Sanguinaria Canadensis
SANGUINARIA · Cowperthwaite - Εγχειρίδιο Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Materia Medica) · Allen Corson Cowperthwaite · 5,644 χαρακτήρες
Γενικά
(Sanguinaria Canadensis.)
Natural order.- Papaveraceae.
Κοινή ονομασία.- Blood Root.
Γενική ανάλυση.-
Προσβάλλει κυρίως τον αναπνευστικό βλεννογόνο, προκαλώντας ερεθισμό και καταρροϊκή φλεγμονή.
Έχει αποφασιστική επίδραση στο πνευμονογαστρικό νεύρο και μέσω αυτού προκαλεί διαταραχή του ήπατος και του πεπτικού σωλήνα.
Χαρακτηριστικά συμπτώματα.
Κεφάλι
(Sanguinaria)
Ίλιγγος κατά το σηκώσιμο από καθιστή ή κεκυμμένη θέση (Bry.)· με γρήγορη στροφή του κεφαλιού (Calc. c.) ή με το βλέμμα προς τα πάνω. (Calc. c., Cupr.)
Επίχυση αίματος στο κεφάλι, με βουητό στα αυτιά και εξάψεις ζέστης. (Acon.)
Θαμπή, πιεστική, μετωπική κεφαλαλγία. (Euphr., Merc. cor.)
Κεφαλαλγία που εμφανίζεται σε παροξυσμούς. (Cinch.)
Η κεφαλαλγία αρχίζει στο ινίο (Verat. vir.), απλώνεται προς τα πάνω και εδρεύει πάνω από το δεξί μάτι.
Κεφαλαλγία, σαν να πρόκειται να σπάσει (Bry., Caps., Cinch., Puls., Natr. mur.), στο μέτωπο και τους κροτάφους· κυρίως δεξιά· βελτίωση στον ανοιχτό αέρα. (Puls., Sep.)
Κεφαλαλγία, με ναυτία και ρίγος, ακολουθούμενη από εξάψεις ζέστης, που εκτείνονται από το κεφάλι στο στομάχι.
Μάτια
(Sanguinaria)
Διασταλμένες κόρες. (Ailanth., Bell., Cic., Hyos.)
Καυστική ξηρότητα στα μάτια, ακολουθούμενη από άφθονη δακρύρροια. (Ars., Euphr.)
Αυτιά
(Sanguinaria)
Καύσος των αυτιών· μάγουλα κόκκινα.
Ωταλγία, με κεφαλαλγία, με τσούξιμο στα αυτιά και ίλιγγο.
Μύτη
(Sanguinaria)
Ρινόρροια, με συχνό φτέρνισμα (Acon., Ars., Cepa, Gels., Iris, Rumex)· επιδ. στο δεξί ρουθούνι.
Πρόσωπο
(Sanguinaria)
Περιορισμένη ερυθρότητα του ενός ή και των δύο μαγούλων. (Kreos.)
Μάγουλα κυανωτικά στη τυφοειδή πνευμονία.
Ώχρα του προσώπου, με τάση για έμετο.
Αίσθηση ξηρότητας των χειλιών.
Νευραλγία στην άνω γνάθο, που εκτείνεται στη μύτη, το μάτι, το αυτί, τον αυχένα και την πλευρά του κεφαλιού· διαπεραστικοί, καύσονες πόνοι· πρέπει να γονατίσει και να σφίξει σφικτά το κεφάλι στο πάτωμα.
Στόμα
(Sanguinaria)
Απώλεια της γεύσης, με αίσθημα καμένου στη γλώσσα. (Puls.)
Έλκη στα ούλα και την οροφή του στόματος.
Λαιμός
(Sanguinaria)
Αίσθημα πρησμένος, σαν να πνίγεται, κατά την κατάποση.
Αίσθημα ξηρότητας στον λαιμό· δεν ανακουφίζεται με το πόσιμο.
Λαιμός επώδυνος, σαν ωμός και απογυμνωμένος. (Arum, Arg. nit.)
Ελκωμένη στηθάγχη. (Hydras., Merc., Nitr. ac., Phyt.) <arg_value>Μαργαροειδής διφθεριτική επίστρωση στην ουρανίσκο και τον φάρυγγα.
Στομάχι
(Sanguinaria)
Επιθυμία για κάτι που δεν ξέρει τι· για καρυκευμένα. (Phos.)
Θανατηφόρος ναυτία, σε παροξυσμούς (Ant. tart.), με άφθονη σιαλόρροια· με κεφαλαλγία, ρίγος και ζέστη.
Ναυτία· δεν ανακουφίζεται με τον έμετο.
Έμετος πικρού νερού· ξινών, καυστικών υγρών· των προσλαμβανομένων (Ipec., Phos., Verat. alb.)· σκωλήκων. (Acon.)
Αίσθημα κενότητας στο στομάχι, με αδύναμο, πυρετικό αίσθημα. <arg_value>Ερεθισμός και πίεση στο επιγάστριο· επιδ. μετά το φαγητό.
Καύσος στο στομάχι. (Ars., Canth., Iris, Verat. alb.)
