Αρχική / Cowperthwaite / ARSENICUM ALBUM

Arsenicum Album

Cowperthwaite - Εγχειρίδιο Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Materia Medica) · Allen Corson Cowperthwaite · 15,648 χαρακτήρες

Όλα τα βιβλία για Arsenicum Album → Αντιδοτείται απόAconitum NapellusActaea RacemosaAgaricus MuscariusAnthracinumArgentum NitricumArnica MontanaBelladonnaCamphoraCarbo VegetabilisCastoreum Canadense
Γενικά

Αρσενικώδες οξύ.- As 2 O 3 .

Γενική ανάλυση.-

Το Arsenic έχει ειδική δράση σε σχεδόν κάθε όργανο, ιστό και έκκριση του σώματος.

Δρα άμεσα πάνω στη σύσταση του αίματος, πάνω στους ιστούς και πάνω στο νευρικό σύστημα.

Η κατάσταση που προκαλείται είναι μία κατάσταση αδυναμίας, που χαρακτηρίζει ολόκληρη την παθογένεση, και εξάντληση της ζωτικής δύναμης, προκαλώντας συμπτώματα παρεμποδισμένης λειτουργικής δραστηριότητας που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν σε ολοκληρωτική παράλυση.

Αυτή η εξάντληση, που προκαλεί ατονία, κατάπτωση, αδυναμία κ.λπ., είναι τόσο ιδιαίτερη του Arsenic, ώστε αποτελεί πάντοτε τη χαρακτηριστικότερη και σημαντικότερη δράση του, χωρίς να προκύπτει σε όλες τις περιπτώσεις, όπως θα μπορούσε να υποτεθεί, από οργανική καταστροφή, αλλά όντας παρούσα ως «απότομη και ολοκληρωτική καθίζηση των δυνάμεων», οφειλόμενη αποκλειστικά σε λειτουργικά αίτια.

Από τους ιστούς του σώματος επηρεάζονται πιο έντονα οι βλεννογόνοι μεμβράνες, προκαλώντας ερεθισμό, φλεγμονή και έλκωση, ενώ στις ορογόνους μεμβράνες και στο δέρμα παράγεται η ιδιαίτερη ερεθισμένη και φλεγμονώδης κατάστασή του· στις πρώτες προκαλώντας άφθονες εκκρίσεις, στο δεύτερο λεπτολεπιδωτικές και φλυκταινώδεις εκβλαστήσεις.

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του φαρμάκου είναι η νευρική ανησυχία, με ταχεία καχεξία και ιδιαίτερη δίψα.

Χαρακτηριστικά συμπτώματα.

Νους

(Arsenicum album)

Παραλήρημα τη νύχτα, με μεγάλη ανησυχία. (Acon., Rhus tox.)

Θλιμμένη, δακρυσμένη, αγχώδης διάθεση. (Ign ., Lyc., Natr. mur., Nux m., Puls., Rhus tox.)

Αγωνία και απόγνωση· τον ωθεί να μετακινείται από τόπο σε τόπο για ανακούφιση. ( Aur .)

Μεγάλη ανησυχία και ανησυχία στις 3 π.μ. ( Acon., Camph., Rhus tox )· τον διώχνει έξω από το κρεβάτι.

Δέος θανάτου ( Acon., Cimic., Agn., Nitr. ac ., Sec .), όταν είναι μόνος ή όταν πηγαίνει στο κρεβάτι.

Αποφασισμένος να αυτοκτονήσει, τόσο υποφέρει.

Ευερέθιστος, δυσαρεστημένος, επικριτικός, ιδιότροπος, εύκολα εξοργιζόμενος. (Bry., Cham., Nux v.)

Μεγάλος φόβος και αγωνία· βλέπει φαντάσματα ημέρα και νύχτα. (Acon., Puls.)

Κεφάλι

(Arsenicum album)

Ίλιγγος· σαν να θα έπεφτε. Κεφάλι μπερδεμένο, ζαλισμένο, ναρκωμένο.

Βαρύτητα στο κεφάλι, με βούισμα στα αυτιά· φεύγει στον καθαρό αέρα, αλλά επανέρχεται με την επανείσοδο στο δωμάτιο.

Έντονη κεφαλαλγία, αυξανόμενη με το φως και τον θόρυβο (Bell.), με ίλιγγο.

Αίσθηση σαν ο εγκέφαλος να κινούνταν και να χτυπούσε κατά του κρανίου κατά την κίνηση. (Hyos., Glon ., Rhus tox., Sulph., Sulph. ac.)

Ελκτική, πιεστική πόνος στη δεξιά πλευρά του μετώπου.

Πόνος, σαν μωλωπισμένος ή πληγώδης πάνω από τη μύτη και στο μέτωπο· το τρίψιμο ανακουφίζει προσωρινά.

Πόνος στο κεφάλι και το πρόσωπο, ιδιαίτερα έντονος στην αριστερή πλευρά.

Πτώση των μαλλιών. ( Graph ., Hep. s., Nitr. ac ., Phos., Sep., Sulph .)

