Platina
Hahnemann - Οι Χρόνιες Νόσοι · Samuel Hahnemann · 55,320 χαρακτήρες
Γενικά
Χημικώς καθαρό platina, το οποίο είναι μαλακό και μπορεί να κοπεί με μαχαίρι, διαλύεται σε θερμευσμένο βασιλικό ύδωρ (νιτρικό και υδροχλωρικό οξύ)· η χρυσοκίτρινη διάλυση που προκύπτει αραιώνεται δεόντως με αποσταγμένο νερό, και ένας λεία σγουρισμένος χαλύβδινος ράβδος αναρτάται μέσα σε αυτήν, πάνω στην οποία το platina εναποτίθεται ως κρυσταλλική κρούστα.
Αυτή είναι εύκολα εύθραυστη, γλυκαίνεται με επαναλαμβανόμενες πλύσεις σε αποσταγμένο νερό και στεγνώνει καλά ανάμεσα σε χαρτί στυπώματος. Ένα κόκκο από αυτό χρησιμοποιείται για την παρασκευή των ομοιοπαθητικών δυναμοποιήσεων, όπως φαίνεται στο τελικό μέρος του πρώτου τόμου των Χρονίων Νόσων.
Όταν το Platina είναι δεόντως ομοιοπαθητικά ενδεδειγμένο σε περίπτωση νόσου, ανακουφίζει ταυτόχρονα τα ακόλουθα κακήματα, αν υπάρχουν: Έλλειψη όρεξης· ερευγισμοί μετά το φαγητό· δυσκοιλιότητα κατά τα ταξίδια· έκκριση του προστατικού υγρού· σκλήρυνση της μήτρας· κόπωση των κάτω άκρων· κρύα πόδια· βουλωμένη ρινίτιδα.
Πολύ βίαιες επιδράσεις του Platina ανακουφίζονται από την Pulsatilla και από την όσφρηση γλυκού νίτρου.
Τα συμπτώματα σημειωμένα με Gr. είναι από τον Δρ. Gross, από το Jueterbock. [*].
[*] Στον ανωτέρω αναφερόμενο συνεξεταστή αποδίδονται τα περισσότερα συμπτώματα του Platina. Λήφθηκαν από μια proving (δοκιμασία φαρμάκου) που εκείνος πραγματοποίησε, κυρίως σε «ένα σωματικά και πνευματικά υγιές και ανθισμένο κορίτσι, αν και κάπως ευερέθιστο», το οποίο έλαβε δόσεις της 1ης τριτίωσης ισοδύναμες συνολικά με δύο έως τρεις κόκκους του μετάλλου. Τα αποτελέσματα αυτής της proving (δοκιμασίας φαρμάκου) δημοσιεύθηκαν αρχικά στον Τόμο Ι του Archiv. -Hughes.
PLATINA.
- Καταβεβλημένος, σιωπηλός, λυπημένος. [Gr.].
- Φαντάζεται ότι είναι εγκαταλελειμμένη και ότι στέκεται μόνη στον κόσμο. [Gr.].
- Άγχος, με τρόμο των χεριών και αναβρασμό θερμότητας. [Gr.].
- Άγχος και αίσθημα παλμών, ιδίως κατά τον περίπατο.
- [5] Το άγχος αισθάνεται συχνά ξαφνικά σε όλο το σώμα. [Gr.].
- Μεγάλο άγχος, με βίαιο παλμό, όταν επιθυμεί να μιλήσει σε παρέα· ώστε το να μιλά της είναι δύσκολο. [Gr.].
- Αγωνία σαν να πρόκειται να πεθάνει, σαν να θα επακολουθούσε λιποθυμία, με τρόμο σε όλα τα άκρα, διακοπή της αναπνοής και έντονο παλμό. [Gr.].
- Αγωνιώδης και καταπιεσμένη γύρω από την καρδιά, και ευερέθιστη όλη την ημέρα. [Gr.].
- Αίσθημα σαν να θα πέθαινε σύντομα, με τρόμο στη σκέψη αυτή. [Gr.].
- [10] Αίσθημα σαν να θα πέθαινε σύντομα, με μεγάλη διάθεση για κλάμα και πραγματικό κλάμα. [Gr.].
- Μεγάλη ανησυχία του νου, ώστε δεν ξέρει πού να μείνει, με ζοφερότητα που χαλάει ακόμη και ό,τι θα έπρεπε να είναι πιο ευχάριστο· φαντάζεται ότι δεν είναι άξια για αυτόν τον κόσμο, ότι κουράστηκε από τη ζωή, αλλά έχει μεγάλο τρόμο από τον θάνατο που πιστεύει ότι πλησιάζει. [Gr.].
- Πολύ καταβεβλημένος και αδρανής, το πρωί (μετά από 48 ώ.). [Gr.].
- Σκυθρωπός και δυσαρεστημένος. [Gr.].
- Κακή διάθεση για πολύ καιρό, από ελαφρά ενόχληση· μιλά μόνο όταν είναι υποχρεωμένος· εξαιρετικά αγενής, απότομος και εριστικός. [Gr.].
- [15] Σε διένεξη με όλο τον κόσμο, όλα της είναι υπερβολικά στενά, με διάθεση για κλάμα. [Gr.].
- Ευαίσθητη διάθεση.
- Λυπημένη και σκυθρωπή, κάθεται μοναχή, χωρίς να μιλά, και δεν μπορεί να αποδιώξει τον ύπνο· έπειτα ασπαραγμός κλάμα, ιδίως όταν της απευθύνουν λόγο. [Gr.].
- Σιωπή και ακούσιο κλάμα, ακόμη και μετά την πιο φιλική προσφώνηση, ώστε η ίδια εκνευρίζεται γι' αυτό. [Gr.].
- Τάση για κλάμα και κλάμα, μετά από ήπιο έλεγχο. [Gr.].
- [20] Δακρύβρεχτη, ζοφερή διάθεση, ιδίως το βράδυ. [Gr.].
- Πολύ συγκινημένη, ιδίως το απόγευμα και το βράδυ. [Gr.].
- Πολύ μεγάλη τάση για κλάμα, και ευερέθιστη· συχνά πρέπει να κλάψει ακούσια· αυτό την ανακουφίζει. [Gr.].
- Τάση για κλάμα και ζοφερότητα, χειρότερα στο δωμάτιο, καλύτερα στον καθαρό αέρα. [Gr.].
- Πολύ μεγάλη τάση για κλάμα, και υπερβολικά επηρεασμένη από την ελάχιστη αφορμή.
- [25] Λυπημένη και σκυθρωπή το πρώτο πρωί· το επόμενο πρωί απροσδιόριστα ευτυχισμένη, ιδίως στον καθαρό αέρα, ώστε ένιωθε σαν να θέλει να αγκαλιάσει όλους και θα μπορούσε να είχε γελάσει με τα πιο λυπημένα πράγματα. [Gr.].
- Πολύ σοβαρή και σιωπηλή την πρώτη ημέρα· την επόμενη ημέρα όλα της φαίνονται αστεία και γελοία. [Gr.].
- Μεγάλη ευθυμία, ώστε θα μπορούσε να είχε χορέψει, μισή ώρα μετά το κλάμα. [Gr.].
- Καταρχάς μεγάλη ευθυμία για δύο ημέρες· όλα φαίνονται χαρούμενα, θα μπορούσε να είχε γελάσει με τα πιο λυπημένα πράγματα· έπειτα την τρίτη ημέρα μεγάλη λύπη, το πρωί και το βράδυ, με κλάμα, ακόμη και για χαρούμενα και γελοία θέματα, επίσης όταν της απευθύνουν λόγο. [Gr.].
- Ακούσια τάση για σφύριγμα και τραγούδι. [Gr.].
- [30] Ενώ ο νους είναι εύθυμος, το σώμα υποφέρει, και αντίστροφα, όταν ο νους είναι ταραγμένος, το σώμα αισθάνεται καλά. [Gr.].
- Αίσθηση αυξημένης δύναμης, πνευματική ηρεμία και διάθεση για σκέψη. [Gr.].
- Πολύ οξύθυμος και εύκολα παθιάζει· θα μπορούσε να είχε ραβδίσει αθώα άτομα. [Gr.].
- Πολύ οξύθυμη και εκνευρισμένη από αθώα θέματα και λόγια· ώστε ενίοτε θα ήθελε να είχε χτυπήσει τον εαυτό της και τους φίλους της. [Gr.].
- Ασταθής νους. [Gr.].
- [35] Ψευδαίσθηση της φαντασίας· όταν εισέρχεται στο δωμάτιο μετά από περπάτημα μιας ώρας, όλα γύρω της φαίνονται πολύ μικρά και όλα τα πρόσωπα σωματικά και φυσικά κατώτερα από αυτήν, αλλά η ίδια μεγάλη και επιβλητική στο σώμα· το δωμάτιο της φαίνεται ζοφερό και δυσάρεστο· συνοδεύεται από άγχος, ζοφερή και οξύθυμη διάθεση, έναν στροβιλικό ίλιγγο και δυσφορία στο περιβάλλον της που πριν της ήταν ευχάριστο· στον καθαρό αέρα, στον ήλιο, όλα εξαφανίζονται αμέσως. [Gr.].
- Περιφρονητικό, ελεημονικό βλέμμα προς τα κάτω σε άτομα άλλοτε σεβαστά, με κάποια υποτίμηση, σε παροξυσμούς, ενάντια στη θέλησή της. [Gr.].
- Κατά αυτήν την ιδιοτροπία της περιφρόνησης, ξαφνικά λυσσώδης πείνα και πρόθυμο, βιαστικό φαγητό· στη συνηθισμένη ώρα του γεύματος δεν υπάρχει τότε όρεξη, τρώει χωρίς απόλαυση. [Gr.].
- Υπερήφανα, αλαζονικά συναισθήματα. [Gr.].
- Αδιάφορη, ψυχρή, αφηρημένη σε παρέα φίλων, στον καθαρό αέρα· απαντά μόνο όταν πρέπει, και αναλογίζεται μόνο μετά αν η απάντησή της ήταν κατάλληλη· οι σκέψεις της ήταν πάντα απόντες, χωρίς να έχει συνείδηση σε τι στρεφόταν. [Gr.].
- [40] Αδιαφορία· ένιωθε αδιάφορος ως προς το αν η απόντα σύζυγός του θα πέθαινε ή όχι. [Gr.].
- Νιώθει σαν να μην ανήκε καθόλου στην οικογένειά της· μετά από σύντομη απουσία όλα φαίνονται εντελώς αλλαγμένα. [Gr.].
- Αφηρημάδα· ακούει τις συζητήσεις, αλλά στο τέλος δεν ξέρει τίποτα γι' αυτές. [Gr.].
- Μεγάλη αφηρημάδα και λησμοσύνη· δεν ακούει καν όσα λέγονται μπροστά της, ακόμη και όταν της απευθύνουν έμφαση και επανειλημμένα. [Gr.].
- Απρόθυμη για πνευματική εργασία. [Gr.].
- [45] Θολό αίσθημα, ιδίως στο μέτωπο. [Gr.].
- Το κεφάλι αισθάνεται κατειλημμένο. [Gr.].
- Θαμπός, επώδυνος θόλος στο μέτωπο. [Gr.].
- Θαμπή, πιεστική κατάληψη του κεφαλιού, σαν να υπήρχε σανίδα μπροστά στο κεφάλι, συχνά. [Gr.].
