Αρχική / Hahnemann / SULPHURICUM ACIDUM

Sulphuricum Acidum

Hahnemann - Οι Χρόνιες Νόσοι · Samuel Hahnemann · 42,510 χαρακτήρες

Όλα τα βιβλία για Sulphuricum Acidum → Αντιδοτείται απόIpecacuanhaPulsatilla PratensisSulfonalum
Γενικά

SULPHURIC ACID.

Αυτό το γνωστό οξύ, πολύ διαβρωτικό σε συμπυκνωμένη μορφή του, παρασκευάζεται σήμερα απευθείας από sulphur, αλλά παλαιότερα αποκτιόταν με απόσταξη του πράσινου βιτριόλου (ή του χαλκούχου θειικού άλατος) και γι' αυτό λεγόταν έλαιο του βιτριόλου ή βιτριολικό οξύ.

Μία σταγόνα του sulphuric acid σε συμπυκνωμένη μορφή του δυναμοποιείται για ομοιοπαθητική χρήση ανακινούμενη με 99 σταγόνες αποσταγμένου ύδατος με κροταλιαστές κινήσεις. Για τη συνέχιση αυτής της δυναμοποίησης, μία σταγόνα αυτής της δυναμοποίησης ανακινείται με 99 σταγόνες alcohol, και ούτω καθεξής για περαιτέρω δυναμοποιήσεις.

Το Sulphuric acid, όταν ομοιοπαθητικά ενδεικνύεται, αφαίρεσε επίσης τα εξής παθήματα:

Τάση στα βλέφαρα, το πρωί· μυωπία· βαρύτητα ακοής, βουβωνοκήλη· χρονία χαλάρωση των εντέρων· άφθονη έμμηνος ρύση· εκροή αίματος από τη μήτρα· τραχύτητα του λαιμού· άσθμα· πρήξιμο των ποδιών· ψυχρότητα των ποδιών.

Οι συντομογραφίες των ονομάτων των συν-παρατηρητών μου είναι οι εξής: Fr. H., Friedrich Hahnemann· Frz., Franz· Gr., Gross· Lgh., Langhammer· Ng., είναι ο ανώνυμος συντελεστής στα χρονικά των Hartlaub και Trinks. [*].

[*] Η παθογένεση του sulphuric acid αποτελείται από μία δημοσιευμένη στον Τόμο VIII του Archiv (1828), που περιέχει 217 συμπτώματα, και από μία άλλη του Nenning, ως άνω. Από την ημερομηνία και τα ονόματα των δοκιμαστών είναι πιθανό τα συμπτώματα του Hahnemann και των συνεργατών του να ελήφθησαν με τον προγενέστερο τρόπο του. -Hughes.

SULPHURICUM ACIDUM.

- Κατάθλιψη, γκρινιάρικη διάθεση. [Lgh.].

- Μελαγχολία και κόπωση από τη ζωή.

- Μεγάλη ανησυχία, από το πρωί έως το βράδυ (13η ημ.). [Ng.].

- Ανήσυχος και φροντίζων, με τάση για κλάμα (2η ημ.). [Ng.].

- [5] Πολύ σκοτεινή, ευερέθιστη διάθεση.

- Τάση για κλάμα, χωρίς αιτία (1η ημ.). [Ng.].

- Φοβούμενος πολλά πράγματα, εξαιρετικά ύποπτος.

- Πολύ φοβισμένος, κατεσταλμένος, εκνευρισμένος.

- Θλίβων εκνευρισμός.

- [10] Τόσος ευερέθιστος και εντυπωσιάζων ώστε τρομάζει από τα πάντα.

- Ανησυχία (μετά 12 ώ.).

- Βιασύνη· ό,τι κάνει, δεν μπορεί να το επιτελέσει αρκετά γρήγορα· αλλά την κουράζει υπερβολικά.

- Κακή διάθεση, όλη την ημέρα· απέφευγε να μιλήσει με οποιονδήποτε.

- Θαμπή, σκοτεινή διάθεση, το πρωί. [Frz.].

- [15] Την ενοχλεί να χρειάζεται να μιλήσει. [Ng.].

- Εκνευρισμένος, γκρινιάρης, ανυπόμονος, αμέσως, όταν δεν επιτυγχάνει στην εργασία του. [Ng.].

- Γκρινιάρη, οργίλη, απαντά μόνο με δυσκολία. [Ng.].

- Πολύ εκνευρισμένος, το πρωί, κατά την αφύπνιση.

- Πολύ εκνευρισμένος, και την ημέρα.

- [20] Ελάττωση του ανήσυχου, καταπιεστικού συναισθήματος και της δειλίας, εναλλασσόμενη με εξύψωση, και αντί αυτής (ως θεραπευτικό αποτέλεσμα), μια ήρεμη ψυχρότητα. [Frz.].

- Ήρεμη, σοβαρή διάθεση.

- Υπερβολική τάση για αστεΐσμούς.

- Εξύψωση του πνεύματος και του νου.

- Μεγάλη αφηρημάθεια· συχνά δίνει απαντήσεις εντελώς ακατάλληλες. [Ng.].

- [25] Θάμβωση του νου. [*] [JACOBSON, in Hufel. Journ. XIX, 2, 164.].

[*] Παρατήρηση σε πυρεσσόντες ασθενείς. -Hughes.

- Αδυναμία στο κεφάλι. [Fr. H.].

- Καταπιεστικό αίσθημα θολότητας στο κεφάλι.

- Αίσθημα θολότητας και βαρύτητας του κεφαλιού, το πρωί. [Ng.].

- Βαρύτητα και αίσθημα πληρότητας στο κεφάλι, πρέπει να σκύψει εμπρός. [Ng.].

- [30] Αίσθημα βαρύτητας στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού. [Ng.].

- Βαρύτητα του κεφαλιού και πόνος σε αυτό, σαν ο εγκέφαλος να έπεφτε εμπρός και να έβγαινε έξω.

- Η δεξιά πλευρά του κεφαλιού ξαφνικά σκοτεινιάζει, σαν από καπνό, ενώ κάθεται. [Ng.].

- Αίσθημα ηλιθιότητας και πληρότητας στο κεφάλι, σχεδόν όλο το προμεσήμερο. [Ng.].

- Ίλιγγος στο δωμάτιο, που περνά στον καθαρό αέρα. [Ng.].

- [35] Ίλιγγος, το απόγευμα ενώ ράβει, σαν να θα έπεφτε από την καρέκλα της.

- Ίλιγγος προκαλώντας τραντάγματα· έπρεπε να μένει ξαπλωμένος, γιατί μόλις ανασηκωνόταν ο ίλιγγος επέστρεφε.

- Ίλιγγος ενώ κάθεται· τα αντικείμενα στροβιλίζονται γύρω του (σύντομα). [Ng.].

- Θαμπών, κρουστός πόνος στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού κατά το ανασηκωθέν μετά από σκύψιμο. [Ng.].

- Πόνος στο κεφάλι, σαν να συντρίβεται, το πρωί, μετά την αφύπνιση, και συνεχής μεγάλη υπνηλία. [Ng.].

- [40] Θαμππός πόνος στο κεφάλι, σαν να ήταν γεμάτο. [Ng.].

- Πόνος, σαν το κεφάλι να θα έσκαγε.

- Καταπιεστικός πόνος στην κορυφή, ενώ στέκεται. [Ng.].

- Πίεση και διάτρηση στην αριστερή πλευρά του ινίου. [Ng.].

- Συχνός καταπιεστικός και καύσος πόνος στο κεφάλι, στο μέτωπο και στα μάτια.

- [45] Πίεση στη δεξιά πλευρά του μετώπου σαν από χτύπημα, πρώτα αυξανόμενη, έπειτα ξαφνικά εξαφανιζόμενη. [Gr.].

- Συμπιεστικός πόνος στις πλευρές του ινίου, ανακουφιζόμενος ακόμη και με το να κρατά τα χέρια προς το κεφάλι, χωρίς να το αγγίζει. [Ng.].

- Αίσθημα στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού, σαν να σφίγγεται σε μύλο, πάνω από το αυτί. [Ng.].

- Σύσφιξη του μετώπου, πρώτα αυξανόμενη, έπειτα ξαφνικά εξαφανιζόμενη. [Gr.].

- Πίεση προς τα μέσα και στις δύο κροταφικές κοιλότητες. [Gr.].

- [50] Ελκτικός πονοκέφαλος το βράδυ.

- Έλξη και τάση στο κεφάλι.

- Έλξη στην αριστερή κροταφική κοιλότητα, περισσότερο εξωτερικά και σε μικρό σημείο. [Ng.].

- Ελκτικός πονοκέφαλος, ιδίως στη δεξιά πλευρά, προς το μέτωπο. [Ng.].

- Επώδυνος σπαραγμός στο μέσο του μετώπου, προς την αριστερή πλευρά. [Ng.].