Κόπρανα
(Sanguinaria)
Διαρροϊκά κόπρανα, ανακατεμένα με πολλά αέρια. (Aloe.)
Διάρροια μετά από ρινίτιδα· πόνοι στο θώρακα και βήχας.
Ουροποιητικά όργανα
(Sanguinaria)
Άφθονη και συχνή νυχτερινή ούρηση, διαυγή όπως το νερό. (Natr. mur., Phos. ac.)
Γυναικεία όργανα.- (Sanguinaria)
Διαταραχές της εμμηνόπαυσης, ιδίως εξάψεις και λευκόρροια. (Lach.)
Πόνοι στην κοιλιά, σαν να πρόκειται να εμφανιστεί η έμμηνος ρύση. (Aloe, Caul., Cimic., Puls.)
Έλκωση του τραχήλου της μήτρας· δύσοσμη, καυστική λευκόρροια.
Σουβλιές και στις δύο θηλές· ευαισθησία των θηλών.
Αναπνευστικά όργανα.- (Sanguinaria)
Ξηρός, ερεθιστικός βήχας, που προκαλείται από γαργάλημα στο βάθος του λαιμού (Hep. s., Phos., Rumex, Sep.), με ξηρότητα του λαιμού· αίσθηση σύρσης, που εκτείνεται προς τα κάτω πίσω από το στέρνο.
Ξηρός βήχας, που τον ξυπνά από τον ύπνο· δεν σταματά μέχρι να καθίσει στο κρεβάτι και να αποβάλλει αέρια, προς τα πάνω και προς τα κάτω.
Βήχας, με περιγεγραμμένη ερυθρότητα των μαγούλων· πόνος στο θώρακα και ρινίτιδα.
Έντονη δύσπνοια και στένωση του θώρακα, με τάση για βαθιές εισπνοές.
Συνεχής πίεση και βαρύτητα στο άνω μέρος του θώρακα, με δύσκολη αναπνοή.
Απότομος, σφιχτός πόνος στο μέσο μεταξύ στέρνου και δεξιάς θηλής.
Έντονος πόνος και κάψιμο κάτω από το στέρνο και στη δεξιά πλευρά του θώρακα.
Οξείες σουβλιές στη δεξιά πλευρά του θώρακα, κοντά στη θηλή. (Bry.)
Αιμόπτυση κατά τη διάρκεια φθίσης των πνευμόνων.
Πτύελα σκληρά, δύσκολα, σκουροκόκκινα· ακραία δύσπνοια· πνευμονία· ηπατοποίηση.
Πόνος στο δεξιό θώρακα προς τον ώμο· μόλις και μετά βίας μπορεί να βάλει το χέρι στην κορυφή του κεφαλιού.
Εξαιρετικά δύσοσμη αναπνοή (Caps., Croc.) και πτύελα.
Καρδιά και σφυγμός.- (Sanguinaria)
Αρρυθμία της καρδιακής δράσης και του σφυγμού, με ψυχρότητα, αναισθησία κ.λπ.
Αυχένας και πλάτη.- (Sanguinaria)
Ρευματικοί πόνοι στον αυχένα, στους ώμους και στα χέρια.
Γενικότητες
(Sanguinaria)
Μεγάλη αδυναμία και εξάντληση.
Γενική νωθρότητα και αδυναμία.
Θερμότητα που μεταφέρεται από το κεφάλι στο στομάχι.
Αίσθηση σαν να χυνόταν ζεστό νερό από το στήθος στην κοιλιά.
Δυσάρεστη αίσθηση μυρμηγκιάσματος θερμότητας που απλώνεται σε όλο το σώμα.
Πυρετός
(Sanguinaria)
Καυστική θερμότητα, που εναλλάσσεται ταχύτατα με ρίγο και ανατρίχιαση.
Θερμότητα που μεταφέρεται από το κεφάλι στο στομάχι.
Εξάψεις· λάμψη θερμότητας πάνω στο σώμα. (Calc. c.)
Επιδείνωση
(Sanguinaria)
Πρωί και βράδυ· από το φως, τον θόρυβο και την κίνηση.
Βελτίωση
(Sanguinaria)
Όταν βρίσκεται ακίνητος ξαπλωμένος· στο σκοτεινό δωμάτιο· μετά από έμετο.
Θεραπευτικό φάσμα.- (Sanguinaria)
Ρινίτιδα· λαρυγγίτιδα με συριγμό· κοκίτης· άσθμα· πνευμονία· τυφοειδής πνευμονία· αιμόπτυση· υδροθώρακας· πνευμονική φθίση· ίκτερος· διάρροια· ρευματισμοί· κεφαλαλγία από στομάχι· δυσπεψία· πυρετός εξαντλήσεως.
Σύγκριση
(Sanguinaria)
Ant. tart., Bell., Bry., Chel., Hep. s., Iris, Lyc., Merc., Phos., Rumex, Squilla, Spong.
Το Sang. ακολουθεί το Bell. καλά στην οστρακιά.
Αντίδοτα της Sanguinaria.-
Op., Rhus rad.
Πνευματικά δικαιώματα © Robert Séror 2003
Ευρετήριο