Ammonium Carbonicum
Cowperthwaite - Εγχειρίδιο Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Materia Medica) · Allen Corson Cowperthwaite · 7,328 χαρακτήρες
Γενικά
Ημικαρβονικό του Αμμωνίου.- 2 NH 4 O, 3 CO 2.
Κοινή ονομασία.- Αλατιά (μυρωδάτα άλατα).
Γενική ανάλυση.-
Το φάρμακο αυτό ασκεί τις ισχυρότερες επιδράσεις του στο αίμα, προκαλώντας υγροποίηση, καταστροφή των αιμοσφαιρίων και προάγοντας σήψη, με αποτέλεσμα να προκαλούνται αιμορραγίες και μεγάλη εξάντληση.
Επίσης, μέσω του γαγγλιακού νευρικού συστήματος, χωρίς να επηρεάζει τον εγκέφαλο, προκαλεί προσωρινά αυξημένη δραστηριότητα της καρδιάς και των αρτηριών και, σε περιορισμένο βαθμό, ενισχύει τη δραστηριότητα σχεδόν κάθε οργάνου του σώματος.
Οι γαστροεντερικοί και αναπνευστικοί βλεννογόνοι υπεραιμαίνονται και φλεγμαίνουν σε έντονο βαθμό, κάτι που αποτελεί τη σημαντικότερη τοπική δράση του φαρμάκου.
Χαρακτηριστικά συμπτώματα.
Νους
(Ammonium carbonicum)
Απάθεια και νωθρότητα· απόλυτη κατάθλιψη του νου.
Λήθη· κάνει λάθη στη γραφή και στην ομιλία.
Κεφάλι
(Ammonium carbonicum)
Βαριά και σφυγμοί στο μέτωπο μετά το δείπνο.
Αίσθημα καταθλιπτικού πληρώματος στο μέτωπο και στην κορυφή, σαν το κεφάλι να θα σκάσει. (Acon., Bry., Natr. mur.)
Αίσθημα ελαφρότητας στο κεφάλι.
Συμφόρηση αίματος στο κεφάλι τη νύχτα και κατά την αφύπνιση· θερμότητα του προσώπου.
Παλμικό, σφυγμώδες και πιεστικό στο μέτωπο, σαν να θα σκάσει· επιδ. μετά το φαγητό· κατά το περπάτημα σε ανοιχτό αέρα· βελτ. από την πίεση· σε ζεστό δωμάτιο.
Έντονος κνησμός του τριχωτού της κεφαλής.
Αυτιά
(Ammonium carbonicum)
Βόμβος μπροστά από τα αυτιά.
Μύτη
(Ammonium carbonicum)
Καταρροή αίματος από τη μύτη (Acon., Bell., Bry.) όταν πλένει το πρόσωπο το πρωί.
Καυστικό υγρό τρέχει από τη μύτη. (Aralia, Ars., Arum, Cepa .)
Καυστικό νερό τρέχει από τη μύτη.
Απόφραξη, κυρίως τη νύχτα· πρέπει να αναπνέει από το στόμα. (Natr. ars., Nux v.)
Όταν σκύβει, το αίμα ορμά στην άκρη της μύτης.
Πρόσωπο
(Ammonium carbonicum)
Θερμότητα στο πρόσωπο κατά τη διανοητική προσπάθεια· επίσης κατά τη διάρκεια και μετά το δείπνο.
Στόμα
(Ammonium carbonicum)
Οδονταλγία μόλις ξαπλώνει στο κρεβάτι το βράδυ.
Τα δόντια πονάνε όταν τα κλείνει πάνω τους· αισθάνονται επιμηκυμένα. (Carb. an., Nitr. ac., Merc.)
Φυσαλίδες στη γλώσσα.
Πολλά σάλια, πρέπει να τα εκτοξεύει. <arg_value>Ξινή και μεταλλική γεύση του φαγητού.
Λαιμός
(Ammonium carbonicum)
Καύση στον λαιμό μέχρι τον οισοφάγο, σαν από alcohol.
Τραχύτητα και ξύσιμο στον λαιμό. (Carb. v., Caust., Phos., Puls., Rumex.)
Πόνος στον λαιμό κατά την κατάποση, σαν η δεξιά αμυγδαλή να ήταν πρησμένη.