- [55] Σπαραγμός και διάτρηση στο δεξιό μέρος του πρόσθιου κεφαλιού, ανακουφιζόμενο με πίεση επ' αυτού, το βράδυ. [Ng.].

- Σπαραγμός στη δεξιά κροταφική κοιλότητα, προς το βράδυ. [Ng.].

- Επώδυνος σπαραγμός στην αριστερή κροταφική κοιλότητα, ενώ κάθεται, κατά το πρόγευμα. [Ng.].

- Σπαραγμός σε όλο το κεφάλι, ημέρα και νύχτα. [Ng.].

- Περιστασιακός μουρμουρισμός στα κροταφικά οστά. [Gr.].

- [60] Σφοδρό τίναγμα από καιρού εις καιρόν κάτω από την αριστερή μετωπιαία προεξοχή, γρήγορα εξαφανιζόμενο. [Gr.].

- Επώδυνα, γρήγορα τινάγματα πάνω από την αριστερή μετωπιαία προεξοχή. [Gr.].

- Δονήσεις στη δεξιά κροταφική κοιλότητα, σαν ένα καρφί που εκεί είναι καρφωμένο να πιέζεται όλο και πιο βαθιά. [Gr.].

- Μοναδικά εμβολικά τινάγματα στη δεξιά κροταφική κοιλότητα. [Gr.].

- Πόνος σαν από καρφί που καρφώνεται, ακριβώς πάνω από την αριστερή κόγχη, πρώτα αυξανόμενος, έπειτα γρήγορα εξαφανιζόμενος. [Gr.].

- [65] Σουβλιές, ξαφνικές, θαμπές και πολύ επώδυνες, σαν κρούσεις, κάτω από την αριστερή μετωπιαία προεξοχή, εκτεινόμενες μέσα στον εγκέφαλο. [Gr.].

- Θαμπή σουβλιά, εκτεινόμενη βαθιά στον εγκέφαλο, κάτω από την αριστερή μετωπιαία προεξοχή, ξαφνικά αυξανόμενη, έπειτα ελαττούμενη και τέλος ξαφνικά εξαφανιζόμενη. [Gr.].

- Θαμπές σουβλιές στο πρόσθιο κεφάλι, τώρα στη δεξιά πλευρά, έπειτα στην αριστερή, εκτεινόμενες βαθιά στον εγκέφαλο. [Gr.].

- Διαπεραστικός πόνος, τώρα στο μέτωπο, έπειτα στο ινίο.

- Διάτρηση στο κεφάλι, τώρα εδώ, τώρα εκεί, όταν περπατά στον καθαρό αέρα. [Ng.].

- [70] Καύσος πόνος στην κροταφική κοιλότητα, σαν από χτύπημα ή μώλωπα, σε κυματοειδείς παροξυσμούς. [Gr.].

- Πόνος σαν από χτύπημα, δίπλα στην αριστερή μετωπιαία προεξοχή, πρώτα αυξανόμενος, έπειτα ξαφνικά εξαφανιζόμενος. [Gr.].

- Επώδυνο αίσθημα πληγής πάνω από την αριστερή μετωπιαία προεξοχή, το οποίο σε μεμονωμένα τινάγματα γίνεται πιο επώδυνο. [Gr.].

- Αίσθημα στη μετωπιαία περιοχή, σαν ο εγκέφαλος να είναι χαλαρός και να πέφτει εδώ κι εκεί. [Ng.].

- Οξύς πόνος κάτω από τη δεξιά μετωπιαία προεξοχή, σαν ο εγκέφαλος να είναι χαλαρός και να χτυπά επώδυνα κατά το κρανίο, όταν κουνά το κεφάλι. [Gr.].

- [75] Εξωτερικός πόνος όλου του κεφαλιού, σαν να σαπίζει από κάτω, επίσης επώδυνος όταν αγγίζεται.

- Έντονη φαγούρα στο τριχωτό της κεφαλής.

- Σφοδρή φαγούρα στο κεφάλι. [Ng.].

- Σφοδρή έκρηξη στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στον αυχένα.

- Τα μαλλιά γκριζάρουν και πέφτουν.

- [80] Τα βλέφαρα βυθίζονται και δεν μπορεί να τα ανοίξει.

- Αίσθημα στο δεξιό εξωτερικό κανθό, σαν από ξένο σώμα, το πρωί, ενώ περπατά· περνά στο δωμάτιο. [Ng.].

- Πίεση στον εξωτερικό κανθό.

- Διαπεραστική φαγούρα στο κάτω βλέφαρο· πρέπει να το τρίβει. [Gr.].

- Συχνό τσίμπημα στο δεξιό μάτι (1η ημ.). [Ng.].

- [85] Τσίμπημα, κάψιμο και δακρύρροια του αριστερού ματιού, ενώ διαβάζει την ημέρα. [Gr.].

- Κάψιμο και δακρύρροια του ματιού, ενώ διαβάζει στην αρχή του λυκόφωτος.

- Συχνό έντονο κάψιμο των ματιών (μετά 6 ημ.). [Ng.].

- Καυστική πίεση στην πρόσθια πλευρά του οφθαλμικού βολβού, στον καθαρό αέρα· στο δωμάτιο ο πόνος έπαυε, και τότε πόνεζε μόνο όταν κοίταζε από κοντά, ώστε έπρεπε να πάψει το κοιτάζοντας. [Fr. H.].

- Κόκκινα μάτια, με φωτοφοβία και συνεχή δακρύρροια.

- [90] Δακρύρροια των ματιών. [Ng.].

- Τα μάτια είναι κάπως κλεισμένα από εξίδρωμα το πρωί.

- Τίναγμα στον δεξιό εσωτερικό κανθό. [Ng.].

- Θολότητα της όρασης, το πρωί.

- Στροβιλιστικό αίσθημα ενώπιον των ματιών με ατονία.

- [95] Έντονο γαργάλημα στον πτερυγίο. [Ng.].

- Έλξη στον δεξιό ακουστικό πόρο, σαν από μέσα προς τα έξω. [Gr.].

- Σπαραγμός ενώπιον του αριστερού αυτιού και ανερχόμενος προς την κροταφική κοιλότητα. [Ng.].

- Σπαραγμός βαθιά στο αριστερό αυτί, έπειτα μυρμήγκιασμα εκεί. [Ng.].

- Αρκετοί σφοδροί εκπληκτικοί σπαραγμοί ενώπιον του αριστερού αυτιού, εκτεινόμενοι στο μάγουλο, όπου υπήρχε μυρμήγκιασμα. [Ng.].

- [100] Σπαραγμός και διάτρηση στο δεξί αυτί, περισσότερο στο εξωτερικό.

- Τίναγμα στο δεξί αυτί· προηγήθηκε μια ευχάριστη θερμότητα, διερχόμενη προς τα έξω. [Ng.].

- Ελάττωση της ακοής, σαν ένα φύλλο να τραβιόταν ενώπιον του αυτιού. [Ng.].

- Δυνατός ήχος καμπάνων στο δεξί αυτί. [Lgh.].

- Βουητό στο αριστερό αυτί, κατά το άνοιγμα του στόματος, σαν από καταρράκτη, κατά το δείπνο. [Ng.].

- [105] Βουητό στα αυτιά, το βράδυ.

- Βίαιο βουητό στα αυτιά, επί τέσσερις ώρες.

- Ρυθμικό βουητό στα αυτιά.

- Στη δεξιά πλευρά της μύτης, μια λεπτή διαπεραστική τσίμπλα, που πρέπει να τη τρίβει. [Gr.].

- Αιμορραγία της μύτης, το βράδυ, ενώ κάθεται και στέκεται. [Lgh.].

- [110] Πρόσωπο πολύ χλωμό· και μια ανακάτεμα στο στομάχι (4η ημ.). [Ng.].

- Ερυθρότητα και αίσθημα θερμότητας στο δεξί μάγουλο.

- Κάψιμο, προκαλούν ψυχρότητα στο αριστερό μάγουλο. [Gr.].

- Αίσθημα σαν το πρόσωπο να τεντωνόταν και σαν το ασπράδι του αυγού να στεγνώνει στο δέρμα. [Ng.].

- Πρήξιμο του αριστερού μαγούλου. [Ng.].

- [115] Επαναλαμβανόμενα τινάγματα στο πρόσωπο, γύρω από το αριστερό αυτί, σε κάθε κίνηση του κεφαλιού· αργότερα επίσης σε ηρεμία. [Ng.].

- Σπαραγμός στα αριστερά οστά του προσώπου, έπειτα στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού. [Ng.].

- Σπαραγμός στο περιθώριο της δεξιάς κόγχης, προς την κροταφική κοιλότητα, φαινομενικά κάτω από το δέρμα. [Ng.].

- Πλάγιασμα στο δέρμα του μαγούλου κάτω από το δεξί μάτι, πρώτα αυξανόμενο, έπειτα εξαφανιζόμενο. [Gr.].

- Συχνά μια σφοδρή σουβλιά ανερχόμενη το δεξί μάγουλο. [Ng.].