- Ίλιγγος, σε παροδικές κρίσεις, σε στενή διαδοχή, το βράδυ ενώ στέκεται, σαν να θα έχανε τις αισθήσεις του. [Gr.].
- [50] Σοβαρός ίλιγγος, ώστε δεν τολμά να κινήσει τα μάτια της, περισσότερο την ημέρα παρά τη νύχτα, κυρίως με αίσθημα παλμών.
- Κεφαλαλγία, μετά τον ίλιγγο, σαν ξεσκίζωμα και κομμάτιασμα.
- Παροδική κεφαλαλγία, πάνω από το αριστερό φρύδι. [Gr.].
- Το κεφάλι πονά σαν σε σφιγκτήρα, με θαμπό πόνο. [Gr.].
- Τεντωμένο μουδιασμένο αίσθημα σε όλο το πρόσθιο κρανίο, σαν μετά από χτύπημα που εκτείνεται έως το ρινικό οστό. [Gr.].
- [55] Αίσθημα μούδιασμα στο πρόσθιο κρανίο, σαν συσφιγμένο σε θερμό, συνωστισμένο δωμάτιο· επιδεινωμένο έως σοβαρό θαμπό σκάψιμο, συμπιέζοντας το κεφάλι, με εκνευρισμένη ανυπομονησία και θερμότητα στο άνω μέρος του σώματος, ιδίως στο κεφάλι, σαν να θα ξέσπαγε ο ιδρώτας της αγωνίας· το βράδυ στον δροσερό αέρα αισθάνεται ασυνήθιστη θερμότητα, και όταν αρχίζει να περπατά, μια επώδυνη κρούση του εγκεφάλου, σαν από μπάλα που χτυπάει στο κρανίο· κατόπιν, ενώ κείτεται στο κρεβάτι, ένα φτερούγισμα στα αυτιά· τότε αποκοιμιέται, αφού οι πόνοι έχουν καταλαγιάσει. [Gr.].
- Ένας σπασμωδικός συσπασμός πετά ξαφνικά από τον δεξιό κρόταφο στον αριστερό· έπειτα αίσθημα μούδιασμα, σαν το κεφάλι να ήταν επιδέσιμο υπερβολικά σφιχτά, με τρεμούλιασμα και στις δύο πλευρές του κεφαλιού. [Gr.].
- Πόνος σαν κράμπα στον δεξιό κρόταφο, το απόγευμα. [Gr.].
- Πόνος σαν κράμπα στο μέτωπο, σαν να ήταν σε σφιγκτήρα. [Gr.].
- Σπασμωδικό ελκτικό στένεσμα στο κεφάλι, περιστασιακά, ιδίως γύρω από το μέτωπο· αρχίζει αδύναμο, αυξάνει σε βία, κατόπιν πάλι μειώνεται. [Gr.].
- [60] Σπασμωδική πίεση, προς τα μέσα, στον κρόταφο. [Gr.].
- Σπασμωδική τάση στους κροτάφους, σαν να ήταν σε σφιγκτήρα. [Gr.].
- Συμπίεση του μετώπου, σε παροξυσμούς. [Gr.].
- Βίαιη πίεση στο μέτωπο, σαν όλα να έβγαιναν έξω, με αίσθημα φορτίου πάνω στο κεφάλι, που έκλεινε τα μάτια και πίεζε δάκρυα έξω· επιδεινωμένη από κάμψη προς τα εμπρός και από την ελάχιστη κίνηση του κεφαλιού· πριν από την κρίση, υπάρχει μεγάλη αγωνία γύρω από την καρδιά, έπειτα αισθάνεται σαν να χτυπήθηκε στο μέτωπο, ώστε δεν μπορεί να μιλήσει· με αυξανόμενη αγωνία, με καύσικο πυρετό και έντονο ερυθρότητα του προσώπου και βίαιη δίψα, με αυξημένη κεφαλαλγία έως τις δέκα η ώρα· αυτό επαναλήφθηκε για αρκετές ημέρες περίπου την ίδια ώρα. [Gr.].
- Παροδική πίεση προς τα μέσα, στο μέσο της κορυφής. [Gr.].
- [65] Θαμπή, ξαφνική πίεση προς τα μέσα στην αριστερή πλευρά του μετώπου (μετά από 3 ώ.). [Gr.].
- Κυματισμένη πίεση προς τα μέσα στον αριστερό κρόταφο. [Gr.].
- Πίεση κάτω από τη δεξιά μετωπιαία απόφυση, αυξανόμενη και μειούμενη σε παροξυσμούς. [Gr.].
- Πιεστική κεφαλαλγία, σαν να υπήρχε νερό στο κεφάλι της, την ξυπνά τα μεσάνυχτα· συνοδεύεται από μεγάλη ξηρότητα και σοβαρό ξύσιμο στον λαιμό, μεγάλη οξυθυμία και γενική εφίδρωση σε μεγάλες σταγόνες, ιδίως στο πρόσωπο. [Gr.].
- Πίεση, με θαμπό σκάψιμο, στο αριστερό μισό του μετώπου, μετά το δείπνο, ενώ περπατά στον καθαρό αέρα, και κατόπιν συνεχιζόμενη και στο δωμάτιο. [Gr.].
- [70] Ξαφνικός θλιπτικός πόνος σε μικρό σημείο στο αριστερό βρεγματικό οστό. [Gr.].
- Θαμπή πίεση στο δεξιό βρεγματικό οστό σαν να ήταν καρφωμένο σε αυτό ένας πάσσαλος. [Gr.].
- Πιεστικός πόνος σαν κράμπα στον αριστερό κρόταφο, αρχίζοντας ήπια, αυξανόμενος και μειούμενος. [Gr.].
- Πόνος σαν από χτύπημα στην δεξιά πρόσθια πλευρά του κεφαλιού. [Gr.].
- Παροδικός πόνος σαν από θλίψη, στη δεξιά μετωπιαία απόφυση. [Gr.].
- [75] Σπασμωδικό έλκος από την αριστερή πλευρά του ινίου προς την κάτω γνάθο, μέσα από το κεφάλι. [Gr.].
- Σπασμωδικό έλκος στις δεξιές και αριστερές πλευρές του κεφαλιού. [Gr.].
- Έλκος από την αριστερή πλευρά του μετώπου στον κρόταφο, όπου πιέζει. [Gr.].
- Αιχμηρές σουβλιές στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού, το βράδυ στο κρεβάτι. [Gr.].
- Μοναδικές θαμπές σουβλιές στο πρόσθιο κρανίο. [Gr.].
- [80] Θαμπό, διαβρωτικό κάψιμο σε μικρό σημείο του αριστερού βρεγματικού οστού, σε παροξυσμούς. [Gr.].
- Καύσικο τσίμπημα σαν από βελόνα στον αριστερό κρόταφο, που φεύγει με το ξύσιμο. [Gr.].
- Βίαιο σκάψιμο στο μέσο του μετώπου που γίνεται σταδιακά λιγότερο και εξαφανίζεται. [Gr.].
- Στην κορυφή του κρανίου, θαμπός πόνος, σαν το τριχωτό να συσπάται και σαν ένα βαρύ βάρος να βρισκόταν πάνω του (μετά από ½ ώ.). [Gr.].
- Μυρμήγκιασμα, σαν φορμικήκωση στον δεξιό κρόταφο, έπειτα κάτω από την πλευρά της κάτω γνάθου, με αίσθημα ψύχους. [Gr.].
- [85] Κάψιμο στο κεφάλι. [Gr.].
- Επώδυνο έλκος σε διάφορα μέρη του κεφαλιού. [Gr.].
- Ευαισθησία των επιπολής ιστών του κεφαλιού, αφόρητη, τη νύχτα, σαν να κείτονταν πάνω σε σκληρές πέτρες· έπρεπε να καθίσει όρθιος.
- Ένα ρίγος διατρέχει το ινίο έως το μάγουλο, όπου υπάρχει θαμπός καύσικος πόνος· έπειτα υπάρχει ένα έλκος σε ένα κοίλο δόντι. [Gr.].
- Πάνω από τη δεξιά κόγχη, μια κυματισμένη, ναρκωτική πίεση. [Gr.].
- [90] Διαλείποντας πόνος σαν κράμπα, δίπλα στην εξωτερική άκρη της δεξιάς κόγχης. [Gr.].
- Πόνος σαν μετά από χτύπημα, στο τόξο της δεξιάς κόγχης. [Gr.].
- Διαβρωτικό ξύσιμο, σαν τριμμένο ανοιχτό, στο άνω χείλος της κόγχης. [Gr.].
- Τεντωμένος πόνος στο άνω χείλος των κόγχων και στους βολβούς των ματιών που αισθάνονται συμπιεσμένοι. [Gr.].
- Καύσικο αίσθημα θερμότητας στα μάτια, με υπνηλία, σαν να θα έκλειναν· με το κλείσιμο των ματιών, λιγότερος πόνος· όταν κοιτάζει προσεκτικά ένα αντικείμενο, αίσθημα σαν να μαζευόταν νερό σε αυτά· περισσότερο στο δωμάτιο παρά στον καθαρό αέρα. [Gr.].
- [95] Υπνωτική πίεση στα μάτια, το πρόωρο, χωρίς τάση για ύπνο (μετά από 2 ώ.). [Gr.].
- Συχνή φορμικήκωση στον δεξιό κανθό· πρέπει να το τρίβει. [Gr.].
- Διάβρωση και αίσθημα ψύχους στο δεξιό μάτι. [Gr.].
- Τρεμούλιασμα των βλεφάρων. [Gr.].
- Αίσθημα σαν ένας κόκκος άμμου να είχε μπει στο δεξιό μάτι· πρέπει να ανοιγοκλείνει το βλέφαρο. [Gr.].
- [100] Ανώδυνο έλκος γύρω από το αριστερό μάτι, με θολότητα της όρασης σαν μέσα από γάζα, και ένα αίσθημα σαν το μάτι να ήταν κολλημένο σφιχτά. [Gr.].
- Πόνος των ματιών το βράδυ στο φως του κεριού, και όταν κοιτάζει προσεκτικά κάτι· πρώτα φαγούρα, ώστε πρέπει να τρίβει, έπειτα αρχίζουν να πυοποιούνται, είναι πολύ επώδυνα· υπάρχει μια λάμψη και τρεμούλιασμα μπροστά τους, ώστε δεν βλέπει τίποτα και πρέπει να κλείσει τα μάτια της, οπότε αποκοιμιέται. [Gr.].
- Τεντωμένος, σπασμωδικός πόνος στο αυτί, και στα δύο αυτιά. [Gr.].
- Ξεσκίζωμα, έλκος και θαμπό κάψιμο στο δεξιό αυτί, ένα είδος τεντωμένου πόνου. [Gr.].
- Θαμπό κάψιμο στον δεξιό ακουστικό πόρο, σε παροξυσμούς. [Gr.].
- [105] Θαμπά καυτά σπασμωδικά τινάγματα στο δεξιό εξωτερικό αυτί, με αίσθημα μούδιασμα και ψύχους, που εκτείνεται μέσα από το μάγουλο στα χείλη. [Gr.].
- Αίσθημα σαν κρύος αέρας να τραβούσε μέσα στο δεξιό αυτί. [Gr.].
- Καύσικη θερμότητα των αυτιών, αισθητή και εξωτερικά, με ερυθρότητα. [Gr.].
