Stramonium
Cowperthwaite - Εγχειρίδιο Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Materia Medica) · Allen Corson Cowperthwaite · 7,978 χαρακτήρες
Γενικά
(Datura Stramonium.)
Natural order.- Solanaceae.
Κοινές ονομασίες.- Thorn Apple. Jamestown Weed. Stink Weed.
Γενική ανάλυση.-
Δρα κυρίως επί του αισθητηρίου (sensorium), αυξάνοντας τη δραστηριότητά του, διαστρέφοντας τη λειτουργία του και προκαλώντας ναυτία, παραλήρημα και ψευδαισθήσεις· προσομοιάζει κατά είδος στη δράση του Belladonna και του Hyoscyamus, διαφέρει όμως σε βαθμό.
Το παραλήρημα είναι πιο έντονο, η μανία πιο οξεία, ενώ η συμφόρηση, αν και μεγαλύτερη απ' ό,τι στον Hyoscyamus, είναι πολύ μικρότερη απ' ό,τι στο Belladonna, χωρίς ποτέ να πλησιάζει αληθινή φλεγμονώδη κατάσταση.
Ο Stramonium προκαλεί επίσης μεγάλη ξηρότητα του λαιμού και του δέρματος, προκαλώντας σε αυτό το τελευταίο πύρινη ερυθρά εξάνθημα, που μοιάζει με εκείνο της οστρακιάς.
Σε άλλα μέρη του σώματος ο Stramonium δρα μόνο μέσω συμπαθητικού ερεθίσματος από τον εγκέφαλο. Με αυτόν τον τρόπο προκαλεί διασταλμένες κόρες, μειωμένη γενική ευαισθησία, διαστροφή των ειδικών αισθήσεων, σπαστικές κινήσεις, έντονη σεξουαλική διέγερση, κατασταλμένα ούρα κ.λπ.
Χαρακτηριστικά συμπτώματα.
Νους
(Stramonium)
Παραλήρημα· οργισμένο (Bell., Canth., Oenan.)· γεμάτος φόβο (Bell., Verat. alb.)· προσπαθεί να διαφύγει· αγωνίζεται να βγει από το κρεβάτι (Bell.)· αδιάκοπη και ασυνάρτητη ομιλία· γέλιο (Hyos.)· καρφολογία (Bell., Hyos.)· σεξουαλική διέγερση.
Μιλά σε ξένη γλώσσα· τύφος.
Μανία· επιθυμία για φως και συντροφιά (Kreos., Hyos.)· κρίσεις οργής, με χτυπήματα ή κτυπήματα· περήφανος, υπερόπτης (Plat., Lach.)· ουρλιαχτά, δαγκώματα, γρατζουνίσματα· τρομοκρατημένος· εύθυμος, εξύψωση· τραγούδι και χορός. (Croc.)
Ψευδαισθήσεις (Anac., Hyos., Can. ind.) που τρομάζουν τον ασθενή (Absinth.), φρικτές εικόνες· βλέπει αγνώστους, ή φαντάζεται φρικτά ζώα που πηδούν πλάγια από το έδαφος ή τρέχουν προς το μέρος του.
Υδροφοβία (Bell., Hyos.)· υπερβολική αποστροφή στα υγρά· το νερό, ένας καθρέφτης ή οτιδήποτε λαμπερό προκαλεί σπασμούς· σπαστική στένωση του λαιμού κ.λπ.
Μετά από τρόμο: χορεία του Αγίου Βίτου· επιληψία· μανία· μελαγχολία.
Θαμπότητα όλων των αισθήσεων.
Εναλλασσόμενη εξύψωση και μελαγχολία.
Βλάβη αδιαφορία για όλους και για όλα. (Berb., Phos., Phos. ac.)
Το παιδί όταν ξυπνά τρομάζει με οτιδήποτε συναντά πρώτα το βλέμμα του (Bell.)· θέλει να το σκάσει μακριά τους.
Αναίσθητο ροχαλητό· το σαγόνι κρέμεται· χέρια και πόδια συσπώνται· κόρες διασταλμένες. (Op.)
Αδύναμη μνήμη (Anac., Kreos., Lach., Merc., Natr. mur.)· χάνει τις σκέψεις της πριν προλάβει να τις εκφράσει· ονομάζει τα πράγματα με λάθος ονόματα.
Κεφάλι
(Stramonium)
Ίλιγγος· δεν μπορεί να περπατήσει στο σκοτάδι· πέφτει προς τα αριστερά ή προς τα πίσω (Bell.)· λοξοδρομεί σαν μεθυσμένος. (Agar.)
Βίαιη συμφόρηση στο κεφάλι. (Bell.)