Σηπτική στηθάγχη· γαγγραινώδης εξέλκωση των αμυγδαλών. (Ailanth., Bapt., Mur. ac.)
Διφθερίτιδα· μύτη φραγμένη· το παιδί αναπηδά από τον ύπνο, δεν μπορεί να πάρει ανάσα.
Στομάχι
(Ammonium carbonicum)
Πίεση στο στομάχι μετά το φαγητό ή τη νύχτα. <arg_value>Πόνος στο στομάχι όταν πιέζεται.
Βίαιη πείνα και όρεξη, όμως λίγο φαγητό χορταίνει.
Ερεγισμοί κενοί· ατελείς.
Το στομάχι αισθάνεται πλήρες· τρέμουλο.
Θερμότητα στο στομάχι, απλούμενη στα έντερα.
Κοιλιά
(Ammonium carbonicum)
Ελαστικό πρήξιμο (μέγεθος γροθιάς) στο αριστερό βουβωνικό, τα βράδια· μωλωπισμένος πόνος εκεί· δεν μπορεί να ξαπλώσει στα αριστερά· κατά την αφύπνιση, το πρήξιμο και ο πόνος έχουν φύγει.
Κόπρανα και Πρωκτός
(Ammonium carbonicum)
Οι αιμορροΐδες προβάλλουν.
Κνησμός του πρωκτού.
Υδαρή κόπρανα, προηγείται και ακολουθείται από κοπές στην κοιλιά.
Έκκριση αίματος κατά τη διάρκεια και μετά την κένωση.
Κόπρανα καθυστερημένα και σκληρά· αργότερα, μαλακά κόπρανα.
Ουροποιητικά όργανα
(Ammonium carbonicum)
Βίαιος τενεσμός της κύστης.
Ακούσια ούρηση κατά τον ύπνο.
Γυναικεία όργανα.- (Ammonium carbonicum)
Διόγκωση, κνησμός και καύσος του αιδοίου. (Ars., Canth., Kreos., Merc., Sulph.)
Έμμηνος ρύση πρόωρη και υπερβολικά άφθονη. (Aloe, Calc. c., Nux v.)
Συμπτώματα όμοια με χολέρα στην έναρξη της εμμήνου ρύσης.
Αίμα εμμήνου ρύσης μαυριδερό, σε θρόμβους ( Croc., Cycl ., Ign., Plat.)· ερεθιστικό, προκαλεί πληγές στους μηρούς. (Sulph.)
Μεγάλη κόπωση όλου του σώματος κατά την έμμηνο ρύση (Carb. an., Coccul.), ιδίως των μηρών, με χασμουρημό, οδονταλγία, πόνο στην οσφυϊκή περιοχή και ρίγη.
Αναπνευστικά όργανα.- (Ammonium carbonicum)
Μεγάλη πίεση στην αναπνοή, ιδίως ανεβαίνοντας ακόμη και λίγα σκαλιά. (Acon., Ars ., Cact., Calc. c.)
Επικείμενη ασφυξία στην πορεία μιας νόσου.
Ξηρός βήχας, ιδίως τη νύχτα, σαν από σωματίδια σκόνης στον λαιμό.
Βίαιος βήχας κάθε πρωί στις τρεις ή τέσσερις η ώρα. (Dros., Kali chlor.)
Σύντομος, ασθματικός βήχας από ερεθισμό του λάρυγγα, με επώδυμη αίσθηση σπασμωδικής συστολής του θώρακα.
Βήχας, με απόχρεμψη αιματηρών πτυέλων.
Βαριά αίσθηση στο στήθος του.
Σουβλιές στο δεξιό θώρακα όταν σκύβει.
Καρδιά
(Ammonium carbonicum)
Ακουστή αίσθηση παλμών, με κρίσεις μεγάλης αγωνίας, σαν να πεθαίνει· κρύος ιδρώτας· αδυναμία ομιλίας· δυνατή, δύσκολη αναπνοή και τρέμουλο των χεριών.
Άνω άκρα.- (Ammonium carbonicum)
Σπασμός στο δεξί χέρι, που το τραβάει προς τα πίσω.
Το δεξί χέρι αισθάνεται πολύ βαρύ και χωρίς δύναμη.
Φλεγμονή των άκρων των δακτύλων, παρωνυχία.
Κάτω άκρα.- (Ammonium carbonicum)
Ανησυχία στα πόδια.
