Kali Sulphuricum
Clarke - Dictionary of Practical Materia Medica · John Henry Clarke · 6,041 χαρακτήρες
Γενικά
Kali Sulphuricum.
Kali sulphas. Θειικό κάλιο. K2SO4. Τριβή.
Κλινικά
Άνω γνάθου (Highmore), νόσος του. Άσθμα. Καταρράκτης. Καταρροή. Χορεία. Πιτυρίδωση. Δυσπεψία. Έκζεμα. Επιθηλίωμα. Καταρροή ευσταχιαίας σάλπιγγας. Ρύση. Βλεννόρροια. Ψώρα. Νύχια, νοσούντα. Κνίδωση. Οζαίνα. Πολύποδας. Ψωρίαση. Ρευματισμός. Δηλητηρίαση από Rhus. Ίλιγγος. Κοκίτης.
Χαρακτηριστικά
Η περιγραφή του Schüssler για αυτό το φάρμακο είναι η εξής: Το K. s., το οποίο σε αμοιβαία δράση με τον σίδηρο επιφέρει τη μεταφορά του εισπνεόμενου οξυγόνου σε όλα τα κύτταρα, περιέχεται σε όλα τα κύτταρα που περιέχουν σίδηρο. Η ανεπάρκεια του K. s. προκαλεί: «Αίσθημα βάρους και κόπωσης, ίλιγγο, ρίγος, παλμούς της καρδιάς, άγχος, μελαγχολία, οδονταλγία, κεφαλαλγία και πόνο στα άκρα». Αυτά επιδεινώνονται < σε δωμάτιο· στη ζέστη· προς το βράδυ· > σε ανοιχτό, δροσερό αέρα. «Ακολουθεί απολέπιση κυττάρων της επιδερμίδας και του επιθηλίου, τα οποία έχουν χαλαρώσει από τη σύνδεσή τους επειδή δεν τροφοδοτήθηκαν επαρκώς με οξυγόνο.
Η απολέπιση αυτών των επιθηλιακών κυττάρων ακολουθείται από καταρρούς με έκκριση κίτρινου βλέννου. Θεραπευτικά το K. s. ανταποκρίνεται στη διαδικασία της απολέπισης που λαμβάνει χώρα μετά από οστρακιά, ιλαρά, ερυσίπελας του προσώπου κ.λπ.»· σε καταρροή του λάρυγγα, των βρόγχων, των ρινικών οπών κ.λπ., όπου η έκκριση έχει τις ανωτέρω χαρακτηριστικές ιδιότητες· σε καταρροή του στομαχιού, όπου η γλώσσα έχει κιτρινωπή βλεννώδη επικάλυψη· σε καταρροή του μέσου ωτός και των νεφρών. Το K. s. διευκολύνει την πρόσβαση του οξυγόνου και έτσι διευκολύνει τον σχηματισμό νέου επιθηλίου.
Ο Schüssler επισημαίνει ότι το K. s. και ο σίδηρος επιτελούν την ίδια μεταφορά οξυγόνου στον οργανικό κόσμο. Όταν ένα θειικό άλας και οποιοδήποτε οξείδιο του σιδήρου έρχεται σε επαφή με αποσυντιθέμενες οργανικές ουσίες, παραδίδουν το οξυγόνο τους και σχηματίζουν θειούχο σίδηρο. Με περισσότερο οξυγόνο αυτό μπορεί να αποσυντεθεί περαιτέρω σε sulphuric acid και ένα οξείδιο του σιδήρου. Το K. s. είναι το Pulsatilla. του Schüssler.
Δεν έχει υποβληθεί σε κατάλληλο πείραμα (proving), και οι λεπτές ενδείξεις δεν είναι τόσο σαφείς όσο θα μπορούσαν. Οι κύριες ενδείξεις είναι εκείνες που δόθηκαν από τον Schüssler — το κίτρινο χρώμα των εκκρίσεων· οι εμφανίσεις του δέρματος και των βλεννογόνων μεμβρανών, και η επιδ. από τη ζέστη και η βελτ. σε ανοιχτό αέρα. Ο M. E.
