Benzoic Acid
Allen - Keynotes of Leading Remedies · Henry C. Allen · 1,133 χαρακτήρες
Γενικά
Benzoic Acid. (C6H5COOH.)
Ουραιχμική, ρευματική διάθεση εμφυτευμένη σε γονορροϊκό ή συφιλιδικό ασθενή. Ουραιχμικές αποθέσεις· αρθρίτιδα περιπλανώμενη· προσβάλλει όλες τις αρθρώσεις, ιδίως το γόνατο, με τρίξιμο κατά την κίνηση· οζίδια (Berb., Lith., Lys.). Ούρα σκούρα καφέ και η οσμή ούρων έντονα intensified. Νυχτερινή ενούρηση ευαίσθητων παιδιών· στάζοντα ούρα ηλικιωμένων ανδρών με υπερπλασμένο προστάτη· έντονη χαρακτηριστική οσμή· περίσσεια ουρικού οξέος.
Καταρροή της κύστης μετά από κατασταλμένη γονόρροια. Διάρροια παιδιών· λευκά, πολύ δύσοσμα, εξαντλητικά υγρά κόπρανα, που ρέουν «κατευθείαν μέσα από την πάνα» (Pod.)· ούρα δύσοσμα και βαθιά κόκκινα. Βήχας: με απόχρεμψηση πράσινης βλέννας (Natr. s.)· ακραία κόπωση, ατονία. Πόνοι tearing, stitching, στις μεγάλες αρθρώσεις του μεγάλου δαχτύλου του ποδιού· ερυθρότητα και πρήξιμο των αρθρώσεων· ουραιχμία < τη νύχτα.
Σχέσεις
Παρόμοια: με, Cop., Nitr., Fer., Thuja, ιδίως σε ενούρηση αφού το Nitr. απέτυχε· Berb., Lith. c., σε αρθριτικά παθήματα. Χρήσιμο αφού το Colch. αποτύχει στην ουρική αρθρίτιδα· μετά από κατάχρηση του Cop. σε καταστολή γονόρροιας. Ασύμβατα: το κρασί, το οποίο επιδεινώνει τις ουρικές, ρευματικές παθήσεις των ουροποιητικών οργάνων.