Θερμότητα στο κεφάλι· παλμός γύρω από την κορυφή και στο μέτωπο· λιποθυμία· απώλεια όρασης και ακοής· πρόσωπο πρησμένο και τεταμένο.
Σπασμωδικές κινήσεις του κεφαλιού, κυρίως προς τα δεξιά· συχνά σηκώνει το κεφάλι πάνω.
Μάτια
(Stramonium)
Μάτια ορθάνοιχτα, βλέμμα σταθερό, εξέχοντα (Amyl. nit., Naja, Bell., Hyos., Op.)· λαμπερά· στρεβλά.
Κόρες διασταλμένες (Bell., Hyos., Op.)· μερικές φορές ακίνητες και αναίσθητες στο φως. (Cic., Digit.)
Επιπεφυμίτα υπεραιματωμένη· σαν τα αγγεία να ήταν γεμάτα με βρώμικο υγρό.
Ολική τύφλωση, παροδική.
Το φως τυφλώνει· αποφεύγει το φως· το έντονο φως ή τα λαμπερά αντικείμενα προκαλούν σπασμούς.
Διπλή όραση (Aur., Bell., Cic., Phyt.)· βλέπει λοξά.
Αυτιά
(Stramonium)
Βαρυκοΐα.
Πρόσωπο
(Stramonium)
Πρόσωπο καυτό, κόκκινο και πρησμένο (Acon., Bell., Op.)· μάτια άγρια· έκφραση τρόμου.
Σπασμός στους μύες του προσώπου (Agar., Ant. tart., Cic., Ign.)· ζάρες στο μέτωπο. <arg_value>Νομίζει ότι το πρόσωπο είναι μακρόστενο.
Μονομερής ερυσίπελας, με μηνιγγίτιδα· σπασμωδικά συμπτώματα εναλλάσσονται με παραλυτικά.
Νευραλγία τριδύμου· πόνοι που τρελαίνουν· σπασμωδικές συσπάσεις και σοκ μέσα από το σώμα· πετάει τα χέρια προς τα πάνω· το δέρμα του μετώπου ζαρωμένο.
Στόμα
(Stramonium)
Γλώσσα πρησμένη, δύσκαμπτη, ξηρή, κινείται με δυσκολία.
Τραύλισμα (Caust., Can. ind., Selen.), ή εντελώς άφωνος. (Hyos.)
Μεγάλη ξηρότητα στόματος και φάρυγγα.
Καταρροή κολλώδους σάλιου από το στόμα.
Λαιμός
(Stramonium)
Δύσκολη κατάποση, από σπασμωδική σύσφιξη του λαιμού. (Bell., Hyos., Laur., Plumb., Verat. alb.)
Μεγάλη ξηρότητα του λαιμού. (Apis, Nux m., Rhus tox.)
Στομάχι
(Stramonium)
Βίαιη δίψα, ιδίως για όξινα ποτά. (Ant. tart., Cinch., Phos., Verat. alb.)
Λόξιγκας· ναυτία· έμετος.
Διαφραγματίτιδα, δηλητήριο· κάψιμο κατά μήκος του διαφράγματος· δυσπνοϊκός· σπασμοί· αντιστέκεται στο νερό που του προσφέρεται.
Κοιλιά
(Stramonium)
Κοιλιά διατεταμένη, όχι σκληρή.
Κόπρανα και Ούρα.- (Stramonium)
Κατακράτηση κοπράνων και ούρων.
Χολέρα των βρεφών· δύσοσμα κόπρανα· στραβισμός· ξυπνά με τρόμο· χλωμό πρόσωπο.
Δυσκοιλιότητα.
Τα ούρα στάζουν αργά και ασθενικά. (Acon., Caust.)
Ακούσια ούρηση. ( Ars., Bell., Cic., Hyos., Op .)
Αυνανισμός που προκαλεί επιληψία.
Γεννητικά όργανα
(Stramonium)
Διεγερμένη σεξουαλική επιθυμία και στα δύο φύλα· στις γυναίκες, νυμφομανία. (Canth., Cinch., Plat .)
Μητρορραγία, με χαρακτηριστικά ψυχικά συμπτώματα.
Αναπνευστικά όργανα.- (Stramonium)
Φωνή βραχνή και κρωγμός· ψιλή, λεπτή, στριγκή· ακατανόητη.
Βήχας μεθυσμένων.
Δύσκολη, βιαστική αναπνοή.
Μεγάλη αίσθηση ασφυξίας, από στένεμα του θώρακα. (Asaf., Ign.)
Κόκκινο εξάνθημα στο στήθος· τυφοειδής πυρετός.
Καρδιά και Σφυγμός.- (Stramonium)
Αίσθημα παλμών. (Acon., Bell., Spig .)