- Σκάψιμο στο δεξιό αυτί και σπασμωδικό έλκος στο αριστερό αυτί. [Gr.].
- Διαβρωτικό ξύσιμο γύρω από το αριστερό λοβίο του αυτιού· πρέπει να τρίβει. [Gr.].
- [110] Διαβρωτική φορμικήκωση στον δεξιό ακουστικό πόρο. (μετά από 1 ώ.). [Gr.].
- Βούισμα στα αυτιά.
- Βούισμα στα αυτιά, έπειτα ξεσκίζωμα σε αυτά. [Gr.].
- Δυνατό βούισμα και φορμικήκωση στο δεξιό αυτί, για κάποιο διάστημα. [Gr.].
- Κελάηδισμα στα αυτιά, με σουβλιές στο κεφάλι.
- [115] Φτύσιμο (όπως των γάτων) στα αυτιά, σαν να ήταν βουλωμένα, επιδεινωμένο από τον ελάχιστο θόρυβο, ώστε ακούει με δυσκολία τα προφορικά λόγια.
- Βουητό στο δεξιό αυτί. [Gr.].
- Ήχος ορμής στο δεξιό αυτί, σαν από το πτέρωμα μεγάλου πτηνού. [Gr.].
- Φτερούγισμα και θαμπό κύλισμα στα αυτιά κάθε πρωί, και αργότερα επίσης κάθε βράδυ μετά το κατάκλιση, για αρκετές εβδομάδες, την ίδια ώρα. [Gr.].
- Φτερούγισμα στο δεξιό αυτί, με ένα σπασμωδικό πιεστικό θολό αίσθημα του κεφαλιού. [Gr.].
- [120] Βροντερά σπασμωδικά τινάγματα στο δεξιό αυτί, σαν τον βρόχο μακρινών κανονιών. [Gr.].
- Στη μύτη, διάβρωση, σαν από κάτι καυστικό.
- Σπασμωδικοί πόνοι στη δεξιά πλευρά του ρινικού οστού, με μουδιασμένο αίσθημα. [Gr.].
- Σπασμωδικά τιναγματάκια στην αριστερή ρινική πτέρυγα, σε ρυθμικά διαστήματα. [Gr.].
- Τράβηγμα στη μύτη, πάνω από την αριστερή ρινική πτέρυγα, σαν να τραβιόταν από μια τρίχα, έπειτα αίσθημα μούδιασμα, σαν μια τρίχα να είχε ξεριζωθεί. [Gr.].
- [125] Πρόσωπο, ωχρό και βυθισμένο. [Gr.].
- Ωχρή, αξιοθρήνητη όψη· για αρκετές ημέρες. [Gr.].
- Έντονη θερμότητα του προσώπου· τα μάτια έκαιγαν και φαγούριζαν βίαια.
- Καύσικη θερμότητα του προσώπου με λαμπερή ερυθρότητα, με μεγάλη ξηρότητα του στόματος, με βίαιη δίψα, πιεστική κεφαλαλγία, και ζαλισμένο τρεμούλιασμα μπροστά στα μάτια, με δακρύρροια· για αρκετά βράδια· από τις 5 έως τις 9 η ώρα. [Gr.].
- Θερμότητα του προσώπου και όλου του κεφαλιού, ζεστήνο και θαμπός πόνος στο μέτωπο· δεν μπορεί να συγκρατηθεί. [Gr.].
- [130] Αίσθημα ψύχους, φορμικήκωση και μούδιασμα σε όλη τη δεξιά πλευρά του προσώπου. [Gr.].
- Σπασμωδικό, επώδυνο αίσθημα μούδιασμα στο αριστερό ζυγωματικό. [Gr.].
- Τεντωμένο αίσθημα μούδιασμα στα ζυγωματικά και στις μαστοειδείς αποφύσεις, σαν το κεφάλι να ήταν σε σφιγκτήρα. [Gr.].
- Θαμπή, ναρκωτική πίεση στο δεξιό ζυγωματικό και σε εκείνο το μισό της μύτης. [Gr.].
- Θαμπή πίεση σαν από θλίψη στην αριστερή μαστοειδή απόφυση, όταν πιέζει πάνω της. [Gr.].
- [135] Καύσικη λεπτή σουβλιά στο αριστερό μάγουλο· πρέπει να ξύσει. [Gr.].
- Κνησμόβουλη σουβλιά στο δέρμα του μαγούλου, σαν από σκαρφί, που φεύγει αμέσως με το τρίψιμο. [Gr.].
- Διάβρωση στα μάγουλα· ξαναεμφανίζεται σύντομα, μετά το ξύσιμο, στο οποίο παρακινεί. [Gr.].
- Στο πηγούνι, κάτω από τη γωνία του στόματος, θαμπό, επώδυνο αίσθημα ψύχους. [Gr.].
- Στο άνω χείλος, διαλείποντα, σπασμωδικά τιναγματάκια, το πρωί, στο κρεβάτι. [Gr.].
- [140] Πληγή-ξύσιμο γύρω από το στόμα, που παρακινεί σε ξύσιμο, σαν μετά το ξύρισμα με θαμπό ξυράφι. [Gr.].
- Υδατώδη φυσαλίδες στην εξωτερική άκρη του κάτω χείλους, με έξαψη-πόνο (μετά από 6 ώ.). [Gr.].
- Μια φυσαλίδα στην εσωτερική άκρη του άνω χείλους, με βίαιο κάψιμο-πόνο μόνο όταν αγγίζεται. [Gr.].
- Ξηρό άνω χείλος, σαν καμένο. [Gr.].
- Μεγάλη ξηρότητα και τραχύτητα των χειλιών. [Gr.].
- [145] Απολέπιση των χειλιών και αιμορραγία, για πολλές ημέρες, με βίαιο αποξεστικό πόνο στον καθαρό αέρα. [Gr.].
- Αποξεστικό τραύμα στο κάτω χείλος, ακριβώς κάτω από το ερυθρό χείλος, σαν τριμμένο πληγή. [Gr.].
- Διάβρωση στην εσωτερική πλευρά του χείλους, με επώδυνο αίσθημα χαλαρότητας των άνω δοντιών. [Gr.].
- Διάβρωση στην εσωτερική επιφάνεια του κάτω χείλους και στα ούλα και των δύο γνάθων. [Gr.].
- Στο πηγούνι, τεντωμένο αίσθημα μούδιασμα, σαν σε σφιγκτήρα. [Gr.].
- [150] Θαμπά τινάγματα στο πηγούνι, σαν να χτυπήθηκε προς τα πάνω. [Gr.].
- Αργά διαλείποντες θαμπές ωθήσεις στο κάτω μέρος του πηγουνιού. [Gr.].
- Πληγή, διαβρωτικό ξύσιμο στο πηγούνι· πρέπει να το τρίβει. [Gr.].
- Μικρό γαλαζοκόκκινο πλέγμα φλεβών στο πηγούνι, σαν από κιρσοειδή φυσαλίδες, χωρίς πόνο, για αρκετές ημέρες. [Gr.].
- Στην κάτω γνάθο στην αριστερή πλευρά, ένας σπασμωδικός πόνος. [Gr.].
- [155] Σπασμωδικός πόνος στην κάτω άκρη της κάτω γνάθου, αμετάβλητος με την κίνηση. [Gr.].
- Οδονταλγία με παροδικό, σπασμωδικό έλκος μέσα από τις κάτω και άνω σειρές των δοντιών. [Gr.].
- Μουδιασμένος πόνος στην αριστερή κάτω σειρά δοντιών, το πρωί μετά την έγερση. [Gr.].
- Συνεχές, σκαφτικό έλκος σε ένα κοίλο τομέα και σε ένα υγιές. [Gr.].
- Έλκος και σφιγμός σε έναν γομφίο, πρώτα στην άνω, έπειτα στην κάτω σειρά, σαν να ήταν κοίλος. [Gr.].
- [160] Σπασμωδικό έλκος, πρώτα στη δεξιά πλευρά του αυχένα, έπειτα σε ένα κοίλο δόντι, τέλος στο αυτί, όπου υπάρχει ένα θαμπό σπασμωδικό κάψιμο. [Gr.].
- Το στόμα του όλη την ημέρα αισθάνεται κολλώδες και βλεννώδες, ιδίως μετά το φαγητό, επίσης το πρωί, συνοδευόμενο από αρκετή κακή διάθεση. [Gr.].
- Σύναξη νερού στο στόμα, ενίοτε. [Gr.].
- Κάψιμο κάτω από τη γλώσσα ή επίσης στη δεξιά της πλευρά. [Gr.].
- Φορμικήκωση στη γλώσσα. [Gr.].
- [165] Αίσθημα στην άνω πλευρά της γλώσσας σαν καμένη, πολύ αυξημένο με το τρίψιμο πάνω της με τα δόντια. [Gr.].
- Ξύσιμο στον λαιμό σαν ωμό, το βράδυ, μετά το κατάκλιση και την επόμενη ημέρα, ενίοτε με παρακίνηση σε βήχα ξηρό. [Gr.].
- Επώδυνο αίσθημα ωμότητας στον λαιμό, σαν ένα κομμάτι δέρματος να κρεμόταν κάτω, όταν δεν καταπίνει και κατά την κενή κατάποση. [Gr.].
- Αποξεστικό τραύμα, σαν ωμό και πληγή στο δεξιό μισό του ουρανίσκου, με μυρμήγκιασμα στο αριστερό ρουθούνι. [Gr.].
- Ξύσιμο στον λαιμό, σαν για ρινίτιδα, ή σαν από φαγητό έξαψη-προκαλούν· πρέπει συχνά να καθαρίζει τον λαιμό της, προκαλώντας κάψιμο-πόνο. [Gr.].
- [170] Ένας ελαφρύς πόνος στον λαιμό περνά γρήγορα ως αίσθημα βαρύτητας που διαπερνά το κεφάλι. [Gr.].
- Σπασμωδικό έλκος στον λαιμό, γύρω από το υοειδές οστό, σαν όλα να ήταν συσφιγμένα. [Gr.].
- Πίεση στον λαιμό, σαν να συσφιγόταν. [Gr.].
- Αίσθημα σαν τη σταφυλή να ήταν επιμηκυσμένη. [Gr.].
- Επώδυνο οίδημα στη δεξιά αμυγδαλή.
- [175] Βλέννα στον λαιμό, περιστασιακά, κατά το ξύσιμο· πρέπει να καθαρίζει τον λαιμό της. [Gr.].
- Γλυκιά γεύση στην άκρη της γλώσσας. [Gr.].
- Σχεδόν συνεχώς πεινασμένος.
- Έλλειψη όρεξης. [Gr.].
- Αποστρέφεται το φαγητό, συνοδευόμενο από κλαμένη διάθεση. [Gr.].
- [180] Υπάρχει απόλαυση για τα πρώτα ψωμάκια, αλλά σύντομα πληρότητα και κορεσμός. [Gr.].
- Χορταίνει αμέσως το βράδυ, λόγω μεγάλης λύπης· αργότερα τρώει. [Gr.].
- Αν και έχει επιθυμία για καπνό, δεν υπάρχει απόλαυση, και σύντομα υπάρχει αποστροφή γι' αυτόν. [Gr.].
- Μετά το γεύμα, τσίμπημα στην ομφαλική περιοχή σαν για διάρροια. [Gr.].