Douglass (H. R., x. 279) αναφέρει μια περίπτωση άσθματος με παχιά κίτρινη πτύελα, πολλό τρίξιμο στο στήθος, εργώδη αναπνοή, η ομιλία σχεδόν αδύνατη, που θεραπεύτηκε με K. sul. 3x, πέντε κόκκοι κάθε ώρα κατά την κρίση. Ο Hansen θεράπευσε με K. sul. 3x μια περίπτωση ψωρίασης που ξεκίνησε στο δεξί πόδι, αργότερα προσέβαλε το αριστερό πόδι και τον αριστερό αγκώνα. Έκνυση, θηλωματώδης, οβάλ και δακτυλιοειδής με ωχρότερα κέντρα, καλυμμένη με κιτρινωπές λέπια, το δέρμα από κάτω κόκκινο και λείο.
Το καθοδηγητικό σύμπτωμα ήταν η «μεγάλη απολέπιση της επιδερμίδας». Όλα τα συμπτώματα είναι < το βράδυ (το Puls. < στο λυκόφως). «Η σφαίρα δράσης του βρίσκεται στα λεμφαγγεία: όταν λείπει αυτή η ουσία, προκύπτει ένας κίτρινος βλεννώδης καταρροής, ή μια κίτρινη κολλώδης έκκριση από μεμονωμένα σημεία των μεμβρανών». Οι πόνοι είναι περιπλανώμενοι: περιπλανώμενος ρευματισμός (Puls., K. bi.).
Γονόρροια και οφθαλμία των νεογνών (Puls.).
Σχέσεις
Αντίδοτο σε: δηλητηρίαση από Rhus. Συμβατά: Acet. ac. (κνησμός και ερυθρότητα του δέρματος)· Calc., Hep., Puls., Rhus, Sep., Sil., Sul. Σύγκριση: Puls., K. bi.· Hydrast. (δυσπεψία, επιθήλιομα).
Αιτιολογία
Ρίγος όταν έχει υπερθερμανθεί. Τραυματισμός.
Κεφάλι
Φρικτός ίλιγγος: < όταν σηκώνεται από ξάπλωμα ή από όρθια στάση· όταν κοιτάζει προς τα πάνω
Ρευματική κεφαλαλγία < σε ζεστό δωμάτιο, το βράδυ, > σε ανοιχτό αέρα
Μεγάλος πόνος κατά την κίνηση του κεφαλιού από πλευρά σε πλευρά ή προς τα πίσω, μπορεί να το κινήσει προς τα εμπρός χωρίς πόνο
Κίτρινη πιτυρίδα· υγρή, κολλώδης
Φαλακρό σημείο στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού, επίσης στη γενειάδα (μετά από γονόρροια).
Μάτια
Πυώδες ή κίτρινο βλέννο σε ασθένειες των ματιών· κίτρινες κρούστες· κίτρινη έκκριση
Οφθαλμία των νεογνών
Καταρροής.
Αυτιά
Καταρροική κώφωση· πρησμένες Ευσταχιανές σάλπιγγες.—Έκκριση: υδαρή, πυώδης· λεπτή, κίτρινη, κολλώδης· καφέ, δύσοσμη (δεξί), με πολύποδα· βρομερή.
Μύτη
Απώλεια όσφρησης και γεύσης (οζαίνα).—Εκκρίσεις: κίτρινες, δύσοσμες· εναλλασσόμενες με υδαρείς, < αριστ.· παχιές, σκούρας καφέ, ημιρρευστες, δύσοσμες από το άνω γνάθιο (αριστ.)· κιτρινωπές, ιξώδεις σε παλιά καταρροή.
Πρόσωπο
Πονοπρόσωπο < σε ζεστό δωμάτιο· βράδυ· > σε δροσερό ή ανοιχτό αέρα.
Επιθηλίωμα δεξ. παρειάς· δεξ. πλευρά μύτης
Χείλη, φουσκάλες, πρησμένα.
Στόμα
Οδοντόπονος < σε ζεστό δωμάτιο, > σε ανοιχτό αέρα
Γεύση: άνοστη, παχύρρευστη· χαμένη
Γλώσσα: επικαλυμμένη με κίτρινο βλέννα· κίτρινη, γλοιώδης, καμιά φορά με υπολευκίσματο περίγραμμα.
Στομάχι
Αίσθημα λιποθυμίας στο στομάχι και θολή αίσθηση στο κεφάλι, φοβάται να χάσει τα λογικά της.—Διαταραχές στομαχιού (πίεση, σαν φορτίο· πληρότητα) με κίτρινη βλεννώδη επίστρωση στη γλώσσα.
Κοιλιά
Γαστροδωδεκαδακτυλική καταρροή: ίκτερος.—Σκληρή, τυμπανώδης κοιλιά (κοκίτης).
Κόπρανα
Διάρροια
Κόπρανα: κίτρινα, ιξώδη· υδαρή, πυώδη· λεπτά, δύσοσμα
Δυσκοιλιότητα· αιμορροΐδες (με κίτρινη γλώσσα).
Ανδρικά
Βλενόρροια βαλάνου ή ουρήθρας· έκκριση κίτρινη, βλεννώδης ή πρασινωπή
Ορχίτιδα από κατασταλμένη βλενόρροια
Χρόνια σταγονορροία.
Γυναικεία
Έμμηνος ρύση: καθυστερημένη και ολιγομήνια, βάρος και πληρότητα στην κοιλιά· κάθε τρεις εβδομάδες (οζαίνα)· κεφαλαλγία κατά τη διάρκεια
Μητρορραγία
Λευκόρροια κιτρινωπή ή υδαρή, πυώδης.
Αναπνευστικό
Βραχνάδα από κρύωμα.—Βρογχίτιδα, άσθμα, κοκίτης, πνευμονία κ.λπ., με κίτρινη γλοιώδη επιδερμίδα ή υδαρή, πυώδη και άφθονη απόχρεμψη· αποβάλλεται εύκολα.
Πλάτη
Σκληρός αυχένας, κεφάλι γερμένο προς τα αριστ., ώμοι σηκωμένοι.—Περιοδικοί πόνοι στην πλάτη, στον αυχένα ή στα άκρα, < σε ζεστό δωμάτιο, > σε δροσερό αέρα.
Άκρα
Οξεία και περιπλανώμενη ρευματοειδής αρθρίτιδα· από κρύωμα μετά από υπερθέρμανση.
Άκρα
Εξάνθημα στον αριστ. μασχαλιαίο χώρο γύρω από τον αυχένα και στο ράχει των χεριών (δηλητηρίαση από Rhus).—Εφηλιδωτό εξάνθημα, κυρίως στα χέρια, > από ζεστό νερό.
Δέρμα
Ίκτερος
Κατασταλμένο εξάνθημα ιλαράς κ.λπ.—Άφθονη απολέπιση επιδερμίδας
Καυτική φαγούρα, θηλιώδες εξάνθημα που εκκρίνει υγρό σαν πύο.
Λεπτές κόκκινες φλύκταινες που συγχωνεύονται
Φολιδωτές κρούστες, απολέπιση, ραγάδες
Πληγές με κίτρινες, κολλώδεις εκκρίσεις
Επιθηλιακός καρκίνος.—Έκζεμα
Ψώρα
Ε intertrigo
Ασθενή νύχια.
Ύπνος
Πολύ ζωντανά όνειρα.
Πυρετός
Πυρετοί διαλείποντες, με χαρακτηριστική γλώσσα.