Κρύα πόδια, ιδίως όταν πηγαίνει για ύπνο.
Το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού γίνεται κόκκινο, πρησμένο και επώδυνο, ιδίως το βράδυ στο κρεβάτι, και όλο το πόδι πρήζεται.
Γενικότητες
(Ammonium carbonicum)
Κουρασμένος και εξαντλημένος όλη την ημέρα.
Ακραία ευαισθησία στον ανοιχτό αέρα. (Coccul., Sep., Sil.)
Η δεξιά πλευρά του σώματος πιο επηρεασμένη από την αριστερή.
Αποστροφή στο να πλένεται· στο να περπατά σε ανοιχτό αέρα.
Τάση προς γαγγραινώδη εκφύλιση των μορίων.
Δέρμα
(Ammonium carbonicum)
Βίαιος κνησμός· μετά το ξύσιμο, εμφανίζονται φυσαλίδες με καύσο.
Το άνω μέρος του σώματος κόκκινο σαν κόκκινο σcarlet. ( Bell .)
Απόλεπιση.
Ύπνος
(Ammonium carbonicum)
Συχνές βίαιες εκκινήσεις από τον ύπνο, με μεγάλο φόβο στη συνέχεια. (Acon., Ars., Bell., Bry., Hyos.)
Εφιάλτης κάθε βράδυ.
Υπνηλία, με αίμα υπερ-ανθρακούχο.
Πυρετός
(Ammonium carbonicum)
Ρίγη το βράδυ.
Ιδρώτας καθημερινά το πρωί.
Επιδείνωση
(Ammonium carbonicum)
Το πρωί, το βράδυ και τη νύχτα· κατά και μετά το φαγητό· από ανάβαση· από σκύψιμο· σε ανοιχτό αέρα· σε κακό, θυελλώδες καιρό· σε ηρεμία. (Dulc., Rhod., Rhus tox.)
Βελτίωση
(Ammonium carbonicum)
Θερμός, ξηρός καιρός· σε κλειστό χώρο· από πίεση.
Θεραπευτικό φάσμα.- (Ammonium carbonicum)
Κακοήθης ερυθρά πυρετός, με υπνηλία· σκούρο κόκκινος ή σηπτικός πονόλαιμος· παρωτίτιδα· εξωτερικό πρήξιμο του λαιμού· συριγμός στην αναπνοή· ακούσια κόπρανα με υπερβολικό εμετό· σώμα κόκκινο, με милиοειδές εξάνθημα ή αδύναμα ανεπτυγμένο εξάνθημα· απειλούμενη παράλυση του εγκεφάλου.
Ερυσίπελας ηλικιωμένων όταν αναπτύσσονται εγκεφαλικά συμπτώματα· ενώ το εξάνθημα είναι ακόμη εκδηλωμένο· αδυναμία και ευαισθησία όλου του σώματος· τάση προς γαγγραινώδη καταστροφή.
Παθήσεις των αεραγωγών-καταρροή, εμφύσημα, βρογχίτιδα, άσθμα, υδροθώρακας, στηθάγχη.
Σε υστερία και υστερικές νόσους.
Σε μηνορραγία· δυσμηνόρροια· λευκόρροια.
Σκορβουτικές παθήσεις· παρωνυχία.
Αποσκλήρυνση του εγκεφάλου. <arg_value>Κακώσεις από τσιμπήματα εντόμων.
Παθήσεις
(Ammonium carbonicum)
Ιδιαίτερα κατάλληλο για αδύναμα, νευρικά άτομα λεμφικής ή φλεβικής ιδιοσυγκρασίας.
Λεπτεπίλεπτες γυναίκες που πρέπει να έχουν πάντα μαζί τους μπουκαλάκι αλάτι οσφρητικό.
Σκροφουλώδη παιδιά· ηλικιωμένοι.
Σύγκριση
(Ammonium carbonicum)
Apis, Arn., Amm. mur., Bell., Camph., Kali chlor., Lach., Carb. v., Hep. s., Phos., Puls.
Αντίδοτα
(Ammonium carbonicum)
Arn., Camph., Hep. s.
Σε μεγάλες δόσεις: φυτικά οξέα· στερεά έλαια, όπως рициνέλαιο, λινέλαιο, αμυγδαλέλαιο και ελαιόλαδο.
Copyright © Robert Séror 2003
Ευρετήριο