- Κενός ερευγισμός, το πρωί, πριν το πρωινό. [Gr.].
- [185] Συχνοί ερευγισμοί αέρα, οποιαδήποτε στιγμή. [Gr.].
- Κενοί ερευγισμοί, με πεινασμένο στομάχι (μετά από ¾ ώ.). [Gr.].
- Δυνατός ερευγισμός αέρα, πριν και μετά τα γεύματα. [Gr.].
- Λόξιγκας, ερευγισμός και αποβολή ανέμων μετά το φαγητό. [Gr.].
- Ξαφνικός ερευγισμός πικρογλυκού υγρού, που τον πνίγει, ώστε έπρεπε να βήξει, με μακρά συνεχιζόμενο ξύσιμο στον λαιμό· επίσης μετά το δείπνο. [Gr.].
- [190] Αίσθημα αποστροφής στην περιοχή του στομαχιού. [Gr.].
- Ναυτία και αδημονία στην περιοχή του στομαχιού, το πρωί. [Gr.].
- Ναυτία και αδημονία στο επιγάστριο πριν το φαγητό, η οποία κατόπιν κατεβαίνει στην κοιλιά με ελαφρύ τσίμπημα. [Gr.].
- Ναυτία, ενώ υπάρχει όρεξη για το φαγητό (το οποίο έχει κανονική γεύση). [Gr.].
- Συνεχής ναυτία, με μεγάλη κόπωση, άγχος και αίσθημα τρεμουλιάσματος σε όλο το σώμα, το πρόωρο. [Gr.].
- [195] Τάση για εμετό, χωρίς έμετο, επιδεινωμένη σε παροξυσμούς, με μεγάλη αδημονία και κόπωση των κάτω άκρων. [Gr.].
- Στην περιοχή του στομαχιού, ορατές σουβλιές, σαν μυϊκό υποτελές. [Gr.].
- Πίεση στο βάθος του στομαχιού, επίσης όταν αγγίζεται. [Gr.].
- Πίεση στο βάθος του στομαχιού μετά το φαγητό (ψωμί και βούτυρο), σαν από αχώνευτη τροφή. [Gr.].
- Πληρότητα στο στομάχι και την κοιλιά, το πρωί πριν το πρωινό, σαν από υπερφόρτωση του στομαχιού, με πολλούς κενούς ερευγισμούς. [Gr.].
- [200] Αίσθημα στο επιγάστριο, σαν να είχε καταπιεί υπερβολικό αέρα, με ανέβασμα έως το βάθος του λαιμού και άκαρπη προσπάθεια ερευγισμού, πολύ επιδεινωμένο σε κάθε κενή κατάποση. [Gr.].
- Διόγκωση του επιγαστρίου και του στομαχιού, με αίσθημα ξύσιμου και κομματιασμού στο στομάχι.
- Πιεστικός ελκτικός πόνος κάτω από το επιγάστριο, σαν από διάστρεμμα σε άρση βάρους. [Gr.].
- Συσπαστικός πόνος γύρω από το επιγάστριο, σαν δεμένο υπερβολικά σφιχτά ώστε δεν μπορούσε να αναπνεύσει. [Gr.].
- Επώδυνο αίσθημα γύρω από το επιγάστριο, σαν δεμένο υπερβολικά σφιχτά, με τάση να φάει, σαν αυτό θα το έκανε να φύγει. [Gr.].
- [205] Καταπίεση γύρω από το επιγάστριο, ανεπηρέαστη από την αναπνοή. [Gr.].
- Τσίμπημα στην προκαρδιακή περιοχή, αμέσως ακολουθούμενο από πίεση προς τα κάτω προς το υπογάστριο, σαν ανεμοφυσικό σκάψιμο· έφυγε μόνο μετά από κίνηση ανέμων, οι οποίοι όμως δεν αποβλήθηκαν παρά αργότερα και με δυσκολία· το αίσθημα στη βουβωνική χώρα επανερχόταν συνεχώς με τη διάταση της κοιλιάς. [Gr.].
- Μυρμήγκιασμα στο βάθος του στομαχιού, που εκτείνεται έως τον λαιμό, σαν από κατάποση πτερωτής σκόνης· έπρεπε να κάνει εμετό. [Gr.].
- Κνησμόβουλη συστροφή στην περιοχή του στομαχιού· φεύγει με την τριβή. [Gr.].
- Ζύμωση στην περιοχή του στομαχιού.
- [210] Θαμπό, σφυροκοπητικό χτύπημα μέσα και δίπλα στο επιγάστριο, πάνω σε έναν χόνδρο πλευράς (αμέσως). [Gr.].
- Βίαιες σουβλιές στη δεξιά πλευρά, δίπλα στο επιγάστριο. [Gr.].
- Θαμπές ωθήσεις στο επιγάστριο. [Gr.].
- Βίαιες, θαμπές καυτές ωθήσεις στο επιγάστριο, σε αργούς παροξυσμούς (μετά από ¼ ώ.). [Gr.].
- Ξύσιμο και συστροφή στο στομάχι, το πρωί, με λυσσώδη πείνα και σύναξη νερού στο στόμα· δεν ανακουφίζεται με το φαγητό. [Gr.].
- [215] Πόνος στην κοιλιά, προς το πρωί, επιδεινωμένος όταν ανασηκώνεται στο κρεβάτι, και κατόπιν σταδιακά παύοντας. [Gr.].
- Κοιλιά πολύ διογκωμένη το βράδυ.
- Διατεταμένη κοιλιά μετά το δείπνο. [Gr.].
- Σπασμωδική διάταση της κοιλιάς, σε διάφορα μέρη, σαν μεγάλες φυσαλίδες, σε άλλα σημεία σπασμωδικό έλκος προς τα μέσα και βύθιση της κοιλιάς.
- Αίσθημα σε όλη την κοιλιά, σαν δεμένη υπερβολικά σφιχτά. [Gr.].
- [220] Όλη η κοιλιά τσιμπιέται μαζί στην ομφαλική περιοχή· αυτό εκτείνεται στην πλάτη. [Gr.].
- Επώδυνο τσίμπημα μαζί κάτω από τις αριστερές ψευδοπλευρές. [Gr.].
- Σπασμωδικό τσίμπημα, τώρα εδώ, τώρα εκεί, στην κοιλιά. [Gr.].
- Σπασμωδικό έλκος στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς, με κάποια παύση της αναπνοής. [Gr.].
- Τσίμπημα στην ομφαλική περιοχή, σαν από αρχόμενη διάρροια. [Gr.].
- [225] Σπασμωδικό τσίμπημα και στις δύο πλευρές της κοιλιάς, ανακουφιζόμενο από την αποβολή ανέμων. [Gr.].
- Κοπή και τσίμπημα γύρω από τον ομφαλό σαν από ανεμοφυσία· αυτό κατόπιν τραβά προς τα κάτω, με ώθηση για κόπρανα και αποβολή ανέμων. [Gr.].
- Κοπτικός πόνος πετά γρήγορα μέσα από την κοιλιά, ακολουθούμενος από κόπωση στα γόνατα. [Gr.].
- Έλκος μέσα από την κοιλιά, από το στήθος προς τις βουβωνικές χώρες, μαζεύοντας στα γεννητικά όργανα με πόνους. [Gr.].
- Συστροφή γύρω από τον ομφαλό, με καταπίεση της αναπνοής και τρεμουλιαστό αίσθημα σε όλο το σώμα. [Gr.].
- [230] Πολύ επώδυνη σουβλιά, βαθιά στην κοιλιά, πάνω από τον ομφαλό, όταν ανασηκώνεται ξαφνικά μετά από ανατολή. [Gr.].
- Θαμπές σουβλιές στο μέσο του ομφαλού. [Gr.].
- Θαμπές διαλείποντες ωθήσεις στην κοιλιά, ακριβώς κάτω από τις ψευδοπλευρές. [Gr.].
- Σουβλιές στην κοιλιά, το πρωί.
- Λεπτό κάψιμο στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς, όταν κείτεται πάνω της, περνά εμπρός στην ομφαλική περιοχή και στην αριστερή πλευρά· επιδεινωμένο από το να κείται στην αριστερή πλευρά. [Gr.].
- [235] Πόνος στην κοιλιά σαν από τρόμο, μετά από αίσθημα άγχους σε όλη την κοιλιά· με ώθηση σαν για διάρροια, αν και αποβάλλονται μόνο με μεγάλη προσπάθεια μερικά συνηθισμένα κόπρανα. [Gr.].
- Ελαφρύ κάψιμο γύρω από τον ομφαλό. [Gr.].
- Ξαφνικό κάψιμο που κατεβαίνει βίαια στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς. [Gr.].
- Καύσικο αίσθημα σε μικρό σημείο της αριστερής πλευράς της κοιλιάς, σε παροξυσμούς. [Gr.].
- Εξωτερικά σε μικρό σημείο της κοιλιάς, παροδικά τιναγματάκια, σαν θαμπή ώθηση (αμέσως). [Gr.].
- [240] Θαμπός πόνος, σαν από ώθηση, στο μέσο της κοιλιάς, κάτω από τον ομφαλό. [Gr.].
- Θαμπή πίεση σε μια αριστερή ψευδοπλευρά· με πόνο σαν από χτύπημα ή πτώση, μετά την πίεση πάνω της. [Gr.].
- Χτύπημα, σαν θαμπές ωθήσεις, πάνω σε μια κάτω αληθή πλευρά. [Gr.].
- Κίνηση μέσα στην κοιλιά, σαν το σκάψιμο ανέμων. [Gr.].
- Γουργούρισμα στο επιγάστριο, το πρωί πριν το πρωινό. (μετά από ½ ώ.). [Gr.].
- [245] Κόκορας στην κοιλιά, το πρωί πριν το πρωινό, σαν από υγρό, με τσιμπητή ανησυχία στα έντερα. (7η ημ.). [Gr.].
- Οι άνεμοι αποβάλλονται μόνο με δυσκολία και λιγοστά, και πάντα συνοδεύοντας τα κόπρανα. [Gr.].
- Ένας άνεμος αποβάλλεται με αίσθημα σαν να θα επακολουθούσε διάρροια. [Gr.].
- Σύντομη, απότομη αποβολή ανέμων, συνήθως μόνο με προσπάθεια των κοιλιακών μυών. [Gr.].
- Συχνή αποβολή άοσμων ανέμων. [Gr.].
- [250] Πολλή αποβολή ανέμων κατά τη διάρκεια της ημέρας.
- Δυσκοιλιότητα, ακόμη και διαρκείας αρκετών ημερών. [Gr.].
- Συνεχής τένεσμος. [Gr.].
- Συχνή ώθηση, με λίγα κόπρανα, που αποβάλλονται μόνο σε σβώλους μετά από σοβαρή πίεση, με επώδυνο αίσθημα αδυναμίας και αίσθημα τούργου στους κοιλιακούς μύες. [Gr.].
- Άκαρπη ώθηση για κόπρανα. [Gr.].
- [255] Τα κόπρανα είναι δύσκολα, με πολλούς κολικούς, κάψιμο και προβολή των κιρσών του πρωκτού.
- Σκληρυμένα κόπρανα, σαν καμένα, με ελαφριά ώθηση πριν και μετά. [Gr.].
- Ολιγοστής αποβολή σκληρού κοπράνου, συνοχώμενου σαν πηλός, μετά από μακρά πίεση και σφίξιμο των κοιλιακών μυών (μετά από 2 ώ.). [Gr.].