Μόλις που αντέχει να αγγίζεται το κεφάλι, τόσο ευαίσθητο τριχωτό.

Χρόνιες εκδηλώσεις στο δέρμα, με φλύκταινες και κυστίδια γεμάτα πύον.

Μάτια

(Arsenicum album)

Φλεγμονή των ματιών και των βλεφάρων, με έντονο καυστικό πόνο. (Alum.)

Αίσθηση άμμου στα μάτια. ( Caust ., Sulph., Ign., Natr. mur., Phyt.)

Ο επιπεφυκότας μοιάζει με κομμάτι ωμού κρέατος.

Σφιγμοτική παλμός στα μάτια· με κάθε σφιγμό μια σουβλιά.

Βλέφαρα οδηματώδη, συχνά κλείνοντας πλήρως το μάτι. (Apis , Carls., Kali carb., Rhus tox.)

Τρέμουλο του άνω βλεφάρου (Arum), με δακρύρροια.

Υπερβολική φωτοφοβία. (Acon., Bell., Sulph .)

Καύση στα όρια των βλεφάρων.

Ξηρότητα των βλεφάρων, σαν τα μάτια να τρίβονταν από αυτά.

Καυστικά δάκρυα, που κάνουν τα μάγουλα και τα βλέφαρα πληγώδη.

(Euphr., Merc. cor.

Ήπια: Cepa.)

Οφθαλμία παιδιών· δέρμα τραχύ, ξηρό και βρώμικο στην όψη· φωτοφοβία και άφθονη καυστική δακρύρροια· ανακουφίζεται από ζεστές εφαρμογές.

Αυτιά

(Arsenicum album)

Σουβλιές πόνοι στον αριστερό ακουστικό πόρο (Kali bi.) τη νύχτα, από μέσα προς τα έξω.

Κουδούνισμα στα αυτιά. (Bell., Cinch ., Nux v .)

Βουητό στα αυτιά (Bell., Calc., Graph., Kali carb.), με κάθε παροξυσμό πόνου.

Μύτη

(Arsenicum album)

Εκδορική ροή από τα ρουθούνια. (Ailanth., Amm. carb., Arum , Cepa , Euphr ., Lyc .)

Κοινό κρυολόγημα· ρευστό με φτέρνισμα (Acon., Gels.)· με βραχνάδα και αϋπνία· επιδ. το πρωί· βελτ. στον καθαρό αέρα. (Puls.)

Δεν αντέχει τη μυρωδιά ή την όψη της τροφής.

Ενοχλητική απόφραξη στη γέφυρα της μύτης.

Ογκώδες πρήξιμο της μύτης.

Πρόσωπο

(Arsenicum album)

Πρόσωπο χλωμό σαν νεκρού· ωχρό, κίτρινο, καχεκτική όψη· πρησμένο· βυθισμένο (Ant. crud.)· καλυμμένο με κρύο ιδρώτα· ιπποκρατικό. (Verat. alb.)

Πρόσωπο εκφραστικό μεγάλης ψυχικής οδύνης. (Camph., Plumb., Verat. alb.)

Χείλη κυανά, μπλε, πρησμένα, μαύρα και ραγισμένα· ελκωμένα.

Οδηματώδες πρήξιμο του προσώπου. ( Apis .)

Καρκίνος προσώπου και χειλέων, με καυστικό πόνο.

Στόμα

(Arsenicum album)

Τρίξιμο των δοντιών κατά τον ύπνο. (Hell., Hyos., Podo.)

Τα δόντια φαίνονται μακρύτερα· χαλαρώνουν ( Merc ., Nitr. ac., Rhus tox .)· είναι ευαίσθητα στην πίεση και στο κρύο νερό.

Πρησμένα, αιμορραγούντα ούλα, επώδυνα στην αφή.

Σπασμωδικός πονόδοντος τη νύχτα, που εκτείνεται προς τον κρόταφο. <arg_value>Πληγές στα χείλη και έλκη στο στόμα.

Γλώσσα· τα πλάγια επικαλυμμένα, κόκκινη ραβδώση στο μέσο και κόκκινη άκρη (Phyt., Rhus tox.)· λευκωπή, πυρρός, κόκκινη, λεία, ξηρή ( Bell., Rhus tox.), και καφέ. (Bapt., Rhus tox.)

Βίαιο κάψιμο στη γλώσσα· γάγγραινα.

Πρήξιμο γύρω από τη ρίζα της γλώσσας, εξωτερικά και εσωτερικά.

Ξηρότητα στο στόμα, με βίαιη δίψα. (Bry ., Rhus tox.)

Επώδυνες φουσκάλες στο στόμα και στη γλώσσα.

Πίνει συχνά, αλλά λίγο κάθε φορά.

(Hyos., Cinch., Natr. ars.

Reverse, Bry.)

Άφθες στο στόμα.

Κάψιμο στο στόμα, στον φάρυγγα και στον οισοφάγο. (Acon., Canth., Caps.)

Υπερβολική δίψα· το πόσιμο δεν αναζωογονεί.

Καύσος δίψα, χωρίς ιδιαίτερη επιθυμία για πόσιμο.

Πικρή γεύση μετά το φαγητό. ( Bry., Cinch., Coloc., Nux v., Puls., Sulph .)

Λαιμός

(Arsenicum album)

Ξηρότητα και κάψιμο στον φάρυγγα και στον λαιμό. (Acon., Bell., Canth., Caps.)

Η κατάποση πολύ δύσκολη και επώδυνη· αίσθημα στένωσης. ( Bell., Hyos .)

Κάψιμο κατά την κατάποση· η τροφή κατεβαίνει στην περιοχή του λάρυγγα όταν εξέρχεται.

Στομάχι

(Arsenicum album)

Απώλεια όρεξης (Alum.)· αποστροφή για την τροφή. (Acon., Ant. tart.)

Λόξιγκας την ώρα που θα έπρεπε να είχε έρθει ο πυρετός.

Διαρκείας ναυτία, με λιποθυμικό τρόμο· ζέστη σε όλο το σώμα και ρίγος.

Βίαιος και αδιάκοπος έμετος· προκαλείται από φαγητό ή πόσιμο. (Nux v., Puls., Verat. alb.)

Διαταραχή στομαχίου από φαγητό φρούτων, παγωτού κ.λπ.

Έμετος των προσληφθέντων τροφών (Acon., Phos ., Verat. alb.), καφέ ουσίας, βλέννας και αίματος.

Μεγάλη αγωνία στην περιοχή του επιγαστρίου.

Έντονες καυσαλγίες στο στομάχι και στο επιγάστριο. (Ant. crud., Apis, Bell., Colch., Canth., Iris, Phos., Verat. alb.)

Σπασμοί στο στομάχι. (Acon., Ant. crud.)

Βάρος στο στομάχι, σαν πέτρα. ( Bry., Nux v., Puls .)

Το στομάχι ευαίσθητο στην πίεση. (Ant. crud., Bry ., Bell., Lyc.)

Κοιλιά

(Arsenicum album)

Η κοιλιά φουσκωμένη και επώδυνη. ( Apoc „ Merc .)

Βίαιες, καυτές πόνοι, με ανυπόφορη αγωνία. ( Acon., Canth.)

Κοπώδεις πόνοι στην κοιλιά. (Acon., Coloc.)

Πρήξιμο των βουβωνικών αδένων.

Κόπρανα και Πρωκτός

(Arsenicum album)

Τένεσμος και κάψιμο στο ορθό και στον πρωκτό. (Aloe, Canth., Cina, Iris , Merc., Osm.)

Πρόπτωση του πρωκτού (Podo.)· αιμορροΐδες· καυτικός πόνος.

Οι κενώσεις εκδορούν τον πρωκτό. (Merc., Sulph .)

Ακούσιοι κενώσεις ( Arn .) και ούρα. ( Hyos .)

Κόπρανα μαύρα (Acon.)· ερεθιστικά (Merc. cor., Carb. v., Lept., Sulph.)· βλεννώδη και πράσινη βλέννα (Aur. mur., Arg. nit., Merc., Puls., Sulph .)· σκούρα, αιματηρά, υδαρή και ανώδυνα (Ant. crud., Cinch., Podo.)· αιματωμένο νερό· σκούρου χρώματος· δυσώδη. (Bapt.)

Διάρροια, επιδ. μετά τα μεσάνυχτα, επίσης το πρωί μετά το σηκώσιμο.

Διάρροια, μετά από ψύξη του στομαχίου από λήψη κρύων ουσιών.

Αιμορραγίες από τα έντερα· σκούρες· δυσώδεις.

Δυσκοιλιότητα. (Bry., Calc. c., Nux v., Op., Sulph.)

Ουροποιητικά όργανα

(Arsenicum album)

Κάψιμο στην ουρήθρα κατά την ούρηση. (Can. sat., Canth.)

Ακούσια ούρηση. (Bell., Hyos.)

Ούρα ολιγοσχελής· αποβάλλεται με δυσκολία· κάψιμο κατά την έκκριση. (Acon., Canth.)

Κατακράτηση ή κατακράτηση ούρων (Acon., Hyos., Stram.)· παράλυση της κύστης.

Αιματουρία (Canth., Colch., Ham., Phos.)· αλβουμινουρία· ουραιμία.

Ανδρικά όργανα.- (Arsenicum album)

Επώδυνο οίδημα των γεννητικών οργάνων και γάγγραινα.

Βάλανος κυανή, ερυθρή, οιδηματώδης και ραγισμένη.

Οίδημα του οσχέου.

Γυναικεία όργανα.- (Arsenicum album)

Λευκόρροια άφθονη, κίτρινη, πυκνή (Hydras., Kali bi.), διαβρωτική (Kali carb.)

Λεπτή, λευκίζουσα, δυσώδης έκκριση, αντί της εμμήνου ρύσης.

Έμμηνος ρύση πρόωρη, άφθονη (Ambr., