox.)
Εσωτερική μύτη πρησμένη, ξηρή και βουλωμένη· ελκωμένη· ψεσσοί στα χείλη των ρινικών οπών. (Alum., Calc. c., Graph., Lyc., Merc., Sulph.)
Πολύποδας της μύτης (Calc. c., Mar. ver.)· αιμορραγεί εύκολα.
Συχνό φτέρνισμα. (Acon., Gels., Sang.)
Πρασινωπό-κίτρινη έκκριση από τη μύτη. (Kali bi.)
Συχνή εκτόπιση αίματος από τη μύτη, αφθονη επισταξία. (Acon., Ham.)
Κορύζα· με φλεγμονή του λαιμού (Merc.) και βαρύ κεφάλι· ρινόρροια και ξηρότητα εναλλάξ. (Alum., Nux v., Sil.)
Υπερβολικά ευαίσθητη όσφρηση (Acon., Agar., Bell., Colch., Graph., Hep. s., Lyc., Sulph.)· ιδίως με κεφαλαλγία.
Πρόσωπο
(Phosphorus)
Πρόσωπο ωχρό, βυθισμένο, χωματίσιος (Natr. carb.)· νοσηρά κίτρινο (Sep.)· ίκτεροειδές (Chel.)· πρησμένο, φουσκωμένο. (Rhus tox.)
Μάτια βυθισμένα, με μπλε κύκλους γύρω τους. (Cinch., Kali iod., Sec., Sulph.)
Οίδημα των βλεφάρων και γύρω από τα μάτια. (Apis.)
Τάση του δέρματος του προσώπου.
Σπασμωδικοί, διαπεραστικοί πόνοι στα οστά του προσώπου, στους κροτάφους και στη γνάθο.
Χείλη ξηρά και ταλαιπωρημένα. (Bry.)
Νέκρωση της κάτω γνάθου, σπάνια της άνω.
Στόμα
(Phosphorus)
Σπασμωδικοί, τσούξιμοι πόνοι στα δόντια.
Ούλα αποκολλημένα από τα δόντια και αιμορραγούν εύκολα (Arg. nit., Carb. an., Carb. v.), ιδίως από την αφή (Merc., Nitr. ac.)· επώδυνα ευαίσθητα.
(Carb. an., Merc.) Γλώσσα πρησμένη, ξηρή και μαύρη (Op., Verat. alb.)· ξηρή και λευκή· ξηρή και κόκκινη (Rhus tox.)· ξηρή και με καφέ κέντρο Bapt., Plumb.)· επιχρισμένη κίτρινη.
(Chel., Cinch.)
Ξηρότητα του στόματος. (Ars., Bry., Nux m., Puls.)
Πικρή γεύση στο στόμα.
Αιματηρές διαβρώσεις στην εσωτερική επιφάνεια των παρειών.
Σάλιο αυξημένο, με αλμυρή γεύση (Ant. crud., Merc. cor., Sulph.) ή γλυκιά. (Plumb., Puls.)
Δύσκολη άρθρωση (Bell., Gels., Stram.)· αργή ομιλία.
Λαιμός
(Phosphorus)
Ξηρότητα του λαιμού, μέρα και νύχτα.
Τραχύτητα και ξύσιμο στον λαιμό· επιδ. προς το βράδυ. (Amm. carb., Carb. v., Caust., Puls., Rumex.)
Στομάχι
(Phosphorus)
Λύσσα πείνας, ιδίως τη νύχτα· αισθάνεται λιποθυμικός.
Απώλεια όρεξης. (Alum., Ars., Cinch., Natr. mur., Op.)
Λαχτάρα για όξινα και πικάντικα. (Ant. crud., Ant. tart., Hep. s., Verat. alb.)
Δίψα· επιθυμεί κάτι δροσιστικό. (Phos. ac.)
Παλινδρόμηση τροφής (Podo.)· και κατά μερικές μπουκιές. (Alum., Carb. v., Nux v., Sulph.)
Ερευγμάτων κενά, ξινά· με γεύση της τροφής (Ant. crud., Calc. c., Carb. an., Cinch., Graph.)· αναποτελεσματικά.
Πολλά ρεψίματα αέρα μετά το φαγητό. (Carb. v., Cinch.)
Συνεχής ναυτία. (Ant. tart., Digit., Ipec., Lob.)
Μόλις το νερό ζεσταθεί στο στομάχι, αποβάλλεται. (Bism.)
Έμετος τροφής (Ipec., Kreos., Plumb., Verat. alb.)· αίματος, ανακατεμένου με χολή και βλέννα (Nitr. ac.)· μαύρων ουσιών. (Plumb.)
Μεγάλη πληρότητα στο στομάχι και επώδυνο στην αφή και στην πίεση. (Ars., Bell., Bry., Lyc.)
Πίεση, σαν από σκληρή ουσία, πάνω από το βάθος του στομάχου.
Πίεση στο στομάχι, σαν από βαρύ φορτίο, μετά το φαγητό. (Bry., Nux v.)
Κάματο και κάψιμο στο επιγάστριο. (Aesc., Ars., Canth., Iris, Verat. alb.)
Τραβηγμένος πόνος στο στομάχι, που εκτείνεται στον θώρακα.
Σπασμωδικοί, ρογχισμοί πόνοι στο στομάχι. (Puls.)
Αδυναμία-κενό στην περιοχή του στομάχου. (Hydras., Ign., Petrol., Sep., Sulph.)
Κοιλιά
(Phosphorus)
Διόγκωση και σκλήρυνση του ήπατος. (Cinch., Sulph.)
Διόγκωση του σπληνός. (Cinch.)
Κοιλιά διατεταμένη και τυμπανική· επώδυνη στην αφή. (Bell., Cinch.)
Φυλακισμένα αέρια· δυνατοί θόρυβοι στην κοιλιά (Lyc.)· αποβολή πολλών αερίων. (Aloe, Cinch., Lyc.)
Αίσθηση μεγάλης αδυναμίας και κενότητας στην κοιλιά (Sep., Stan.)· πρέπει να ξαπλώσει.
Αίσθηση ψύχους στην κοιλιά. (Caps.)
Κόπρανα και Πρωκτός
(Phosphorus)
Σουβλιές ή κάψιμο στο ορθό.
Βίαιη καύση στον πρωκτό και το ορθό, με μεγάλη εξάντληση, μετά από κόπρανα. (Ars., Cinch.)
Ανώδυνη, εξαντλητική διάρροια (Cinch., Podo.)· όχι εξαντλητική (Phos. ac.)· χειρότερα τα πρωινά. (Aloe, Apis, Rumex, Sulph.)
Χρόνια, ανώδυνη διάρροια αδιάθετης τροφής. (Calc. c., Cinch., Podo.)
Διάρροια· κόπρανα ακούσια (Arn., Ars., Carb. v., Hyos.)· γκρίζα ή λευκογκρίζα (Phos. ac.)· αιματηρά· πράσινα· υδαρή, με νιφάδες βλέννας και θρόμβους αίματος· υδαρή, με λευκοκίτρινες και τυροειδείς μάζες· άφθονα, σαν νερό από υδραυλική βρύση.
Δυσκοιλιότητα· κόπρανα λεπτά, μακριά, ξηρά, σκληρά και σκληρά, σαν του σκύλου· αποβάλλονται με δυσκολία. (Caust.)
Ουροποιητικά όργανα
(Phosphorus)
Συχνή ούρηση τη νύχτα· ολιγοσθενούς αποβολή.
Ούρα θολή και σκούρα· καφέ, με κόκκινο, αμμώδες ίζημα (Arn., Cinch., Natr. mur., Nuph., Lyc.)· καταθέτει λευκό, νεφελώδες ίζημα (Calc. c., Sep.)· ποικιλόχρωμη μεμβράνη στην επιφάνεια· αλβουμινώδης. (Merc. cor., Osm., Phyt., Plumb.)
Αιματουρία. (Arn., Canth., Colch., Ham.)
Ανδρικά όργανα.- (Phosphorus)
Σεξουαλική διέγερση· συχνές στύσεις και εκσπερμάσεις, ή ακαταμάχητη επιθυμία για συνουσία. (Canth.)
Ανικανότητα μετά από υπερβολική διέγερση και αυνανισμό. (Cinch., Phos. ac., Staph.)
Γυναικεία όργανα.- (Phosphorus)
Έμμηνος ρύση πολύ πρόωρη και πολύ ολιγοσθενής, ή πολύ άφθονη· ωχρή, με κωλικό πόνο, ναυτία και διάρροια.
Συχνή και άφθονη μετρορραγία. (Acon., Ham.)
Καυστική, διαβρωτική λευκόρροια. (Alum., Coni., Kreos., Merc., Puls.)
Αμηνόρροια, με αιμόπτυση, ή αιμορραγία από μύτη, πρωκτό ή ουρήθρα. (Bry., Ham.)
Ελκώδεις βλάβες των μαστών, με σκληρότητα (Coni.)· γαλαζωπό χρώμα (Lach.)· συριγγιώδη ανοίγματα, με καύσο, σουβλιές και υδατώδη, δυσώδη έκκριση. (Sil.)
Καρκίνος, με οξείες διατρητικούς πόνους, ή εύκολη αιμορραγία.
Αναπνευστικά όργανα.- (Phosphorus)
Βραχνάδα και τραχύτητα της φωνής. (Acon., Carb. v., Caust., Spong., Sulph.)
Αφωνία, από παρατεταμένη δυνατή ομιλία. (Arg. met., Arg. nit., Arum triph.)
Δεν μπορεί να μιλήσει, λόγω πόνου στον λάρυγγα. (Bell.)
Τραχύτητα στον λάρυγγα (Acon., Ambr., Lach., Plumb., Sulph.) και την τραχεία, με συχνό ξηρό βήχα και καθάρισμα του λαιμού.
Βήχας ξηρός, με φαγούρα, με σφιξίματα στο θώρακα (Angust., Merc. cor.)· κούφιος, σπασμωδικός· υγρός, χωρίς απόχρεμψη, με ευαισθησία του θώρακα (Arn., Caust., Nux v., Stram.)· με τρέμουλο όλου του σώματος· ξηρός κατά την ανάγνωση δυνατά· από φαγούρα στον λαιμό (Hep. s., Rumex, Sang., Sep.)· με βίαια πίεση στο θώρακα και δύσκολη αναπνοή, που προκαλεί πόνο στην κοιλιά.
Απόχρεμψη δύσκολη, αφρώδης· αιματηρή· σκουροκιτρινοειδές, ιξώδες σπύρωμα (Kali bi.)· σπύρωμα ραβδωμένο με αίμα (Digit.)· πυώδες, λευκό και σκληρόσυρμα· κρύο σπύρωμα, με αλμυρή γεύση. (Ambr., Calc. c., Carb. v., Sep., Lyc.)
Βήχας χειρότερος βράδυ και νύχτα (Nux v., Puls.)· από αλλαγή από ζεστό σε κρύο αέρα (Ars.· το αντίστροφο Bry.)· από ανάγνωση, γέλιο ή δυνατή ομιλία (Cinch., Dros.)· από ξάπλωμα στο αριστερό πλάι ή ανάσκελα.
Πόνοι στο θώρακα, με βήχα· ανακουφίζονται από εξωτερική πίεση.
Αναπνοή σύντομη, κοπιαστική, αγχώδης, λαχανιαστή, με σφιξίματα και πίεση στο θώρακα.
Δυνατοί βλεννώδεις ρόγχοι κατά την αναπνοή (Ant. tart., Ipec.), ιδίως στους κάτω λοβούς.
Συμφόρηση του θώρακα, με άγχος και πίεση.
Βαριά στο θώρακα, σαν να βρίσκεται πάνω του ένα βάρος. (Ferr., Nux v.)
Σουβλιές στο θώρακα.
(Acon., Bry., Kali c.), ιδίως στην αριστερή πλευρά.
(Sep., Stram.)
Πνιγηρή συστολή του θώρακα.
Κάψιμο, ευαισθησία και τάση στο θώρακα.
Φλεγμονή των πνευμόνων· ηπατοποίηση, ιδίως του κάτω μισού του δεξιού πνεύμονα, στο τελευταίο μέρος της περιόδου κατάθεσης και στις αρχές εκείνης της απορρόφησης· εξόντωση· κοιλότητες· φυματιώματα, με πυρετό έξαψης.
Βρογχοπνευμονική καταρροή, με διαστολή ή λιπώδη εκφύλιση της καρδιάς.
Φυματίωση στους ψηλούς, λεπτούς ή ταχέως αναπτυσσόμενους· επαναλαμβανόμενες αιμοπτύσεις· μεγάλη αδυναμία· συχνές κρίσεις βρογχίτιδας.
Κίτρινες κηλίδες στο θώρακα (καφέ κηλίδες, Sep.).
Καρδιά και σφυγμός.- (Phosphorus)
Βίαιες παλμώσεις με άγχος, βράδυ και πρωί στο κρεβάτι· ενώ ξαπλώνει στο αριστερό πλάι. (Natr. carb., Natr. mur.)
Φυσώντες ήχοι της καρδιάς.
Πίεση στο μέσο του στέρνου και γύρω από την καρδιά.
Σφυγμός ταχύς, πλήρης και σκληρός· μικρός, ασθενής, εύκολα συμπιεστός.
Αυχένας και πλάτη.- (Phosphorus)
Δυσκαμψία στον αυχένα. (Kali c., Lach., Ign., Rhus tox.)
Ευαισθησία των ακανθωδών αποφύσεων των ραχιαίων σπονδύλων στην πίεση. (Agar.)
Αποσκλήρυνση της σπονδυλικής στήλης.
Καυστικός πόνος μεταξύ των ωμοπλατών.
Σφιγμός πόνου σε μικρό σημείο μεταξύ των ωμοπλατών.
Άκρα
(Phosphorus)
Αδυναμία σε όλα τα άκρα, σαν παράλυτα· τρέμουν από κάθε κόπο.
Πρήξιμο χεριών και ποδιών.
Άκρα, ιδίως χέρια και πόδια, βαριά σαν μολύβι.
Άνω άκρα.- (Phosphorus)
Βραχίονες και χέρια μουδιάζουν· αποκοιμίζονται.
Τρέμουλο των χεριών. (Agar., Calc. c.)
Δάχτυλα, ιδίως οι άκρες τους, μουδιασμένα και αναίσθητα.
Κάτω άκρα.- (Phosphorus)
Μωλωπισμένος πόνος στο περιόστεο της κνήμης.
Πρήξιμο της κνήμης.
Βαρύτητα στο κοίλωμα των γονάτων.
Πόδια πρησμένα το βράδυ ή όταν περπατά.
Γενικότητες
(Phosphorus)
Μεγάλη εξάντληση/λεπτυσμός. (Ars., Ferr., Graph., Iodi.)
Μπορεί να ξαπλώσει μόνο δεξιά. (Αντίστροφα, Merc.)
Αιμορραγίες από διάφορα όργανα και σημεία του σώματος. (Ham., Croc.)
Μικρές πληγές αιμορραγούν πολύ.
Αιματοειδές μύκητα (fungus haematodes).
Μεγάλη αδυναμία και εξάντληση όλου του οργανισμού. (Ars., Ferr., Cinch.) <arg_value>Επώδυνη βαρύτητα όλου του σώματος.
Ο ύπνος αριστερά το βράδυ προκαλεί άγχος.
Μούδιασμα όλου του σώματος, συνοδευόμενο από αισθήσεις τσιμπήματος.
Πάσχει εύκολα από κρυολαγνεία. (Calc. c., Kali carb., Sil.)
Πόνοι σπαραγτικοί, διατεινομένοι, τεντωμένοι, προκαλούμενοι από τον παραμικρό ψύχρο· το σώμα αισθάνεται μωλωπισμένο, με αίσθηση ψύχους.
Επιληψία, με συνείδηση.
Σπασμοί στην παραλυτική πλευρά.
Πάρεση· μυρμήγκιασμα και σπαραγτικοί πόνοι στα άκρα· αναισθησία· αυξημένη θερμότητα.
Εξοστώσεις, ιδίως του κρανίου.
Νόσος ισχίου, με έκκριμα υδατώδους πύου.
Δέρμα
(Phosphorus)
Ίκτερος. (Cinch., Merc., Chel.)
Εκχυμώσεις (Arn., Sec.)· πετέχειες.
(Arn., Ars..
Sec.)
Πολύποι, στυτικά (erectile) οι όγκοι, έλκη κ.λπ., που αιμορραγούν εύκολα.
Κνησμός σε όλο το σώμα.
Συριγγιώδη έλκη· ερυσίπελας· πύο λεπτό, ιχώδες, εμπύρετο.
Ύπνος
(Phosphorus)
Συνεχής υπνηλία· κώμα εγρηγορσούμενο (coma vigil).
Αϋπνία και ανησυχία πριν από τα μεσάνυχτα.
Όνειρα· αγχώδη· λαγνεία.
Υπνηλία όλη την ημέρα, ανησυχία τη νύχτα.
Ύπνος που δεν αναζωογονεί.
Πυρετός
(Phosphorus)
Ψύχος κάθε βράδυ, με ρίγος, χωρίς δίψα. (Ign., Puls.)
Ψυχρότητα των άκρων· στα γόνατα τη νύχτα στο κρεβάτι.
Ψύχρος τη νύχτα, εναλλασσόμενος με θερμότητα.
Θερμότητα με άγχος, κάψιμο στο πρόσωπο και τα χέρια, κόκκινα μάγουλα, αριστερά περισσότερο από δεξιά· απόγευμα και βράδυ.
Άφθονη εφίδρωση· τη νύχτα (Cinch., Merc.)· κατά τον ύπνο (Cinch.)· το πρωί, στο κρεβάτι (Calc. c., Chin. sulph., Nitr. ac.)· από τον παραμικρό κόπο. (Calc. c., Kali nit., Lyc., Hep. s., Sep., Sil.)
Ψυχρός, κρύος ιδρώτας. (Ars., Camph., Kali nit., Merc.)
Επιδείνωση
(Phosphorus)
Πριν από τα μεσάνυχτα· κατά τη διάρκεια καταιγίδας με βροντές· όταν ξαπλώνει μπρούμυτα ή αριστερά.
Θεραπευτικό εύρος.- (Phosphorus)
Σωματική και νευρική αδυναμία, οφειλόμενη σε υπερβολική σεξουαλική ακολασία ή αυνανισμό· στειρότητα από παρόμοιες αιτίες· μητρορραγία· αμηνόρροια· λευκόρροια· χλωρώση· μαστίτιδα· αφωνία· άσθμα· λαρυγγίτιδα· βρογχίτιδα· βρογχοπνευμονική καταρροή· πνευμονία· πλευρίτιδα· φυματίωση· αιμόπτυση· τυφοειδείς μορφές πυρετού· εμπύρετος πυρετός· αποπληξία· μαλάκωση του εγκεφάλου· οξεία ατροφία εγκεφάλου και προμήκους μυελού· επιληψία· εγκεφαλική πάρεση· πάρεση· μαλάκωση του νωτιαίου μυελού· προοδευτική αταξία της βάδισης· ρευματικές και αρθριτικές παθήσεις· παθήσεις του οφθαλμού και της όρασης· νοσήματα των οστών -εξοστώσεις, νέκρωση, καρίαση· διευρυμένοι αδένες· πολύποι· έλκη· φλεγμονή των βλεννογόνων· λιπώδης εκφύλιση ήπατος, καρδιάς, νεφρών κ.λπ.· αιματουρία· νόσος του Bright· χρόνια διάρροια· χολερίνη· γαστρικές παθήσεις· ίκτερος· διάχυτη ηπατίτιδα· διευρυμένο και σκληρυμένο ήπαρ· οξεία κίτρινη ατροφία του ήπατος.
Παθήσεις
(Phosphorus)
Υψηλές, λεπτές γυναίκες.
Σύγκριση
(Phosphorus)
Acon., Ambr., Amm., Ars., Bell., Bry., Calc. c., Carb. v., Caust., Cinch., Ipec., Kali c., Lyc., Merc., Nux v., Puls., Rhus tox., Sep., Sil., Sulph.
Τα φάρμακα Calc. c., Cinch., Kali c., Lyc., Nux v., Rhus tox., Sil. και Sulph. προηγούνται του Phos. καλά, ενώ Ars., Carb. v., Rhus tox. και Sulph. το ακολουθούν καλά.
Αντίδοτα
(Phosphorus)
Nux v., Coff. c., Camph., Tereb., Vinum.
Σε μεγάλες δόσεις: εμετικά, μαγνησία σε νερό.
Phosphorus Αντίδοτα.-
Υπερβολική χρήση αλατιού· Iodi., Camph., Tereb., Rhus ven.
Πνευματικά δικαιώματα © Robert Séror 2003
Ευρετήριο