- Πηκτόμορφα κόπρανα το πρωί, μισοχωνευμένα και κάπως αιματηρά, έπειτα αυξημένη τάση στο αριστερό υποχόνδριο και στο ιερό οστό.
- Πηκτόμορφα κόπρανα, το βράδυ, με αποβολή ασκαριδών.
- [260] Με ώθηση για κόπρανα, αποβάλλεται ένα κομμάτι ταινίας (σκώληκα).
- Κόπρανα κάθε δύο ημέρες, με πολλή πίεση και ενίοτε με αίμα.
- Κόπρανα μάλλον λεπτά, με ελαφρύ σφίξιμο στον πρωκτό πριν και μετά. [Gr.].
- Κόπρανα λεπτότερα από το συνηθισμένο, περνώντας γρήγορα και βίαια. [Gr.].
- Βίαιη, θορυβώδης αποβολή κοπράνων, μετά το δείπνο, πρώτα λεπτά, έπειτα σφιχτά, με πιο έντονη ώθηση, σε κομμάτια που πρέπει να στύβονται ένα-ένα, τόσο ξηρά ώστε να είναι σχεδόν εύθραυστα· μετά την αποβολή, τρέμουλο και ρίγος ιδίως στον κορμό, και μετά την έγερση, ελαφρύς πόνος και αίσθημα αδυναμίας γύρω από τον ομφαλό. [Gr.].
- [265] Ακόμη και όταν τα κόπρανα δεν είναι σκληρά, σοβαρό σφίξιμο και κατόπιν κάθε φορά, μια βίαιη σουβλιά στον πρωκτό, με επακόλουθο σπασμωδικό συσπασμό των γλουτών, που εκτείνεται προς το ιερό οστό· πρέπει να σταματήσει το σφίξιμο, λόγω του πόνου. [Gr.].
- Μετά την αποβολή κοπράνων και ούρων, τρέμει με ρίγος στο κεφάλι, το στήθος και τα χέρια (μετά από 2 ώ.). [Gr.].
- Πολλή αποβολή αίματος από τον πρωκτό.
- Μυρμηκτικός τένεσμος στον πρωκτό, σαν από διάρροια, κάθε βράδυ πριν τον ύπνο, περίπου την ίδια ώρα. [Gr.].
- Μυρμήγκιασμα και κνησμός στον πρωκτό, το βράδυ, σαν από ασκαρίδες, για τρεις εβδομάδες. [Gr.].
- [270] Κάψιμο στο ορθό, κατά τα κόπρανα, και κατόπιν έντονος κνησμός εκεί.
- Σοβαρές θαμπές σουβλιές, πρόσθια στο ορθό, ώστε αισθάνεται να θέλει να ουρλιάξει. [Gr.].
- Παροδικό αίσθημα σαν από διάρροια, πάνω στο ορθό· φεύγει μετά την αποβολή ανέμων. [Gr.].
- Βίαιη πίεση στο ορθό, χωρίς κόπρανα. [Gr.].
- Τα ούρα ρέουν αργά, αλλά πρέπει να ουρεί συχνά.
- [275] Ωχροκίτρινα ούρα, το πρωί· το απόγευμα, διαυγή σαν νερό. [Gr.].
- Πολύ κόκκινα ούρα, με λευκά σύννεφα.
- Τα ούρα γίνουν θολά και χρωματίζουν κόκκινα τα τοιχώματα του δοχείου.
- Δίπλα στα όργανα, ένα διαβρωτικό ξύσιμο, σαν τριμμένο ανοιχτό. [Gr.].
- Στο όσχεο, συχνά ένα διαβρωτικό ξύσιμο, σαν τριμμένο ανοιχτό, ώστε συχνά πρέπει να αλλάζει τη θέση του· ακόμη και ενώ κείτεται στο κρεβάτι· για πολλές ημέρες. [Gr.].
- [280] Στύσεις προς το πρωί. [Gr.].
- Συνεχείς στύσεις στον ύπνο, με ερωτικά όνειρα (μετά από 6 ημ.). [Gr.].
- Συνεχείς νυχτερινές στύσεις, χωρίς εκσπερμάτιση και χωρίς άσεμνα όνειρα. [Gr.].
- Συνουσία με πολύ λίγη απόλαυση, και πολύ σύντομη.
- Και στις δύο βουβωνικές χώρες, ένας επώδυνος έλκος, σαν να θα ερχόταν η έμμηνος ρύση. [Gr.].
- [285] Πίεση στο υπογάστριο, με αδημονία, σαν πριν την εμφάνιση της εμμήνου ρύσης. [Gr.].
- Επώδυνη πίεση προς τα κάτω προς τα γεννητικά όργανα, σαν για την έμμηνο ρύση, ενίοτε με τένεσμο, έλκος μέσα από τις βουβωνικές χώρες πάνω από τα ισχία έως το ιερό οστό, όπου υπάρχει ένας μακρά διαρκής πόνος. [Gr.].
- Επώδυνη ευαισθησία και συνεχής πίεση στο όρος της Αφροδίτης και στα γεννητικά όργανα, με εσωτερικό, σχεδόν συνεχή τρεμούμενο ρίγος, και ένα ψύχος αισθητό εξωτερικά (εκτός στο πρόσωπο). [Gr.].
- Στη σκληρυμένη μήτρα, σπασμός και κάψιμο.
- Το βράδυ στο κρεβάτι, η ώθηση για την έμμηνο ρύση εξαφανίζεται αμέσως, αλλά επανέρχεται πάλι το πρωί, αμέσως μετά την έγερση. [Gr.].
- [290] Κοπή στο υπογάστριο, σαν για την έμμηνο ρύση, με ελκτική κεφαλαλγία (αμέσως). [Gr.].
- Την δεύτερη ημέρα της εμμήνου ρύσης, κολικός, έπειτα πίεση-κάτω στις βουβωνικές χώρες, εναλλασσόμενη με πίεση στα γεννητικά όργανα, με αυξημένη συμφόρηση αίματος και αποβολή αίματος. [Gr.].
- Με άφθονη ροή της εμμήνου ρύσης, ώθηση στο υπογάστριο, με κακή διάθεση.
- Έμμηνος ρύση πρόωρη κατά έξι ημέρες, συνοδευόμενη από διάρροια.
- Έμμηνος ρύση πρόωρη κατά δεκατέσσερις ημέρες και πολύ άφθονη. [Gr.].
- [295] Η έμμηνος ρύση, κατασταλείσα για μήνες, επανεμφανίζεται μετά από έντεκα ημέρες.
- Έμμηνος ρύση πρόωρη κατά έξι ημέρες (αμέσως το βράδυ), διαρκής οκτώ ημερών, με ελκτικό πόνο στην κοιλιά την πρώτη ημέρα. [Gr.].
- Την πρώτη ημέρα της εμμήνου ρύσης, αποβολή πολλού πηκτωμένου αίματος.
- Ηδονικό μυρμήγκιασμα στα γεννητικά όργανα και στην κοιλιά, με αγωνιώδη καταπίεση και αίσθημα παλμών· έπειτα ανώδυνη πίεση κάτω στα γεννητικά όργανα, με χαύνωση, και σουβλιές στο πρόσθιο κρανίο. [Gr.].
- Λευκόρροια, σαν το ασπράδι του αυγού, χωρίς καμία αίσθηση· μόνο την ημέρα, ενίοτε μετά την ούρηση, ενίοτε μετά την έγερση από καθίσματος.
* * * * *
- [300] Μυρμήγκιασμα στη μύτη, με άκαρπη παρακίνηση για φτέρνισμα και με δακρύρροια· πρέπει να την τρίβει. [Gr.].
- Βουλωμένη ρινίτιδα σε ένα ρουθούνι· έπειτα, ενώ περπατά στον καθαρό αέρα, υγρή ρινίτιδα με φτέρνισμα· έπειτα με τον ίδιο τρόπο, βούλωμα στο άλλο ρουθούνι, ακολουθούμενο από υγρή ρινίτιδα. [Gr.].
- Περισσότερη έκκριση βλέννας στη μύτη. [Gr.].
- Ξαφνική παύση της αναπνοής στον λαιμό, σαν όταν περπατά κανείς ενάντια σε κοφτό άνεμο. [Gr.].
- Καταπίεση της αναπνοής, με ένα θερμό ανέβασμα από το επιγάστριο έως το βάθος του λαιμού· πρέπει να αναπνέει βαθιά· συνοδευόμενο από βραχνή φωνή που φεύγει πάλι μετά την καταπίεση. [Gr.].
- [305] Μεγάλη καταπίεση και άγχος στο στήθος, με συχνό θερμό ανέβασμα από το επιγάστριο στο βάθος του λαιμού. [Gr.].
- Αδυναμία του στήθους, σαν να θα τελείωνε η ανάσα· αναπνέει βαθιά, αλλά δεν μπορεί να αναπνεύσει αρκετά βαθιά, επειδή εμποδίζεται από την αδυναμία των αναπνευστικών οργάνων. [Gr.].
- Έλλειψη ανάσας, σε σύντομο περίπατο. [Gr.].
- Βαθιά αναπνοή, από αίσθημα σαν ένα φορτίο να βρισκόταν στο στήθος. [Gr.].
- Συχνή βαθιά αναπνοή, χωρίς άγχος ή καταπίεση του στήθους. [Gr.].
- [310] Άσθμα, σαν να ήταν δεμένη υπερβολικά σφιχτά, με δύσκολη, αργή αναπνοή. [Gr.].
- Πιεστικός πόνος στο στήθος, σαν μετά από διάστρεμμα σε άρση βάρους. [Gr.].
- Σπασμωδικός πόνος στην αριστερή πλευρά του στήθους, απαλά αυξανόμενος και μειούμενος. [Gr.].
- Θαμπή ωθητική πίεση στο αριστερό μισό του στήθους, εν μέρει κάτω από τη μασχάλη, εν μέρει στο μέσο του στήθους, ανεπηρέαστη από την αναπνοή (μετά από 3 ώ. και την 8η ημ.). [Gr.].
- Διαλείποντας σπασμωδική πίεση στο στήθος, κάτω από τη δεξιά κλείδα. [Gr.].
- [315] Θαμπές ωθήσεις πάνω σε έναν χόνδρο πλευράς στην αριστερή πλευρά κοντά στο κάτω μέρος του στέρνου. [Gr.].
- Κοπτικές ωθήσεις προς τα πάνω, στο δεξιό μισό του στήθους. [Gr.].
- Θαμπή πίεση σε μικρό σημείο του άνω μέρους του στήθους. [Gr.].
- Θαμπή, επώδυνη σουβλιά, συχνά στη δεξιά πλευρά του στήθους, ιδίως κατά την εισπνοή (μετά από 5 ώ.). [Gr.].
- Ξαφνική σουβλιά στην αριστερή πλευρά του στήθους, κάτω από την κορυφή του ώμου, ώστε τινάχθηκε πάνω. [Gr.].
- [320] Κάψιμο ανάμεσα σε δύο αριστερές πλευρές, στο στήθος, σε ρυθμικά διαστήματα. [Gr.].
- Κάψιμο και κάψιμο-σουβλιά στο κάτω μέρος της καρδιάς.
- Τρεμούμενο τσίμπημα σε ένα σημείο της δεξιάς πλευράς του στήθους, επανερχόμενο μετά το ξύσιμο. [Gr.].
- Αίσθημα στο στήθος νηστείας, σαν μετά από υπερβολικά νωρίς έγερση· αυτό διαρκεί πολύ μετά την έγερση, και επιδεινώνεται σταδιακά, με ναυτία· φεύγει περίπου το μεσημέρι. [Gr.].
- Στον κόκκυγα, αίσθημα μούδιασμα, σαν μετά από χτύπημα, ενώ κάθεται. [Gr.].
- [325] Σπασμωδικός πόνος στο ιερό οστό· όταν πιέζει πάνω του, ένας θλιπτικός πόνος. [Gr.].
- Πόνος στο ιερό οστό, σαν να ήταν σπασμένο, ιδίως αισθητός στην κάμψη προς τα πίσω. [Gr.].
- Πόνος στην πλάτη και το ιερό οστό σαν σπασμένα, μετά από περπάτημα μιας ώρας. [Gr.].
- Θαμπή πίεση σαν από πάσσαλο, στη δεξιά πλευρά, δίπλα στο μέσο της σπονδυλικής στήλης· όταν πιέζει πάνω της, ένας πόνος σαν σε πληγή-τραύμα, μακρά διαρκής. [Gr.].
- Θαμπή πίεση και αργά διαλείποντες θαμπές ωθήσεις στο μέσο και στην αριστερή πλευρά της πλάτης. [Gr.].
- [330] Αποξεστικό κάψιμο στο δεξιό μισό της πλάτης, σαν από βελόνες (7η ημ.). [Gr.].
- Αίσθημα στην αριστερή πλευρά της πλάτης, σαν να ήταν τριμμένο ανοιχτό, ενώ κάθεται, με καύσικες, θαμπές, διαλείπουσες σουβλιές. [Gr.].
- Στη δεξιά ωμοπλάτη, σπασμωδικό έλκος μέσα από όλο το χέρι, που εκτείνεται έως το χέρι. [Gr.].
- Διαλείποντας αίσθημα πιεστικής πληγής, στην εξωτερική άκρη της δεξιάς ωμοπλάτης (μετά από ¾ ώ.). [Gr.].
- Πίεση με αίσθημα δροσιάς στο κάτω άκρο της αριστερής ωμοπλάτης. [Gr.].
- [335] Πόνος σαν από χτύπημα στην κορυφή του αριστερού ώμου, αρχίζοντας αδύναμος, σταδιακά αυξανόμενος και το ίδιο σταδιακά μειούμενος. [Gr.].
- Πιεστικός πόνος στην κορυφή του δεξιού ώμου, σαν να είχε κουβαλήσει πάνω του βαρύ φορτίο.
- Αδυναμία του αυχένα, το κεφάλι βυθίζεται εμπρός.
- Αδυναμία στον αυχένα, σαν να δεν μπορούσε να κρατήσει ψηλά τον τράχηλό της. [Gr.].
- Αίσθημα στον αυχένα τεντωμένου μούδιασμα, κοντά στο ινίο, σαν να υπήρχε επίδεσμος (μετά από 3 ώ.). [Gr.].
- [340] Κράμπα στους οπίσθιους τραχηλικούς μύες σαν από σκληρό κρεβάτι, χειρότερα με την κίνηση. [Gr.].
- Σπασμωδικός πόνος στην πλευρά του αυχένα, όταν τον στρέφει προς τον ώμο. [Gr.].
- Στον βρογχοκήλη, ένα ελαφρύ γαργάλημα και πόνισμα, ιδίως όταν τον αγγίζει (αμέσως). [Gr.].
- Στην κορυφή του ώμου, μεγάλη αδυναμία.
- Σπασμωδικός πόνος, ακριβώς δίπλα στην κορυφή του ώμου, όπως επίσης στο στήθος, σαν όλα να ήταν σφιχτά συσφιγμένα. [Gr.].
- [345] Αιχμηρές σουβλιές στην κορυφή του ώμου, ώστε το χέρι του τινάζεται, και σχεδόν έπρεπε να το αφήσει να πέσει. [Gr.].
- Χαλάρωση και των δύο χεριών σαν να είχε κρατήσει κάτι βαρύ, ανακουφιζόμενη με το να τα κινεί εμπρός και πίσω, αλλά αμέσως επανερχόμενη σε ηρεμία, με έλκος σαν από νήμα, που εκτείνεται από την κορυφή του ώμου έως το χέρι. [Gr.].
- Πόνος των χεριών σαν μωλωπισμένα και συντριμμένα.
- Ξαφνική παράλυση, σαν μετά από χτύπημα, σε μικρό σημείο, τώρα στο δεξί, τώρα στο αριστερό χέρι. [Gr.].
- Βαρύτητα στα χέρια.
- [350] Σαν παράλυτο στο αριστερό χέρι, ώστε έτεινε να το αφήσει να πέσει, πολύ χειρότερα όταν ακουμπά το χέρι της στην καρέκλα ενώ κάθεται· επίσης με το απλό ακούμπημα του ώμου πάνω της. [Gr.].
- Κόπωση και αδυναμία του αριστερού χεριού, με έλκος σε αυτό. [Gr.].
- Κάψιμο στο δεξί χέρι από την κορυφή του ώμου έως τον καρπό. [Gr.].
- Στον βραχίονα, ένας θαμπός πόνος σαν από χτύπημα, πιο αισθητός με την κίνηση και την έκτασή του. [Gr.].
- Μια μικρή, ανώδυνη γαλάζια κηλίδα στον αριστερό βραχίονα, που σύντομα γίνεται μικρότερη και σκούρα κόκκινη. [Gr.].
- [355] Στον αγκώνα διαβρωτικό κάψιμο, σαν ξυσμένο ή τριμμένο με μάλλινο ύφασμα. [Gr.].
- Πόνος στον δεξιό αγκώνα, φαινομενικά στο περιόστεο. [Gr.].
- Πόνος ακριβώς πάνω από την αρθρώση του αγκώνα, σαν από θλίψη ή χτύπημα, με κυματισμένη αύξηση και μείωση (μετά από 10 λ.). [Gr.].
- Σπασμωδικός πόνος στον πήχη, όταν ακουμπά τον αγκώνα σε κάτι. [Gr.].
- Τρεμούμενος πόνος στη στέλεχος του αριστερού κερκίδος στον τένοντα, κοντά στην αρθρώση του καρπού, σε κάθε θέση, σε παροξυσμούς. [Gr.].
- [360] Παραλυτικό αίσθημα στον δεξιό πήχη, έλκος από πάνω προς τα κάτω. [Gr.].
- Πόνος στον δεξιό πήχη, ενώ τα δάχτυλα τραβιούνται προς τα μέσα με την έκταση του χεριού. [Gr.].
- Κυματισμένος, χτυπώντας πόνος, σε μεμονωμένα σημεία των οστών του πήχη και των κνημών. [Gr.].
- Σπασμωδικό αίσθημα ακαμψίας στον αριστερό πήχη και το χέρι. [Gr.].
- Σπασμωδική, διαλείπουσα πίεση στην καμπτική πλευρά του αριστερού πήχη. [Gr.].
- [365] Στο χέρι, αίσθημα σαν από μυρμήγκια, ή σαν από πνοή δροσερού αέρα. [Gr.].
- Κράμπα στο χέρι, όταν το καταπονεί. [Gr.].
- Τρεμούμενη κράμπα στο μετακάρπιο οστό του αντίχειρα και στην αρθρώση του, πιο βίαιη όταν το κινεί έντονα. [Gr.].
- Τρέμουλο του χεριού και του δακτύλου, όταν το εκτείνει. [Gr.].
- Σπασμωδικός πόνος στο χέρι, πίσω από τα δύο πρώτα δάχτυλα. [Gr.].
- [370] Σπασμωδικός πόνος στην παλάμη του αριστερού χεριού. [Gr.].
- Σπασμωδικός πόνος στα χέρια και τα δάχτυλα, ιδίως στις αρθρώσεις, κυρίως όταν αρπάζει σφιχτά κάτι. [Gr.].
- Σπασμωδικά, ρυθμικά τιναγματάκια, ακριβώς κάτω από τον εξωτερικό κόμπο του χεριού. [Gr.].
- Καύσικες λεπτές σουβλιές στη μετακάρπια αρθρώση του δείκτη· επανερχόμενες σύντομα μετά το ξύσιμο στο οποίο παρακινεί. [Gr.].
- Κνησμός και διάβρωση στον δεξιό καρπό, ώστε δεν μπορεί να ξύσει αρκετά. [Gr.].
- [375] Κνησμόβουλο τσίμπημα στα νώτα των χεριών, που φεύγει μετά το ξύσιμο. [Gr.].
- Καύσικο τσίμπημα σαν από τσουκνίδες, που παρακινεί σε βίαιο ξύσιμο. [Gr.].
- Σπασμωδικό έλκος στο δεξί χέρι και στον δείκτη, με τινάγματα. [Gr.].
- Τα δάχτυλα τραβιούνται στραβά, με επώδυνο έλκος πάνω στο χέρι, όταν κάμπτει το χέρι προς τα κάτω. [Gr.].
- Οξεία αίσθηση μούδιασμα και τρεμούλιασμα του δεξιού αντίχειρα, το πρωί, σαν από θλίψη. [Gr.].
- [380] Μούδιασμα του μικρού δακτύλου, για αρκετό χρόνο. [Gr.].
- Πόνος στην τελευταία φάλαγγα του δείκτη, σαν ένα πονόχονδρο να θα άνοιγε. [Gr.].
- Κνησμός (λαβικός) στον αριστερό δείκτη, που τον αναγκάζει να ξύσει. [Gr.].
- Φορμικήκωση στην εσωτερική πλευρά του δεξιού αντίχειρα. [Gr.].
- Στο ισχίο, δεξιά πάνω από την αρθρώση, ένας σφιγκτικός, τεντωμένος πόνος, σαν μετά από χτύπημα, αυξανόμενος και μειούμενος σε παροξυσμούς. [Gr.].
- [385] Στα κάτω άκρα, μυϊκά τιναγματάκια, μετά από σύντομο περίπατο, κυρίως στις κνήμες. [Gr.].
- Τάση να γυμνώνει τα κάτω άκρα τη νύχτα, αν και δεν αισθάνεται υπερβολικά θερμός. [Gr.].
- Φορμικήκωση σαν από αποκοιμισμό στα κάτω άκρα, όταν είναι σταυρωμένα, ενώ κάθεται. [Gr.].
- Οι μηροί πονάν σαν σπασμένοι, ενώ τα κάτω άκρα είναι εκτεταμένα· με ένα κυματιστό σπασμωδικό κάψιμο μέσα από αυτά, όταν ανασηκώνει τα πόδια. [Gr.].
- Αίσθημα αδυναμίας, με τρεμούμενη ανησυχία στους μηρούς, ιδίως προς τα γόνατα, σαν μετά από κόπωση από περπάτημα· μόνο ενώ κάθεται. [Gr.].
- [390] Αίσθημα αδυναμίας στους μηρούς (και σε όλο τα κάτω άκρα), σαν μωλωπισμένα, με τρεμούμενη ανησυχία σε αυτά, ενώ κάθεται και στέκεται (μετά από 2 ώ.). [Gr.].
- Τάση των μηρών ενώ κάθεται, σαν επιδεμένα υπερβολικά σφιχτά, με αίσθημα αδυναμίας σε αυτά. [Gr.].
- Σπασμωδικός πόνος σε παλλόμενους παροξυσμούς στο μέσο του μηρού, ενώ κάθεται. [Gr.].
- Σπασμωδικό αίσθημα μούδιασμα, σαν μετά από χτύπημα, στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού μηρού. [Gr.].
- Σπασμωδικός πόνος στην οπίσθια πλευρά του μηρού, ενώ κάθεται. [Gr.].
- [395] Σπασμωδικός πόνος στην εσωτερική πλευρά του δεξιού μηρού. [Gr.].
- Μωλωπισμένος πόνος των μηρών. [Gr.].
- Μωλωπισμένος πόνος στο μέσο των μηρών, περισσότερο όταν κάθεται παρά όταν περπατά. [Gr.].
- Έλκος στο άνω μέρος του αριστερού μηρού· όταν πατά, αυτό είναι τόσο βίαιο που το άκρο της υποχωρεί. [Gr.].
- Σπασμωδικό έλκος στους μηρούς, πάνω από τα γόνατα. [Gr.].
- [400] Έλκος και ξεσκίζωμα προς και τους δύο μηρούς από το μέσο της βουβωνικής χώρας, πολύ επιδεινωμένο από το άγγιγμα, καθώς και από την εισπνοή. [Gr.].
- Θαμπός πόνος, σαν μετά από πτώση, στο άνω μέρος του αριστερού μηρού, ενώ κάθεται (6η ημ.). [Gr.].
- Στο γόνατο, πρώτα έλκος, έπειτα κάψιμο, και όταν πατά, υπάρχει ένας διαστρεμματικός πόνος. [Gr.].
- Καύσικο τσίμπημα στο δεξί γόνατο. [Gr.].
- Βίαιη τάση στον αριστερό λαγόνο, μετά από γρήγορο περπάτημα στον καθαρό αέρα. [Gr.].
- [405] Θαμπή πίεση στην εσωτερική πλευρά του αριστερού λαγού, ενώ κάθεται με ανασυρμένα πόδια. [Gr.].
- Πόνος σαν μετά από σοβαρό χτύπημα, στο αριστερό γόνατο. [Gr.].
- Θλιπτικός πόνος πάνω από το γόνατο, στην αριστερή πλευρά. [Gr.].
- Τρεμούμενο αίσθημα μούδιασμα, σαν δεμένο υπερβολικά σφιχτά, στα γόνατα, που εκτείνεται έως το πόδι. [Gr.].
- Αίσθημα μούδιασμα και αδυναμίας, σαν μια θαμπή πίεση στην εσωτερική πλευρά του αριστερού λαγού, ενώ κάθεται. [Gr.].
- [410] Αίσθημα μεγάλης αδυναμίας στις αρθρώσεις των γονάτων και γύρω από αυτές, περισσότερο όταν στέκεται παρά όταν κάθεται, με ασταθότητα. [Gr.].
- Αδυναμία στις αρθρώσεις των γονάτων, ώστε ακόμη και να υποχωρούν, περισσότερο όταν στέκεται παρά όταν περπατά, χειρότερα όταν ανεβαίνει σκάλες. [Gr.].
- Αίσθημα αδυναμίας στα γόνατα, όταν περπατά· επίσης στους μηρούς, όταν κάθεται, σαν μετά από κόπωση από περπάτημα. [Gr.].
- Επώδυνο αίσθημα αδυναμίας, ακριβώς κάτω από το γόνατο, όταν πατά, περπατώντας. [Gr.].
- Στις κνήμες κάτω από το γόνατο, επώδυνη κόπωση, ενώ κάθεται. [Gr.].
- [415] Αποξεστικό παλμό στο μέσο της δεξιάς κνήμης, στην πρόσθια επιφάνεια. [Gr.].
- Σπασμωδικά τινάγματα κάτω στις κνήμες, με αίσθημα ακαμψίας, επίσης στα πόδια, ενώ κάθεται, ιδίως το βράδυ. [Gr.].
- Οξεία χτυπήματα κάτω κατά μήκος των κνημών. [Gr.].
- Τρεμούμενη φορμικήκουσα ανησυχία στις κνήμες, ενώ κάθεται, με αίσθημα μούδιασμα και ακαμψίας, ιδίως επιδεινωμένη το βράδυ και επίσης στο κρεβάτι. [Gr.].
- Κόπωση των κνημών, μετά από σύντομο περίπατο, με καταπίεση της ανάσας, περισσότερο στην αρχή του περπατήματος παρά αργότερα· τέλος ναυτία. [Gr.].
- [420] Σπασμωδικό έλκος μέσα από τη δεξιά γάμπα, όταν κάθεται μετά από σύντομο περίπατο. [Gr.].
- Τάση και χτύπημα στη δεξιά γάμπα, ώστε το πόδι τρέμει, ενώ κάθεται. [Gr.].
- Τα πόδια είναι κουρασμένα, με αίσθημα οιδήματος γύρω από τους αστραγάλους· όταν κάθεται, η κόπωση εκτείνεται με τούργο έως και στις γάμπες, το βράδυ. [Gr.].
- Πόνος στην αρθρώση του αστραγάλου, σαν από λάθος βήμα. [Gr.].
- Αίσθημα μούδιασμα και κόπωσης στα πόδια, σαν μετά από διάστρεμμα σε όρθια στάση, μόνο ενώ κάθεται. [Gr.].
- [425] Επώδυνο ξεσκίζωμα στο νώτο του αριστερού ποδιού, με θαμπή κοπή ακριβώς κατά πλάτος του. [Gr.].
- Τεντωμένος πόνος στην καμπή του ποδιού, όταν κάμπτει εμπρός ενώ στέκεται. [Gr.].
- Διάβρωση πάνω από την αρθρώση του αστραγάλου, στην εξωτερική πλευρά. [Gr.].
- Πληγή-ξύσιμο και διάβρωση γύρω από τους αστραγάλους, που πονάν όταν τα αγγίζει το ένδυμα σαν ωμά και τριμμένα ανοιχτά. [Gr.].
- Κεντριστική διάβρωση σε μικρό σημείο της πατούσας· πρέπει να ξύσει. [Gr.].
- [430] Βίαιη σουβλιά πάνω από την αρθρώση του αστραγάλου, που δεν ανακουφίζεται από το ξύσιμο. [Gr.].
- Κάψιμο στις βάσεις και των δύο ποδιών, το βράδυ μετά το κατάκλιση, έως τα μεσάνυχτα. [Gr.].
- Επώδυνο τράβηγμα στην πατούσα του δεξιού ποδιού ενώ στέκεται, και μια φορμικήκουσα πίεση κάτω από το ίδιο, ενώ κάθεται. [Gr.].
- Σκληρή πίεση στον πυθμένα της πατούσας του δεξιού ποδιού, κοντά στα δάχτυλα. [Gr.].
- Σπασμωδικός πόνος στο μεταταρσικό οστό του δεξιού ποδιού. [Gr.].
- [435] Σπασμωδικό έλκος στη δεξιά φτέρνα. [Gr.].
- Τρεμούμενος πόνος σε ένα σημείο του νώτου του ποδιού, σαν από εξωτερική πίεση. [Gr.].
- Στο μεγάλο δάχτυλο, πόνος σαν να ήταν επιδεμένο υπερβολικά σφιχτά. [Gr.].
- Σπασμωδική καύσικη τάση στο αριστερό μεγάλο δάχτυλο. [Gr.].
- Σπασμωδικό έλκος στα δάχτυλα, ιδίως στα μεγάλα δάχτυλα. [Gr.].
- [440] Σπασμωδικό χτύπημα στο αριστερό μεγάλο δάχτυλο, σε ακανόνιστα διαστήματα. [Gr.].
- Επώδυνο χτύπημα στον πυθμένα του μικρού δακτύλου. [Gr.].
- Ξεσκίζωμα με ξύσιμο, σαν σε έλκος, στα δεξιά δάχτυλα, ιδίως στο μεγάλο δάχτυλο. [Gr.].
- Έξαψη-κνησμός στον πυθμένα του μεγάλου δακτύλου. [Gr.].
- Φορμικήκωση στο δεξί μεγάλο δάχτυλο, ώστε θα ήθελε να ξύει πάντα. [Gr.].
- [445] Καύσικο, μυρμηκτικό κάψιμο στον πυθμένα του μεγάλου δακτύλου, σαν από πολλές βελόνες. [Gr.].
- Πόνος πληγής στις (άλλοτε παγωμένες) βάσεις των δακτύλων, κυρίως ενώ περπατά. [Gr.].
- Οίδημα της βάσης των δακτύλων, με νυχτερινό ξεσκίζωμα-πόνο. [Gr.].
- Κρίση ναυτίας, ενώ περπατά στον καθαρό αέρα, ιδίως όταν περπατά ενάντια στον άνεμο· ανακουφίζεται στο δωμάτιο, όταν ακουμπά το κεφάλι πάνω στο τραπέζι· αλλά όταν το ανασηκώνει πάλι, επιδεινώνεται αφόρητα, με στροβιλικό ίλιγγο, πολύ επιδεινωμένο όταν κοιτάζει προς τα πάνω· ταυτόχρονα η όραση θολώνει σαν από καπνό· όταν ακουμπά το κεφάλι του, υπάρχει αμέσως μια κατάσταση ενδιάμεση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, με ζωντανά όνειρα· με την ανασήκωση του κεφαλιού, όλα εξαφανίζονται. [Gr.].
- Πιεστικός ελκτικός πόνος, εγκάρσια κατά πλάτος της προκαρδιακής περιοχής, ανερχόμενος και μειούμενος σε παροξυσμούς, όταν επίσης πετά στο μέσο του άνω βραχίονα, σαν να αρπαζόταν βίαια με παράλυση και μούδιασμα του χεριού· ο πόνος στην πλευρά αυξάνεται με το γέλιο, την εισπνοή και την πίεση, και σε κάθε βήμα υπάρχει εκεί μια επώδυνη κρούση. [Gr.].
- [450] Κάψιμο στα άκρα, τώρα εδώ, τώρα εκεί. [Gr.].
- Έλκος σε διάφορα μέρη του σώματος σε διαδοχή, τώρα στην πλευρά του στήθους, τώρα στο ινίο, έπειτα στην κοιλιά, τους ώμους κ.λπ. [Gr.].
- Παροδικές σουβλιές σε όλο το σώμα.
- Κνησμόβουλη διάβρωση, έξαψη-τσίμπημα και καύσικο γαργάλησμα, εδώ και εκεί, ιδίως στα χέρια, τα άκρα και το όσχεο, ώστε δεν μπορεί να ξύσει αρκετά, επιδεινωμένο το βράδυ, όταν μπαίνει στο κρεβάτι του. [Gr.].
- Καύσικο τσίμπημα, εδώ και εκεί στο σώμα, που εξαφανίζεται γρήγορα από μόνο του. (μετά από 1 ½ ώ.). [Gr.].
- [455] Κνησμός-έξαψη σε όλο το σώμα, σαν από ζωύφια, που δεν απομακρύνεται με το ξύσιμο. [Gr.].
- Τσίμπημα, τώρα καύσικο, τώρα κνησμόβουλο εδώ και εκεί, που τον αναγκάζει να ξύσει (μετά από ½ ώ.). [Gr.].
- Επιδείνωση των συμπτωμάτων το βράδυ, πριν πάει στο κρεβάτι.
- Επώδυνο αίσθημα μούδιασμα, σαν από χτύπημα, εδώ και εκεί, ιδίως στο κεφάλι, πάντα σε μικρά σημεία. [Gr.].
- Συσπαστικός πόνος, εδώ και εκεί, όμως γρήγορα φεύγοντας. [Gr.].
- [460] Σπασμωδικά τιναγματάκια, εδώ και εκεί, στα άκρα, σαν χτυπήματα-τινάγματα. [Gr.].
- Παροδικό, σπασμωδικό έλκος εδώ και εκεί, σαν από κρυολογήματα. [Gr.].
- Οι θέσεις που καταλαμβάνονται από την κράμπα, όταν πιέζονται, έδειξαν θλιπτικό πόνο. [Gr.].
- Επώδυνο τρεμούλιασμα όλου του σώματος, με σφιγμό στις αρτηρίες.
- Περιστασιακό αίσθημα τρεμουλιάσματος σε όλο το σώμα. [Gr.].
- [465] Καταρχάς, αίσθημα τρεμουλιάσματος στα χέρια και τα πόδια, έπειτα ψύχος και βίαιο τρέμουλο όλου του σώματος, σαν στον πιο σοβαρό τρεμούμενο ρίγος, με τρίξιμο των δοντιών· το πρόσωπο ταυτόχρονα είναι θερμό, τα χέρια κρύα. [Gr.].
- Κουρασμένος, χαυνωμένος, εξαντλημένος. [Gr.].
- Κόπωση σε όλο το σώμα, είναι έτοιμη να πέσει, και τρεκλίζει ενώ στέκεται. [Gr.].
- Αίσθημα μεγάλης κόπωσης, σε όλο το σώμα, σαν να είχε κοιμηθεί υπερβολικά λίγο. [Gr.].
- Κόπωση από τον καθαρό αέρα, τάση για ύπνο. [Gr.].
- [470] Σαλεύοντας ενώ στέκεται, σαν τα πόδια του να μην είχαν στερεότητα (μετά από 2 ώ.). [Gr.].
- Αδυναμία, ιδίως ενώ κάθεται, τα πόδια αισθάνονται εντελώς κουρασμένα, γεμάτα τρεμούμενη ανησυχία. [Gr.].
- Κατάπτωση, με αίσθημα στο πρόσωπο σαν να θα ξέσπαγε κρύος ιδρώτας. [Gr.].
- Ακραία εξάντληση και υπνηλία, αμέσως μετά το δείπνο. [Gr.].
- Μεγάλη τάση για βίαιο, σχεδόν σπασμωδικό χασμουρητό. [Gr.].
- [475] Χασμουρητό το απόγευμα, χωρίς υπνηλία. [Gr.].
- Συχνό χασμουρητό το απόγευμα, τόσο βίαιο που τα μάτια της δακρύζουν. [Gr.].
- Βίαιο χασμουρητό, μετά τα γεύματα, ώστε οι τραχηλικοί της μύες πονάν από αυτό. [Gr.].
- Πρέπει να εκτείνεται και να τεντώνεται, που είναι πολύ ευχάριστο, το απόγευμα. [Gr.].
- Ασυνήθιστη εξάντληση και υπνηλία, το βράδυ. [Gr.].
- [480] Το βράδυ είναι πολύ υπνηλή, αποκοιμιέται ενώ μιλά. [Gr.].
- Μεγάλη υπνηλία το βράδυ· μόλις κλείνει τα μάτια ονειρεύεται μακρινά, ξένα πράγματα, αλλά αμέσως ξυπνά πάνω από αυτά. [Gr.].
- Το βράδυ, μεγάλη υπνηλία· αποκοιμιέται πάνω στην ανάγνωσή της και ξυπνά επανειλημμένα από τον ύπνο της ρωτώντας: Τι; επειδή άκουσε αόριστα τη συζήτηση των γύρω της· τη νύχτα κοιμάται βαθιά, χωρίς να ξυπνά από θόρυβο. [Gr.].
- Τινάζεται πάνω, το βράδυ, μετά από αποκοιμισμό ενώ κάθεται. [Gr.].
- Αργοπορεί να αποκοιμηθεί, όχι πριν τα μεσάνυχτα, με ξεσκίζωμα στη βάση των δακτύλων. [Gr.].
- [485] Δεν μπορεί να αποκοιμηθεί πριν τα μεσάνυχτα, ο ύπνος τότε είναι σύντομος, με συνεχή όνειρα.
- Τη νύχτα ξυπνά σαν ναρκωμένη, και περνά πολύ χρόνο πριν μπορέσει να συγκεντρώσει τις σκέψεις της.
- Ξυπνά τη νύχτα σαν ζαλισμένη, και δεν μπορεί καθόλου να σκεφτεί πού βρίσκεται και τι ώρα είναι. [Gr.].
- Ξύπνημα τα μεσάνυχτα, με ιδέες που δεν μπορεί να αποτινάξει, και που τις κρατά αγχωμένα· κανένας ύπνος έως το πρωί. [Gr.].
- Ξυπνά περίπου τα μεσάνυχτα, αναποδογυρίζεται, και δεν βρίσκει καμία θέση που να τον βολεύει. [Gr.].
- [490] Ξυπνά περίπου τα μεσάνυχτα με μελαγχολικές σκέψεις, και με έντονη δίψα, αλλά αποκοιμιέται πάλι σε μία ώρα. [Gr.].
- Αγωνιώδη όνειρα, και όταν ξυπνά γρήγορα, ζοφερές σκέψεις και ταραγμένες εικόνες μπροστά στη φαντασία του.
- Αγωνιώδη συγκεχυμένα όνειρα πολέμου και αιματοχυσίας. [Gr.].
- Ονειρεύεται τον θάνατο της μακρινής της αδελφής, και εκπλήσσεται που δεν είχε καμία προαίσθηση γι' αυτό. [Gr.].
- Όνειρα που δεν θυμούνται. [Gr.].
- [495] Ασυνάρτητα όνειρα το βράδυ, όταν αποκοιμιέται σε νυστάγματα.
- Όνειρα για πυρκαγιά, δεν μπορεί να προλάβει με τις προετοιμασίες της να πάει εκεί. [Gr.].
- Ακόμη και στον μεσημεριανό του ύπνο, ονειρεύεται συγκεχυμένα συνηθισμένα θέματα, και όταν ξυπνά, δεν μπορεί αμέσως να αναθυμηθεί τι ονειρεύτηκε. [Gr.].
- Αϋπνία μετά τις 3 π.μ., καμία θέση δεν τον βολεύει. [Gr.].
- Ξυπνά στις 3 π.μ., χωρίς κανέναν πόνο, και σύντομα αποκοιμιέται πάλι, για αρκετές νύχτες. [Gr.].
- [500] Ξυπνά το πρωί πολύ ευερέθιστος και αγχώδης, σαν κάτι κακό να του είχε συμβεί στον ύπνο του, και σαν να είχε κλάψει πολύ. [Gr.].
- Βαθύς ύπνος, με ευχάριστα, καλά θυμόμενα όνειρα. [Gr.].
- Μετά από μακρύ, βαθύ ύπνο, υπάρχει ωστόσο υπνηλία το πρωί. [Gr.].
- Ασυνήθιστα μακρύς ύπνος το πρωί. [Gr.].
- Το πρωί, όταν ξυπνά, κείτεται με εκτεταμένα κάτω άκρα, ή με μηρούς σφιχτά ανασυρμένους και γόνατα πλατιά ανοιχτά, με το ένα ή και τα δύο χέρια πάνω από το κεφάλι, και πάντα ύπτια, με μεγάλη τάση να γυμνώνει τους μηρούς του και συνεχείς στύσεις. [Gr.].
- [505] Το πρωί όταν ξυπνά κείτεται με εκτεταμένα κάτω άκρα, με το δεξί χέρι κάτω από το κεφάλι του, το αριστερό χέρι στο γυμνό βάθος του στομαχιού, με τάση να γυμνώνει τους μηρούς και το σώμα, αλλά χωρίς καμία θερμότητα. [Gr.].
- Τη νύχτα, ανησυχία στην κοιλιά, σαν από κρύωμα. [Gr.].
- Τη νύχτα, καύσικος πόνος στα δάχτυλα. [Gr.].
- Το πρωί κατά την έγερση, χασμουρητό, αν και είχε μακρύ και αναζωογονητικό ύπνο. [Gr.].
- Τη νύχτα μετά την έγερση, κράμπα και κάμψη των πατούσων. [Gr.].
- [510] Τη νύχτα, έντονος κνησμός σε όλο το σώμα.
- Ρίγος, το βράδυ ενώ ξεενδύεται, με τρίξιμο των δοντιών.
- Ρίγος το βράδυ πριν αποκοιμηθεί, επίσης στο κρεβάτι υπάρχει ακόμη κάποιο ψύχος· συνοδευόμενο από ανήσυχο ύπνο και συχνό ξύπνημα με άγχος, ένα τρεμούμενο αίσθημα σε όλο το σώμα, ναυτία και κεφαλαλγία. [Gr.].
- Συνεχές αίσθημα σαν να θα κρύωνε, με συχνό ρίγος που κατεβαίνει τα κάτω άκρα, ιδίως στον καθαρό αέρα, αν και αυτός είναι θερμός. [Gr.].
- Ένα τρεμούμενο ρίγος σε όλο το σώμα, έως και τα πόδια. [Gr.].
- [515] Ένα ρίγος διατρέχει την πλάτη του. [Gr.].
- Τρέμουλο από ρίγος, το βράδυ. [Gr.].
- Συνεχές αίσθημα ρίγους μέσα από το σώμα, ιδίως μέσα από τα κάτω άκρα. [Gr.].
- Επαναλαμβανόμενα ψυχρά από πάνω προς τα κάτω πάνω από τα χέρια και όλο το σώμα, σαν από αρχόμενη όρνιθεια. [Gr.].
- Ένας πυρετικός ρίγος μετά από χασμουρητό, διατρέχει όλο το σώμα. [Gr.].
- [520] Ένα τρεμούμενο ρίγος την διατρέχει, όταν έρχεται στον καθαρό αέρα από το δωμάτιό της. [Gr.].
- Ξαφνικό ρίγος στο κεφάλι, το στήθος και τα χέρια, μετά την είσοδο σε εύκρατο δωμάτιο. [Gr.].
- Ψυχρότητα το πρόωρο, με υπνηλία. [Gr.].
- Ψυχρότητα και ρίγος, εναλλασσόμενα με διαπεταία θερμότητα, με ευερέθιστη σιωπή, στον καθαρό αέρα· αργότερα, μια ευχάριστη θερμότητα σε όλο το σώμα, με επιστροφή της ευθυμίας. [Gr.].
- Αισθάνεται ξαφνικά εντελώς θερμή, και φαντάζεται ότι φαίνεται πολύ κόκκινη, αν και είχε μόνο το συνηθισμένο χρώμα της.
- [525] Επαναλαμβανόμενη δίψα για νερό και επαναλαμβανόμενο πόσιμο. [Gr.].
- Δίψα, αμέσως μετά το δείπνο, ώστε πίνει πολύ πολλή μονομιάς, κάτι που κατέπαυσε τη δίψα. [Gr.].
- Εφίδρωση κατά τον ύπνο. [Gr.].
Πνευματικά δικαιώματα © Médi-T 2006
Χρόνιες Νόσοι