- [120] Μωλωπικός πόνος στο αριστερό ζυγωματικό, πρώτα αυξανόμενος, έπειτα γρήγορα ελαττούμενος. [Gr.].

- Μικρά σπυράκια στο μέτωπο και στις πλευρές της μύτης. [Ng.].

- Τα χείλη ραγίζουν και ξεφλουδίζουν. [Ng.].

- Η εσωτερική επιφάνεια των χειλιών ξεφλουδίζει, χωρίς πόνο. [Ng.].

- Πίεση ακριβώς πάνω από τις αριστερές γωνίες των χειλιών, σαν από δάχτυλο. [Ng.].

- [125] Πόνος πληγής και στις δύο γωνίες των χειλιών. [Ng.].

- Στην κάτω γνάθο, σπαραγμός, τώρα εδώ, τώρα εκεί.

- Οι αδένες της κάτω γνάθου πονούν μέχρι τη γλώσσα, σαν πρησμένοι, η γλώσσα αισθάνεται καμένη.

- Πρήξιμο και φλεγμονή των υπογναθίων αδένων, περιστασιακά με διάτρηση εντός αυτών.

- Οδονταλγία, στην αριστερή κάτω σειρά, το βράδυ, μετά το ξάπλωμα. [Ng.].

- [130] Πόνος σε ένα δεξιό άνω τομέα, πιέζοντας προς τα μέσα. [Ng.].

- Οδονταλγία, επιδεινούμενη από ψύχος, ανακουφιζόμενη από θερμότητα, μη επιτρέπουσα ύπνο τη νύχτα. [Ng.].

- Επώδυνος, συχνός σπαραγμός στα δόντια της αριστερής πλευράς. [Ng.].

- Σπαραγμός στα αριστερά κάτω δόντια από το βράδυ έως τα μεσάνυχτα, στο κρεβάτι. [Ng.].

- Σπαραγμός στον αριστερό κυνόδοντα και στην κάτω γνάθο, όλη τη νύχτα, κατά την έμμηνο ρύση. [Ng.].

- [135] Γδαρσίμος οδονταλγία στη δεξιά κάτω σειρά· το βράδυ, χειρότερα μετά το ξάπλωμα, έως τις 2 π.μ. [Ng.].

- Γδαρσίμος πόνος σε έναν γομφίο και έναν τομέα, μόνο όταν δαγκώνει κάτι σκληρό. [Ng.].

- Σκαφτικός πόνος σε ένα κοίλο γομφίο, κατά και μετά τη μάσηση κάτι σκληρού. [Ng.].

- Θαμπότητα των δοντιών, όλο το απόγευμα (μετά 4 ώ.).

- Θαμπότητα των δοντιών, σε διάφορους χρόνους. [Ng.].

- [140] Τα ούλα έχουν σπογγώδες αίσθημα, αιμορραγούν στην ελαφρότερη επαφή. [Frz.].

- Ούλο στο δεξιό κάτω γνάθο· όταν πιέζεται, βγαίνει πύον. [Ng.].

- Ούλο.

- Στο στόμα, παροδική ξηρότητα.

- Δυσάρεστο αίσθημα ξηρότητας στο στόμα, επί δύο ημέρες.

- [145] Πολλή συγκέντρωση σάλιου στο στόμα, επίσης το πρωί, με γλυκιά γεύση. [Ng.].

- Συχνά υδαρές σάλιο στο στόμα.

- Συγκέντρωση σάλιου στο στόμα σαν από πείνα, επί αρκετές ώρες. [Lgh.].

- Σιαλόρροια, με επιταχυνόμενο σφυγμό. [*] [KINGLAKE, in phys. med. Journ., Λειψία, 1802.].

[*] Στο αγγλικό πρωτότυπο αυτό IV, 484. -Παρατηρήσεις σε ασθενείς με δερματικά νοσήματα. -Hughes.

- Βίαιη σιαλόρροια, χωρίς γεύση. [Ng.].

- [150] Φυσαλίδες στην εσωτερική πλευρά του αριστερού μαγούλου. [Ng.].

- Άφθες στο στόμα. [JACOBSON.].

- Ξηρή γλώσσα. [JACOBSON.].

- Βλέννα συχνά έρχεται στο στόμα, προκαλώντας πνιγμό και λόξιγκα· πρέπει να την καταπιεί γρήγορα. [Gr.].

- Στον λαιμό, αίσθημα βλέννας, που δεν ανεβαίνει ούτε κατεβαίνει, ούτε απαιτεί καθάρισμα του λαιμού. [Ng.].

- [155] Τραχύτητα στον λαιμό, μετά από σχεδόν κάθε νέα δόση. [Ng.].

- Ξύσιμο και τραχύτητα στον λαιμό. [Ng.].

- Ξέστισμα στον λαιμό.

- Ο λαιμός πονεί κατά την κατάποση, το βράδυ, χειρότερα στην αριστερή πλευρά. [Ng.].

- Διάτρηση στον φάρυγγα, χειρότερα κατά την κατάποση, στην αριστερή πλευρά, επίσης το βράδυ, με εξωτερικό πόνο όταν αγγίζεται. [Ng.].

- [160] Συσπαστικό αίσθημα στον λαιμό, ιδίως στη δεξιά πλευρά, κατά την κατάποση και σε άλλους χρόνους. [Ng.].

- Πρησμένος ο λαιμός, σαν να υπήρχε ένα βύσμα σε αυτόν.

- Κακή γεύση στο στόμα το πρωί μετά την αφύπνιση (5η ημ.). [Ng.].

- Δυσάρεστο και παχύρευστο στο στόμα, το πρωί στο κρεβάτι, που περνά μετά την έγερση. [Ng.].

- Πολύ κακή, σάπια γεύση στο στόμα.

- [165] Έλλειψη όρεξης και δυσφορία· η τροφή έχει κανονική γεύση, αλλά όχι ευχάριστη. [Gr.].

- Αποστροφή της τροφής, που φεύγει προς το βράδυ. [Ng.].

- Είναι πεινασμένη, αλλά μόλις φέρνει κάτι στο στόμα, αισθάνεται αποστροφή. [Ng.].

- Αποστρέφεται τη μυρωδιά του καφέ· της προκαλεί αδυναμία και τρέμουλο.

- Το ψωμί έχει πικρή γεύση σαν χολή, και πιέζει βαριά στο στομάχι.

- [170] Το γάλα προκαλεί μετεωρισμό.

- Γεύση για φρέσκα δαμάσκηνα. [Ng.].

- Μετά τη λήψη γάλακτος, κουρασμένη και εξαντλημένη, το πρωί. [Ng.].

- Είναι πεινασμένη, αλλά τρώει χωρίς όρεξη, αισθάνεται δυσφορία στο στομάχι μετά το φαγητό, επί αρκετές ημέρες. [Ng.].

- Αυξημένη πείνα και όρεξη (1η ημ.). [Ng.].

- [175] Μεγάλη όρεξη και απόλαυση της τροφής· αλλά ναυτία μετά το φαγητό, ώστε έπρεπε να σταματήσει το φαγητό χωρίς να χορτάσει. [Gr.].

- Αμέσως μετά το δείπνο, που απόλαυσε, προέκυψαν περισσότερα παθήματα. [Gr.].

- Κατά και μετά το δείπνο, θερμότητα, με καλή όρεξη. [Ng.].

- Όταν λαμβάνει κάτι θερμό, αμέσως προκύπτει ψυχρό ιδρώτα, ιδίως στο μέτωπο και το πρόσωπο, επίσης στο υπόλοιπο σώμα. [Frz.].

- Μετά το φαγητό, κωλικός και αμέσως μετά, σκαψούλευμα και ανησυχία στην κοιλιά, χωρίς διάρροια.

- [180] Μετά το φαγητό, εξαιρετική ατονία. [Frz.].

- Μετά το φαγητό, σφιξίματα στην περιοχή του στομαχιού, σαν να θα έσκαγε.

- Το πότισμα προκαλεί ψύχος στο στομάχι, εκτός αν κάτι πνευματώδες αναμειγνύεται με το υγρό.

- Συχνά, μακρά συνεχής, κενός ερυγμή (σύντομα). [Ng.].

- Όξινη ερυγμή, επίσης ενώ περπατά στον καθαρό αέρα (σύντομα). [Ng.].

- [185] Ελαφρώς όξινη ερυγμή.

- Οξύτητα στον λαιμό.

- Ελαφρώς όξινη πικρή παλινδρόμηση (4η ημ.).

- Πικρή ερυγμή, επανειλημμένα μετά το δείπνο. [Ng.].

- Πικρή ερυγμή. [Ng.].

- [190] Παλινδρόμηση γλυκάτου ύδατος. [Ng.].

- Ανέβασμα ύδατος από το στομάχι στο στόμα. [Ng.].

- Επαναλαμβανόμενη παλινδρόμηση ύδατος, περνώντας μετά το δείπνο. [Ng.].