Σφυγμός ταχύς, πλήρης, ισχυρός· μαλακός, ασθενικός, συχνός.
Άκρα
(Stramonium)
Σπαστικές κινήσεις χεριών και βραχιόνων· καρφολογία. (Hyos.)
Παρανυχίδα· ανυπόφορος πόνος, οδηγεί σε απελπισία· ανακουφίζει τον πόνο της εξήθης.
Τρέμουλο χεριών και ποδιών. (Bell., Hyos.)
Τρέμουλο των τενόντων. (Hyos., Kali iod.)
Τρόμος των άκρων. (Coccul., Coni., Gels., Merc.)
Τα άκρα μουδιάζουν και αποκοιμίζονται.
Εσωτερική πλευρά δεξιού μηρού πρησμένη, κόκκινη· τυφοειδής πυρετός.
Γενικότητες
(Stramonium)
Κατακράτηση όλων των εκκρίσεων και απεκκρίσεων.
Τρόμος όλου του σώματος, σαν από τρόμο. ( Gels .)
Συχνά τρεμουλάσματα (Agar., Cic.)· αιφνίδιες συσπάσεις μέσα στο σώμα.
Καταληψία· τα άκρα μπορούν να κινηθούν από άλλους.
Σπασμοί· από την θέαση φωτεινών, εκτυφλωτικών αντικειμένων· από νερό, άγγιγμα (Nux v.), ή όταν τους μιλούν. (Cic.)
Χορεϊκοί σπασμοί (Agar., Cic., Cimic., Hyos., Ign., Laur.)· ιδίως από τρόμο.
Συνεχείς, ανήσυχες κινήσεις των άκρων και όλου του σώματος.
Ελκτικοί πόνοι στη σπονδυλική στήλη.
Παραλυμένα άκρα μετά από αποπληξία.
Δέρμα
(Stramonium)
Έντονο κόκκινο-βαθύ εξάνθημα σε όλο το σώμα. (Apis, Arum, Bell ., Rhus tox.)
Ύπνος
(Stramonium)
Ροχαλητό· βαθύς ύπνος. (Laur., Op .)
Ανήσυχος ύπνος, με αναποδογυρίσματα, τρεμουλάσματα και κραυγές.
Πυρετός
(Stramonium)
Ψύχος όλου του σώματος, ιδίως των άκρων.
Κατά τη διάρκεια του ρίγους το κεφάλι είναι καυτό· δεν θέλουν να τα σκεπάζουν.
Καυτό, κόκκινο πρόσωπο, με κρύα πόδια.
Βίαιος πυρετός· δέρμα ξηρό και καυτό, ιδίως κεφάλι και πρόσωπο. (Bell.)
Κρύος ιδρώτας σε όλο το σώμα. (Ant. tart., Ars., Cupr., Digit., Verat. alb.)
Πυρετός σε παιδιά· φωνάζουν στον ύπνο τους· αναπηδούν, σπαρταρούν· μάτια μισάνοιχτα· κόρες διασταλμένες· κατακράτηση ούρων.
Επιδείνωση
(Stramonium)
Όταν είναι μόνοι· στο σκοτάδι· από άγγιγμα· από την θέαση λαμπερών αντικειμένων· όταν προσπαθούν να καταπιούν, ιδίως υγρά.
Βελτίωση
(Stramonium)
Στο σπίτι· από το φως και την παρέα· από το κρύο νερό.
Θεραπευτικό εύρος.- (Stramonium)
Οξεία μανία· αλκοολικός παροξυσμός (delirium tremens)· υδροφοβία· νυμφομανία· σπασμοί· επιληψία· χορεία· υστερία· καταληψία· σπασμωδικές παθήσεις από τρόμο· κοξαλγία· παράλυση· παθήσεις από τους ατμούς του Υδραργύρου· οστρακιά· ιλαρά· κατασταλμένα εξανθήματα· κοκίτης· ανασαρκά μετά από οστρακιά· εγκαύματα.
Παθήσεις
(Stramonium)
Ιδίως σε παιδιά και σε νέα πληθωρικά άτομα.
Σύγκριση
(Stramonium)
Agar ., Ars., Bry., Bell ., Cham., Can. ind ., Cic., Hyos., Ign., Lyc., Nux v., Op., Plumb., Puls., Sulph., Verat. alb.
Αντίδοτα
(Stramonium)
Bell., Hyos., Nux v.
Σε μεγάλες δόσεις· χυμός λεμονιού, ξύδι, καπνός, ενέσεις.
Stramonium Αντίδοτα.-
Merc., Plumb.
Πνευματικά δικαιώματα © Robert Séror 2003
Ευρετήριο