- Ανέβασμα αλμυρού ύδατος στο στόμα, πριν τον έμετο. [Ng.].

- Ερυγμή με γεύση κρεμμυδιού.

- [195] Αποστροφή και συγκέντρωση σάλιου στο στόμα, με συχνό συσπαστικό πόνο στο στομάχι και την κοιλιά (8η ημ.). [Ng.].

- Αποστροφή στο στόμα, προς το μεσημέρι, αν και η τροφή και το ποτό έχουν καλή γεύση. [Fr. H.].

- Λόξιγκας κατά τη (συνηθισμένη) κάπνιση καπνού. [Lgh.].

- Συνεχής λόξιγκας. [*] [JACOBSON.].

[*] Επαναλαμβανόμενος μετά από κλύσματα που περιέχουν το οξύ. -Hughes.

- Λόξιγκας τη νύχτα. [Ng.].

- [200] Ναυτία με ρίγος.

- Τάση για έμετο, στο στομάχι, με αίσθημα βλέννας στον λαιμό. [Ng.].

- Τάση για έμετο, χωρίς αποστροφή· περνά με μια ερυγμή (σύντομα). [Ng.].

- Τάση για έμετο και αίσθημα χαλασμένου στομαχιού. [Ng.].

- Πρέπει να συγκρατείται βίαια, ώστε να μην εμετήσει.

- [205] Σφοδρή ναυτία· τα πάντα στο στομάχι του αναποδογυρίζουν, παλινδρομούν και φαίνονται έτοιμα να βγουν· αλλά πρέπει να τα καταπιεί ξανά. [Ng.].

- Έμετος απλού ύδατος, μετά από ξαφνική αδιαθεσία του στομαχιού (3η ημ.). [Ng.].

- Έμετος, πρώτα απλού ύδατος, έπειτα της τροφής που έφαγε το προηγούμενο βράδυ, η ναυτία συνεχιζόμενη. [Ng.].

- Μετά τον έμετο, δίψα. [Ng.].

- Η περιοχή του στομαχιού είναι πολύ ευαίσθητη εξωτερικά.

- [210] Πίεση στο στομάχι, με αίσθημα σαν ένα σκληρό, πολύ πικρό σώμα να ανεβαίνει στο στήθος· σε συνδυασμό με συχνή παλινδρόμηση βλέννας· αυτό αισθάνεται αργότερα μόνο στον λαιμό. [Ng.].

- Συνεχής πίεση στο στομάχι, με αναποτελεσματική τάση για ερυγμή (1η ημ.). [Ng.].

- Πίεση στο στομάχι, σαν από πέτρα, αυτή η πίεση κινείται προς τα πάνω, με ανέβασμα υδαρού σάλιου στο στόμα, μετά την οποία η πίεση περνά. [Ng.].

- Πίεση στο στομάχι, με συνεχή αποστροφή και χασμουρητό. [Ng.].

- Πληρότητα και αποστροφή στο στομάχι, μετά από κάθε δόση, μακρά συνεχής. [Ng.].

- [215] Πληρότητα και αίσθημα φουσκώματος στο στομάχι. [Ng.].

- Συσπαστικό αίσθημα στο στομάχι, με αποστροφή, σαν να πρόκειται να εμετήσει. [Ng.].

- Βίαιος συσπαστικός πόνος στο στομάχι και την κοιλιά. [Ng.].

- Ξαφνικός, ανήσυχος συσπαστικός πόνος στο βάθος του στομαχιού, εμποδίζων την αναπνοή. [Gr.].

- Επώδυνο σφίξιμο στο βάθος του στομαχιού, μακρά συνεχές. [Ng.].

- [220] Άρπαγμα στο στομάχι, κάθε βράδυ, σαν μετά από κρυολόγημα.

- Τομή στην αριστερή πλευρά κοντά στο στομάχι, τραβώντας προς την πλάτη. [Ng.].

- Τομή γύρω από το στομάχι και επώδυνο ανακάτεμα εντός αυτού, ενώ κάθεται και περπατά, επανειλημμένα, σε σύντομους παροξυσμούς. [Ng.].

- Διάτρηση στο στομάχι. [Ng.].

- Σουβλιά στο στομάχι, διαρκούσα πέντε λεπτά (μετά 1 ώ.).

- [225] Ευχάριστο αίσθημα θερμότητας στο στομάχι (μετά ¼ ώ.).

- Κάψιμο στο στομάχι με θαμπό αίσθημα στο κεφάλι (αμέσως). [Ng.].

- Ξαφνικό κάψιμο στο στομάχι, ώστε εκπλήχθηκε. [Ng.].

- Ψυχρότητα στο στομάχι (σύντομα μετά από νέα δόση). [Ng.].

- Ψυχρότητα και χαλάρωση στο στομάχι, με έλλειψη όρεξης. [Frz.].

- [230] Πλάγιασμα, ακριβώς κάτω από το επιγάστριο· όταν αυτό πιέζεται, υπάρχει οξύς πόνος σαν μετά από χτύπημα. [Gr.].

- Σουβλιά στην ηπατική περιοχή, κοντά στο στομάχι.

- Διάτρηση στην περιοχή των δεξιών πλευρών, επιδεινούμενη με την εισπνοή, κατά την έμμηνο ρύση. [Ng.].

- Θαμπή πίεση προς τα μέσα, κάτω από τις δεξιές πλευρές, επιδεινούμενη σε παροξυσμούς. [Gr.].

- Κλαγκιστικός πόνος στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς, σχεδόν προς την πλάτη. [Gr.].

- [235] Στην αριστερή υποχονδριακή περιοχή, μια σουβλιά, όταν σκύβει προς τη δεξιά πλευρά. [Ng.].

- Διάτρηση στην αριστερή υποχονδριακή περιοχή, φεύγοντας με πίεση επ' αυτής. [Ng.].

- Διάτρηση στις αριστερές κάτω πλευρές, συχνά ταυτόχρονα με διάτρηση στο στήθος. [Ng.].

- Αργός, παλλόμενος κλαγκιστικός πόνος κάτω από τις αριστερές πλευρές. [Gr.].

- Κάψιμο στα δύο υποχόνδρια, ενώ κάθεται, όλη την ημέρα. [Ng.].

- [240] Φούσκωμα του στομαχιού, με γουργούρισμα και (αθόρυβη) αποβολή αερίων. [Ng.].

- Πίεση στον ομφαλό, στην επιφάνεια, αλλά βίαιη. [Gr.].

- Πλαγιαστικός πόνος στην κοιλιά, επίσης το βράδυ. [Ng.].

- Πλάγιασμα στο υπογάστριο, προς την οσφυϊκή περιοχή, ώστε ξέσπασε ένας ανήσυχος ιδρώτας.

- Πλάγιασμα στην κοιλιά, τη νύχτα.

- [245] Πλάγιασμα και τομή στην κοιλιά, με βίαιη ώθηση για κένωση, τη νύχτα (1η ημ.).

- Βίαιο πλάγιασμα, τομή και στρίμωγμα στην κοιλιά, με ωδίνες σαν του τοκετού, σαν τα πάντα να θα ξεχείλιζαν, με ναυτία σαν λιποθυμία (μετά 30 ημ.).

- Ωδίνες σαν του τοκετού, σε όλη την κοιλιά, εκτεινόμενες στα ισχία, και έπειτα αίσθημα μωλώπισης στο ιερό οστό.

- Τομή και ανακάτεμα στην ομφαλική περιοχή. [Ng.].

- Τομή γύρω από τον ομφαλό, περισσότερο όταν περπατά στον καθαρό αέρα παρά στο δωμάτιο. [Ng.].

- [250] Διάτρηση στην αριστερή υπογαστρική περιοχή, σαν σουβλιές στον σπλήνα, κατά την κίνηση· περνά όταν κάθεται. [Ng.].

- Μακριά, θαμπή σουβλιά στην αριστερή πλευρά, κοντά στον ομφαλό, εκτεινόμενη στην κοιλιά. [Gr.].

- Κάψιμο και πίεση κάτω από τον ομφαλό, φαινομενικά στη μήτρα. [Ng.].

- Αίσθημα στην ομφαλική περιοχή, σαν νοσώδους θερμότητας, ή σαν σε καούρα. [Gr.].

- Ανήσυχο αίσθημα στην κοιλιά, το πρωί στο κρεβάτι.

- [255] Στη δεξιά βουβωνική χώρα, ένα σφιγκτικός πόνος. [Ng.].

- Τίναγμα στον αριστερό λαγόνα, και πίεση προς τα έξω σαν με δάχτυλο, πρώτα προκύπτον και φεύγοντας κατά τον ύπνο, έπειτα επανέρχεται ενώ στέκεται, και φεύγει ενώ περπατά· τέλος εμφανίζεται επίσης ενώ περπατά. [Ng.].

- Πλάγιασμα στον αριστερό λαγόνα. [Ng.].

- Σπαραγμός στην αριστερή βουβωνική περιοχή, ενώ κάθεται. [Ng.].

- Διάτρηση στον αριστερό λαγόνα. [Ng.].

- [260] Σουβλιά στον αριστερό λαγόνα κατά την εισπνοή, και έπειτα λεπτές σουβλιές στην άνω αριστερή πλευρά του στήθους· το βράδυ μετά το ξάπλωμα. [Ng.].

- Κάψιμο στον δεξιό λαγόνα, κατά τον βηχμό. [Ng.].

- Προβολή στη δεξιά βουβωνική περιοχή, το πρωί στο κρεβάτι, σαν να σχηματίζεται κήλη· περνά με την έγερση, αλλά επανέρχεται επανειλημμένα. [Gr.].

- Σφοδρός πόνος στη δεξιά βουβωνική περιοχή, ενώ περπατά και στέκεται, σαν να προβάλλει κήλη, ώστε δεν τολμά να βήξει ούτε να αναπνεύσει· αργότερα, ιδίως ενώ μιλά, αλλά και χωρίς αιτία, μια κήλη περιστασιακά προβάλλει με μεγάλο πόνο, που με την ηρεμία, και ιδίως με το κάθισμα, πάλι επανέρχεται· και τότε επιτρέπει την αναπνοή και τον βήχα χωρίς κανένα πρόβλημα. [Gr.].

- Ξαφνικός, προεξέχων πόνος στη δεξιά βουβωνική χώρα, σαν από αρχόμενη βουβωνοκήλη, κατά την έγερση μετά από κένωση, ανεξαρτήτως βήχα και αναπνοής. [Gr.].

- [265] Αδυσώπητη προβολή κήλης από το κοιλιακό δακτύλιο, με εξορυκτικό πόνο στον κοιλιακό δακτύλιο, ακόμη και μετά την επανατοποθέτηση της κήλης (μετά 2 ώ.).

- Παλμός, επί αρκετές ημέρες, στον τόπο όπου προέβαλλε η βουβωνοκήλη.

- Σουβλιές στην περιοχή της βουβωνοκήλης.

- Αιχμηρά τινάγματα απλώνονται στο υπογάστριο, περισσότερο στην επιφάνεια, σχεδόν σαν κωλικός, τινάζοντας κατά διαστήματα. [Gr.].

- Σφοδρό γουργούρισμα στην κοιλιά, με αποβολή αερίων. [Ng.].

- [270] Δυνατό γρύλισμα, γύρω από τον ομφαλό, το βράδυ, πριν το ξάπλωμα, και το επόμενο πρωί μετά την έγερση. [Ng.].

- Γρύλισμα γύρω από τον ομφαλό, με αίσθημα σαν να θα ερχόταν κένωση. [Ng.].

- Γρύλισμα και γουργούρισμα στην κοιλιά, με λαίμαργο· αυτό περνά μετά το φαγητό.

- Πλατύγασμα σαν από ύδωρ στην κοιλιά καθώς αυτό κινείται από την αναπνοή, ενώ ξαπλώνει.

- Άέρια, σύντομα και απότομα, αποβάλλονται με δυσκολία. [Gr.].

- [275] Διακεκομμένη κένωση (1η, 3η, 19η ημ.). [Ng.].

- Αναποτελεσματική ώθηση για κένωση, επί δύο ώρες (1η ημ.). [Ng.].

- Σκληρή κένωση, καμιά φορά καθυστερημένη (όχι πριν το βράδυ) επίσης ενίοτε με πόνους κατά την αποβολή της. [Ng.].

- Σκληρή, δύσκολη, ογκώδης κένωση, σαν καμένη, ή σαν κόπρανα προβάτων (4η, 6η, 7η ημ.). [Ng.].

- Πολύ σκληρή, αιματωμένη κένωση (19η ημ.). [Ng.].

- [280] Σκληρή κένωση, σε μικρούς, συνεκτικούς, μαύρους όγκους, αναμεμιγμένη με αίμα, και με τσιμπήματα καρφιού στον πρωκτό, τόσο σφοδρά ώστε έπρεπε να σηκωθεί από τον πόνο· κατά την έμμηνο ρύση. [Ng.].

- Πρώτα σκληρή, έπειτα μαλακή κένωση, το πρωί.

- Η κένωση είναι πολύ παχιά συστάσεως.

- Μαλακή, παχύρευστη κένωση, με πίεση στον πρωκτό κατά και μετά την αποβολή (μετά 6 ώ.). [Lgh.].

- Μαλακή κένωση, πολύ λεπτή σύσταση (3η ημ.). [Ng.].

- [285] Μαλακή κένωση, προηγούμενη από διάτρηση στον πρωκτό (2η ημ.). [Ng.].

- Μαλακή κένωση με αίσθημα κενότητας στην κοιλιά μετά (4η ημ.). [Ng.].

- Διάρροια, διαρκούσα έως το βράδυ· μόνο αφριστική βλέννα αποβάλλεται, με κάψιμο στο ορθό, με μετεωρισμό και γουργούρισμα.

- Υδαρής, πράσινη διάρροια. [JACOBSON.].

- Κιτρινωπή λευκή κένωση.

- [290] Το παιδί έχει συχνές κενώσεις, σαν κομμένες, κίτρινες σαν κουρκούμη και ιξώδους βλεννώδους συστάσεως.

- Κενώσεις πολύ δυσώδεις, μισές στερεές, μισές υγρές, με πολύ υδαρή βλέννα με αιματωρραγές ραβδώσεις.

- Κένωση χρωσμένη με αίμα.

- Αιματωμένη κένωση, σκληρή και μόνο κάθε δύο ή τρεις ημέρες (μετά 25 ημ.). [Ng.].

- Αιματωμένη κένωση, πρώτα σκληρή, έπειτα μαλακή, με κάψιμο στον πρωκτό. [Ng.].

- [295] Κατά την κένωση, πλάγιασμα στα πλάγια του επιγαστρίου. [Ng.].

- Κατά την κένωση, πόνος, σαν το ορθό να ξεκολώνεται.

- Μετά την κένωση, αίσθημα εξάντλησης στα έντερα.

- Πολλή ορμή αίματος προς το ορθό.

- κιρσοί του πρωκτού, με διάτρηση και κάψιμο.

- [300] Σφοδρή φαγούρα των κιρσών του πρωκτού.

- Υγρασία των κιρσών του πρωκτού και πόνος όταν αγγίζονται.

- Η πρώτη δράση του φαρμάκου φαίνεται να είναι κατακράτηση των ούρων και της κένωσης.

- Τα ούρα είναι κατακρατημένα (2ο πρωί). [Ng.].

- Ουρεί μόνο το πρωί και το βράδυ, συνοδευόμενο με κάψιμο (5η ημ.). [Ng.].

- [305] Ελαττωμένα ούρα, με κάψιμο κατά την αποβολή τους (2η ημ.). [Ng.].

- Συνεχής πίεση για ούρηση, και κάθε φορά πριν τις τελευταίες σταγόνες, υπάρχει μια σφοδρή τομή στην ουρήθρα, επί επτά ημέρες· έπειτα κάθε φορά τέντωμα στη βουβωνική χώρα και στη μέση.

- Το πρωί, πρώτα αυξημένη, έπειτα ελαττωμένη έκκριση ούρων, με κάψιμο (3η ημ.). [Ng.].

- Αυξημένη ροή ούρων (μετά 4 έως 12 ημ.). [Ng.].

- Πρέπει να σηκώνεται τη νύχτα για να ουρήσει (μετά 2 ημ.). [Ng.].

- [310] Ούρα σαν ύδωρ.

- Ούρα σαν ύδωρ, σύντομα καταθέτοντας ένα λεπτό ίζημα βλέννας (1η ημ.). [Ng.].

- Πυκνά ούρα, σε ελαττωμένη ποσότητα. [Ng.].

- Τα ούρα θολώνουν σε στάση, σαν πηλονέρο, και αργότερα καταθέτουν πηλώδες ίζημα. [Ng.].

- Λευκό ίζημα στα ούρα.

- [315] Καφεκόκκινα ούρα.

- Ούρα με ίζημα σαν αίμα, και καλυμμένα στην επιφάνεια με μια λεπτή μεμβράνη.

- Πριν, κατά και μετά την ούρηση, πλάγιασμα στο υπογάστριο. [Ng.].

- Πόνος στην κύστη, όταν δεν ικανοποιεί αμέσως την ώθηση για ούρηση.

- Έντονη πίεση στον τράχηλο της κύστης, σαν τα πάντα να θα ξεχείλιζαν, εξίσου βίαιη ενώ περπατά, στέκεται και κάθεται, αναγκάζοντάς τον να συσφίγγει τους μηρούς του· βελτιωμένη με τη συνουσία (τις πρώτες 10 ημέρες).

- [320] Στα γεννητικά όργανα και τους όρχεις, θερμότητα.

- Χάλαση του οσχέου.

- Κνησμώδης πόνος στο άνω χείλος της βαλάνου.

- Στύσεις την ημέρα, χωρίς ερωτικές σκέψεις.

- Εκσπερμάτιση, χωρίς ηδονική αίσθηση.

- [325] Μετά τη συνουσία, κάψιμο στην ουρήθρα.

- Πολλή διέγερση στη γυναίκα για συνουσία, η διέγερση υπάρχει περισσότερο στα εξωτερικά αιδοία· αλλά δεν διεγείρεται έντονα από τη συνουσία.

- Όνειρο της γυναίκας ότι τελεί συνουσία δύο φορές, και επίσης δύο εκσπερματισμούς (την πρώτη νύχτα).

- Όνειρο της γυναίκας, σαν να επιθυμούσε συνουσία, και κατά την αφύπνιση υπάρχει μια βίαιη, ανέκκλητη επιθυμία για αυτή, αισθανόμενη περισσότερο στη κλειτορίδα (μετά 40 ώ.).

- Ναυτία στην κοιλιά, σαν να θα εμφανιζόταν η έμμηνος ρύση.

- [330] Καθυστερεί την εμφάνιση της εμμήνου ρύσης κατά οκτώ ημέρες, χωρίς παθήματα.

- Έμμηνος ρύση καθυστερημένη κατά πέντε ημέρες, με πόνους στην κοιλιά και το ιερό οστό. [Ng.].

- Έμμηνος ρύση, έξι ημέρες νωρίτερα. [Ng.].

- Δύο ημέρες πριν την έμμηνο ρύση, τη νύχτα, εφιάλτης· σαν κάτι βαρύ να βρισκόταν επ' αυτής· δεν μπορούσε να μιλήσει· αισθανόταν σαν κάποιος να συσφίγγει τον λαιμό της, και ξύπνησε σε εφίδρωση.

- Κατά την έμμηνο ρύση, δίψα και ξηρή γλώσσα. [Ng.].

- [335] Κατά την έμμηνο ρύση, σουβλιές στην κοιλιά και στον κόλπο.

- Μετά την έμμηνο ρύση, μεγάλη διάθεση για συνουσία (μετά 11 ημ.).

- Μετά την έμμηνο ρύση, μεγάλη αποστροφή για συνουσία (μετά 38 ημ.).

- Συχνή έκκριση βλέννας από τον κόλπο, με διαβρωτικό αίσθημα (μετά 16 ημ.).

- Αιχμηρή, καυτή λευκόρροια.

- [340] Λευκόρροια, διαφανής, ή σαν γάλα, χωρίς αίσθημα.

- Έκκριση αιματηρής βλέννας από τον κόλπο, σαν να θα εμφανιζόταν η έμμηνος ρύση (μετά 2 ώ.).

* * * *

- Ματαία τάση για φτέρνισμα. [Ng.].

- Ένας ατμός πέρασε από τη μύτη της· έπειτα φτέρνισε είκοσι φορές, ακολουθούμενο από φράξιμο της μύτης. [Ng.].

- Καταρροή, με απώλεια της όσφρησης (4η, 5η ημ.). [Ng.].

- [345] Σφοδρή καταρροή με πληγμένα μάτια.

- Επίμονη βουλωμένη καταρροή.

- Βίαιη βουλωμένη καταρροή· το ένα ή το άλλο ρουθούνι δεν επιτρέπει καθόλου αέρα περιστασιακά. [Gr.].

- Ρευστή καταρροή (4η ημ.). [Ng.].

- Πολλά νερά τρέχουν από τη μύτη της, ενώ το ένα ρουθούνι είναι φραγμένο. [Ng.].

- [350] Βραχνός, ξηρός και τραχύς στον λαιμό και τον λάρυγγα. [Ng.].

- Βραχνάδα, τάση για καταρροή και βήχα.

- Πόνος στον λάρυγγα· μιλά με δυσκολία, σαν να λείπει η ορθή ευκαμψία και κινητικότητα από αυτά τα μέρη.

- Διαπεραστικός πόνος στον λάρυγγα.

- Βήχας και καταρροή, με σφοδρή πείνα (μετά 14 ημ.).

- [355] Το πρωί, κατά την αφύπνιση, αισθάνεται μια κατάρροση στο στήθος του, υπάρχει τάση για βήχα, χωρίς να αποβάλλεται κάτι· μετά από αρκετές ώρες, υπάρχει μια ελαφρά απόχρεμψη βλέννας.

- Βήχας, προκαλούμενος από τον καθαρό αέρα.

- Βήχας, μόνο όταν περπατά στον καθαρό αέρα (6η ημ.). [Ng.].

- Βηχμός. [JACOBSON.].

- Μοναδικές (σπάνιες) ξηρές ώθήσεις για βήχα· επίσης το πρωί μετά την έγερση. [Ng.].

- [360] Συχνός σύντομος βηχμός. [Ng.].

- Χαλαρός βήχας, με βλεννώδη απόχρεμψη το πρωί. [Ng.].

- Ξηρός, σύντομος βήχας, με λαχάνιαστες ώθήσεις.

- Σε κάθε ώθηση βήχα, μια θαμπή κρούση, ακριβώς πάνω από το χείλος του δεξιού βλεφάρου, προς τα έξω. [Gr.].

- Μετά τον βήχα, υπάρχει παλινδρόμηση της τροφής.

- [365] Μετά τον βήχα, το πρωί, πρώτα κενή, έπειτα πικρή βλεννώδης ερυγμή.

- Αιμόπτυση, ενώ περπατά αργά. [Fr. H.].

- Ασθματικός ενίοτε, για στιγμές.

- Καταπίεση της αναπνοής και πνιγμός στον λαιμό, συχνά τη νύχτα.

- Καταπίεση στο στήθος, το πρωί, με ναυτία.

- [370] Τόσο αδύναμος στο στήθος, ώστε μπορούσε να μιλήσει μόνο με δυσκολία.

- Πληρότητα στο στήθος.

- Πίεση στην αριστερή πλευρά του στήθους και στο βάθος του στομαχιού.

- Ελκτική τάση στην αριστερή πλευρά του στήθους. [Ng.].

- Θαμππός πόνος στο μέσο του στέρνου, σαν από χτύπημα. [Gr.].

- [375] Διαπεραστική πίεση στο στήθος και στον λαιμό, εμποδίζουσα την ανάσα, εξίσου βίαιη όρθιος και περπατώντας, βελτιούμενη από τον καθαρό αέρα, σε συνεχείς παροξυσμούς.

- Διάτρηση στη δεξιά πλευρά του στήθους. [Ng.].

- Βίαιη διάτρηση στη δεξιά πλευρά του στήθους, συχνή και συνεχής· με πίεση επ' αυτής, ο πόνος διεισδύει πιο βαθιά (5η ημ.). [Ng.].

- Σφοδρές σουβλιές στο στέρνο, κατά την είσοδο σε δωμάτιο από τον καθαρό αέρα· αυτές εκτείνονται στην άλλη πλευρά του στήθους, βαθιά μέσα· το βράδυ (1η ημ.). [Ng.].

- Θαμπές σουβλιές στην αριστερή πλευρά, κοντά στο στέρνο, σε έναν χόνδρο των πλευρών. [Gr.].

- [380] Ξαφνική, θαμπή σουβλιά, βίαιη και διαπεραστική, στην άνω αριστερή πλευρά του στήθους, εκτεινόμενη στην πλάτη. [Gr.].

- Λεπτές σουβλιές, βαθιά στην αριστερή πλευρά του στήθους, με παύση της αναπνοής, ή με ευαισθησία αργότερα σε ένα μικρό σημείο στην αριστερή πλευρά, πάνω από τον ξιφοειδή χόνδρο. [Ng.].

- Διάτρηση στην αριστερή πλευρά του στήθους, χειρότερα κατά την εισπνοή και τον βήχα· ενώ περπατά· ανακουφιζόμενη σε ηρεμία.

- Σουβλιές ενώπιον της αριστερής μασχάλης, κατά το κατέβασμα βαριάς φορτίδας, έπειτα σφοδρός μωλωπικός πόνος σε μεγάλο μέρος του στέρνου. [Ng.].

- Πολλές βίαιες σουβλιές διαπερνώντες την καρδιά, την ημέρα και τη νύχτα, με πόνο πληγής σύντομα μετά.

- [385] Παλλιελασία χωρίς άγχος, ενώ το άνω μέρος του σώματος είναι ώθημένο προς τα εμπρός, ενώ ακουμπά και τα δύο χέρια σε κάτι, με τάση για βαθιά αναπνοή, που μπορεί επίσης να γίνει χωρίς πρόβλημα. [Gr.].

- Συχνές μοναδικές καύσεις πόνου στην αριστερή πλευρά του στήθους. [Ng.].

- Κάψιμο συχνά, στην εξωτερική αριστερή πλευρά του στήθους, σαν από βρασμένο ύδωρ, τώρα ισχυρότερο, τώρα ασθενέστερο. [Ng.].

- Πόνος στο ιερό οστό, σαν μωλωπισμένος, ενώ στέκεται και κάθεται. [Ng.].

- Πόνος στο ιερό οστό και την πλάτη.

- [390] Πόνος στο ιερό οστό κατά την κίνηση, σαν πληγή, ή σαν σπασμωδική έλξη.

- Καυστικός πόνος στο ιερό οστό.

- Πόνος στην πλάτη, σαν πληγής και μωλωπισμένος. [Ng.].

- Ελκτικός πόνος στην πλάτη, κατά την κίνηση και το πάτημα.

- Δυσκαμψία στην πλάτη, που περνά την ημέρα κατά την κίνηση, επί αρκετά πρωία.

- [395] Λεπτή σουβλιά στη σπονδυλική στήλη και ταυτόχρονα στην αριστερή πλευρά του αυχένα. [Ng.].

- Φουρντέλος στην πλάτη.

- Τομή μεταξύ των ώμων, με κάψιμο, σαν να θα κοβόταν εκεί.

- Οι αριστεροί μασχαλιαίοι αδένες είναι επώδυνα ευαίσθητοι.

- Πόνος, σαν από έλκος κάτω από το δεξί χέρι, εκτεινόμενος στο στήθος, ιδίως όταν ανεβαίνει ύψος, αλλά επίσης ενώ περπατά, αυτό είναι τόσο σφοδρό ώστε πρέπει να καθίσει. [Fr. H.].

- [400] Έλξη στη δεξιά πλευρά του αυχένα, κάτω από το αυτί.

- Πόνος μεταξύ της πλευράς του αυχένα και της κορυφής του αριστερού ώμου, σαν από φορτίο που πιέζει προς τα κάτω. [Gr.].

- Στην κορυφή του αριστερού ώμου, ένα τρεμουλιαστό αίσθημα πίεσης, σε άνισους παροξυσμούς. [Gr.].

- Διάτρηση στην άρθρωση του ώμου, κατά την έγερση του βραχίονα.

- Διαπεραστικός σπαραγμός στην κορυφή του αριστερού ώμου.

- [405] Τίναγμα στη δεξιά άρθρωση του ώμου, κατά τη γραφή. [Ng.].

- Τομή πριν από την αριστερή μασχάλη. [Ng.].

- Διάτρηση πριν και κάτω από τη δεξιά μασχάλη. [Ng.].

- Κατά τη γραφή, περιστασιακά στο δεξί χέρι, μια έλξη και σπασμωδικά συσπαστικός, παραλυτικός πόνος.

- Βαρύτητα του χεριού.

- [410] Σουβλιές στις αρθρώσεις των χεριών.

- Τίναγμα, λεπτός σπαραγμός στο δεξί χέρι, συχνά εκτεινόμενος από τον αντίχειρα στο στήθος, ενώ κάθεται. [Ng.].

- Επώδυνος σπαραγμός στο δεξιό άνω βραχίονα, οπισθίως, κάτω από την άρθρωση του ώμου και προς τα πάνω σε αυτή. [Ng.].

- Διαβρωτικός πόνος, σαν χτυπημένος πληγή, στην εξωτερική πλευρά του αριστερού αγκώνα. [Gr.].

- Στην κορμοειδή απόφυση του αριστερού κερκιδικού, κοντά στην άρθρωση του καρπού, κάθε 3 δευτερόλεπτα ένας πόνος σαν χτύπημα, που αρχίζει ξαφνικά με βία, έπειτα γίνεται ασθενέστερος, ακτινοβολεί στο χέρι προς τα πάνω, όπου εξαφανίζεται. [Gr.].

- [415] Τεταμένος πόνος και στις δύο αρθρώσεις των αγκώνων.

- Γαλαζωπά στίγματα στον πήχη, σαν από συσσωρευμένο αίμα.

- Στην άρθρωση του καρπού, έλξη και κόπωση.

- Τεταμένος πόνος και βαρύτητα στο δεξί μετακάρπιο, ενώ περπατά στον καθαρό αέρα με τα χέρια κρεμασμένα, σαν το αίμα να συσσωρευόταν σε αυτά. [Gr.].

- Τίναγμα στο μετακάρπιο οστό του δεξιού δείκτη, εκτεινόμενο προς τα πάνω στο χέρι, πολύ επώδυνο. [Gr.].

- [420] Οξύς επώδυνος παλμός στο μετακάρπιο οστό του δεξιού δείκτη. [Gr.].

- Επώδυνα τινάγματα, σαν θαμπά χτυπήματα, όπου το μετακάρπιο οστό του αντίχειρα ενώνεται με τον καρπό, ενίοτε αυτό εκτοξεύεται προς τα πάνω τον καρπό έως το χέρι. [Gr.].

- Σκούρο κόκκινες μικρές εξογκώσεις στο ράχος του χεριού, με ελαφρά ψώρα, κάτω από την οποία φαίνεται να υπάρχει λίγο πύον, διαρκούσες 4 ημέρες, αλλά ανώδυνες. [Fr. H.].

- Έκρηξη στα χέρια και μεταξύ των δακτύλων, φαγούρα περισσότερο μετά τα μεσάνυχτα.

- Τα δάχτυλα σφίγγονται σπασμωδικά, ενώ νυστάζει, και κλείνονται σε γροθιά, ώστε εκπλήσσεται. [Gr.].

- [425] Τιναζόμενος πόνος στις άκρες των δακτύλων, φαινομενικά στα νεύρα. [Gr.].

- Καύση ή διαβρωτικές λεπτές σουβλιές στην πλευρά του μεσαίου δακτύλου. [Gr.].

- Καύση, διαπεραστικό μυρμήγκιασμα στην άκρη του μικρού δακτύλου, σαν από νύστα, όπως επίσης σε ένα μικρό σημείο του μεσαίου δακτύλου. [Ng.].

- Αιχμηρός, τιναζόμενος πόνος διαπερνώντας τον δεξιό αντίχειρα, αρχίζοντας από την άκρη του. [Gr.].

- Λεπτός σπαραγμός στον δεξιό αντίχειρα, φαινομενικά στο οστό της οπίσθιας άρθρωσης. [Ng.].

- [430] Θαμπές σουβλιές στις μεσαίες αρθρώσεις των δακτύλων.

- Σπαραγμός κάτω από το νύχι του δείκτη, σαν σε παρωνυχία, επιδεινούμενος με βύθιση σε κρύο ύδωρ. [Gr.].

- Αρκετά μικρά κρυοπαγήματα στα δάχτυλα, με οξύ πόνο.

- Στο δεξιό ισχίο, κράμπα.

- Το δεξιό κάτω άκρο είναι πολύ επιρρεπές σε μούδιασμα.

- [435] Ο αριστερός μηρός νυστάζει, ενώ κάθεται, ακόμη περισσότερο ενώ περπατά. [Ng.].

- Τέντωμα και έκταση των κάτω άκρων.

- Βαρύτητα των κάτω άκρων.

- Σπαραγμός στις πρησμένες φλέβες του δεξιού μηρού και του σκέλους, το πρωί στο κρεβάτι.

- Τομή πόνου στον μηρό.

- [440] Σπασμωδικά συσπαστικός, παραλυτικός πόνος στο δεξιό μηρό και σκέλος.

- Διακεκομμένο πλάγιασμα σε ένα μικρό σημείο στην εσωτερική πλευρά του αριστερού μηρού. [Gr.].

- Πίεση στο άνω μέρος της εσωτερικής πλευράς του δεξιού μηρού, σε παροξυσμούς. [Gr.].

- Σύσπαση αρκετά χαμηλά στον μηρό, που διακεκομμένα κατεβαίνει στα σκέλη. [Gr.].

- Καύση, τομή μυρμήγκιασμα στους μηρούς, σε άνισα διαλείμματα, σαν πληγή από κάτι διαβρωτικό. [Gr.].

- [445] Θαμπή διαπεραστική πίεση στην εξωτερική πλευρά του μέσου του αριστερού μηρού. [Gr.].

- Στα γόνατα, επώδυνη αδυναμία σε στάση, και οξέως επώδυνα τινάγματα εντός αυτών. [Gr.].

- Σπαραγμός, βαθιά στο αριστερό γόνατο, πάνω και κάτω, φεύγοντας με τρίψιμο. [Ng.].

- Οξύς πόνος, σαν από χτύπημα, λοξά κατά του αριστερού γόνατος σε κυματοειδή διαλείμματα. [Gr.].

- Επώδυνα τινάγματα στην εσωτερική πλευρά του αριστερού γόνατος, σαν θαμπές κρούσεις. [Gr.].

- [450] Θαμπές σουβλιές, σαν κρούσεις, στο μέσο του δεξιού γόνατος, ενώ κάθεται· αργότερα επί μακρόν, ένα μοναδικό καρφί σε αυτό. [Gr.].

- Καύση διαπεραστική στο αριστερό γόνατο. [Gr.].

- Οξεία τσιμπητές σουβλιές στο αριστερό γαστροκνήμιο. [Gr.].

- Καυστικός πόνος στο δεξιό γαστροκνήμιο.

- Στην αριστερή κνήμη, μυρμήγκιασμα.

- [455] Καύση, φαγούρα, κόκκινες κηλίδες στις κνήμες με ένα σβώλο στο μέσο τους· μετά το ξύσιμο, το μέρος πρήζεται και μετά την παύση του πρήγματος, η φαγούρα αρχίζει ξανά. [Ng.].

- Κράμπα στις γαστροκνημίες, ενώ περπατά, με μυρμήγκιασμα σε αυτές.

- Πόνος στις γαστροκνημίες, περισσότερο σε κάθισμα, παρά σε περπάτημα.

- Στον αριστερό τένοντα του Αχιλλέα, λεπτές, τσιμπητές σουβλιές. [Gr.].

- Στο δεξιό καμάρι, μια επώδυνη πίεση, ελαττούμενη και αυξανόμενη. [Gr.].

- [460] Σπαραγμός στο αριστερό πτέρνο, το πρωί κατά την αφύπνιση, επί ένα τέταρτο της ώρας.

- Καυτές σουβλιές στη πτέρνα.

- Δυσκαμψία των αστραγάλων, όταν περπατά.

- Το αριστερό πόδι νυστάζει το βράδυ, όταν κάθεται. [Ng.].

- Θαμπή, επώδυνη πίεση, κάτω από τον εξωτερικό σφυρό του αριστερού ποδιού, σε παροξυσμούς σαν κρούσεις ή τινάγματα. [Gr.].

- [465] Μωλωπικός πόνος στη πατούσα του αριστερού ποδιού, πρώτα αυξανόμενος, έπειτα τιναζόμενος, έπειτα ξαφνικά εξαφανιζόμενος. [Gr.].

- Τιναζόμενο πλάγιασμα στο μεσαίο δάχτυλο του ποδιού, σε παροξυσμούς. [Gr.].

- Τσιμπητές, λεπτές, διαπεραστικές σουβλιές κάτω από τον μεγάλο δάχτυλο του ποδιού. [Gr.].

- Σουβλιές στο corn.

- Σπαραγμός στο κάλιο, ώστε έπρεπε να τραβήξει πάνω το πόδι του.

- [470] Φαγούρα, εδώ κι εκεί στο σώμα, ακόμη και στο κεφάλι· μετά το ξύσιμο, επανεμφανίζεται σε άλλα μέρη. [Ng.].

- Μια γενική φαγούρα σε όλο το σώμα που προϋπήρχε, τώρα εξαφανίζεται (θεραπευτικό αποτέλεσμα). [Frz.].

- Τσίμπημα στο δέρμα, σαν από μάλλινα ρούχα.

- Διάτρηση σε ουλή που άφησε έγκαυμα.

- Διαβρωτικό αίσθημα σε έλκος.

- [475] Ίκτερος (στους εργάτες σε αποστακτήρια ελαίου βιτριόλου).

- Θαμπή πίεση σε διάφορα μικρά σημεία του σώματος, πρώτα αυξανόμενη, έπειτα ξαφνικά εξαφανιζόμενη. [Gr.].

- Σπαραγμός σε όλα τα άκρα, ιδίως το βράδυ, κατά την έμμηνο ρύση. [Ng.].

- Ρευματικός σπαραγμός και έλξη σε όλο το σώμα, ακόμη και στο πρόσωπο (αμέσως).

- Τάση για κράμπα, στα χέρια και τα πόδια. [Lgh.].

- [480] Subsultus tendinum. [JACOBSON.].

- Φαίνεται να είναι χειρότερα στον καθαρό αέρα. [Ng.].

- Ψυχρότητα, όλη την ημέρα.

- Ενώ περπατά, ένα αίσθημα σαν να θα βυθιζόταν στην μια ή την άλλη πλευρά.

- Αδυναμία στα κάτω άκρα και στο ιερό οστό, ώστε μόλις μπορούσε να σταθεί χωρίς στήριγμα.

- [485] Κόπωση όλου του σώματος, ώστε μόλις τολμά να σηκώσει το χέρι της.

- Τρεμουλιαστό αίσθημα σε όλο το σώμα, χωρίς τρέμουλο, λιγότερο το πρωί. [Fr. H.].

- Κόπωση, με πονοκέφαλο στο μέτωπο, ανακουφιζόμενη στον καθαρό αέρα. [Ng.].

- Συχνό χασμουρητό, μετά το δείπνο. [Ng.].

- Πολύ υπνηλία το πρωί, μετά την αφύπνιση, σαν να μην είχε κοιμηθεί καθόλου. [Ng.].

- [490] Αδυναμία να αποκοιμηθεί το βράδυ, αλλά αργότερα ο ύπνος είναι βαθύς.

- Αργός αποκοιμισμός το βράδυ, και ετοιμόλογη αφύπνιση τη νύχτα.

- Αργεί να αποκοιμηθεί, έπειτα κοιμάται ανήσυχα, και συχνά ξυπνά.

- Το βράδυ, στο κρεβάτι, συριγμός στο στήθος, γρήγορος σφυγμός, βραχεία ανάσα.

- Ξυπνά τη νύχτα μετά από δύο ώρες, εντελώς ξύπνιος, σαν να είχε τελειώσει τον ύπνο του.

- [495] Δραστήριος και εντελώς ξύπνιος, όλη τη νύχτα.

- Συχνά εκπλήττεται από βαθύ ύπνο. [Ng.].

- Κατά τον ύπνο, εκπληκτικά τινάγματα και ροή σάλιου.

- Αφύπνιση μετά τα μεσάνυχτα, χωρίς αιτία (2η ν.). [Ng.].

- Αφύπνιση μετά τα μεσάνυχτα, με θερμότητα, ξηρότητα στον λαιμό και δίψα· δεν μπορούσε να ανεχθεί να ξεσκεπαστεί. [Ng.].

- [500] Τη νύχτα, βίαιο άσθμα, με δύο ώρες βήχα (1η ν.).

- Ενώ κοιμάται, αισθάνεται πόνο στις αρθρώσεις της, που εξαφανίζονται κατά την αφύπνιση.

- Ενοχλητικά όνειρα, προκαλούντα το άτομο να ουρλιάξει.

- Ανήσυχα όνειρα για φωτιά, για αποθανόντες, για κίνδυνο. [Ng.].

- Συχνά όνειρα, αν και δεν μπορεί να τα ανακαλέσει (1η ν.). [Ng.].

- [505] Ριγμένος, επιθυμεί συνεχώς να κάθεται δίπλα στη σόμπα (20ή ημ.). [Ng.].

- Ριγμένος, το πρωί, στο δωμάτιο, λιγότερο στον καθαρό αέρα (μετά 12 ημ.). [Ng.].

- Παροδικό τίναγμα, σαν από ρίγος, με όχηση δέρματος (αμέσως). [Ng.].

- Παροδικό φρύαγμα, περιστασιακά, διαπερνών τον κορμό, περισσότερο εσωτερικά, χωρίς να αγγίζει άλλα μέρη. [Gr.].

- Συνεχές φρύαγμα, προς τα κάτω στον κορμό, χωρίς ψυχρότητα. [Gr.].

- [510] Θερμότητα, διερχόμενη το σώμα, ενώ τα χέρια είναι παγωμένα. [Frz.].

- Ξηρή θερμότητα το βράδυ μετά από οκτώ ώρες ταξίδι, με έντονη δίψα έως τις οκτώ· συνοδευόμενη με κάψιμο των ματιών, και μια φορά ένα παροδικό ρίγος (7η ημ.). [Ng.].

- Αισθάνεται συνεχώς περισσότερο θερμότητα παρά ψύχος, αντίθετα με την προηγούμενη διάθεσή του. [Ng.].

- Μεγάλη θερμότητα σε όλο το σώμα, το βράδυ μετά το ξάπλωμα (3η ημ.). [Ng.].

- Αυξημένη, επίσης ευχάριστη θερμότητα σε όλο το σώμα (2η, 3η ημ.). [Ng.].

- [515] Παλμός συχνότερος κατά δέκα κρούσεις. [Ng.].

- Μικρός, γρήγορος σφυγμός. [*] [KINGLAKE, JACOBSON.].

[*] Δεν ευρέθη ο Kinglake. -Hughes.

- Τάση για άφθονη εφίδρωση, σε κάθε κίνηση.

- Ιδρώνει πολύ ενώ κάθεται, ιδίως στο άνω μέρος του σώματος.

- Εύκολα παρακινείται να ιδρώσει την ημέρα. [Fr. H.].

- [520] Άφθονη πρωινή εφίδρωση (μετά 20 ώ.).

- Ελαφρώς όξινος πρωινός ιδρώτας, ακολουθούμενος από βραχνάδα.

Πνευματικά δικαιώματα © Médi-T 2006

Χρόνια Νοσήματα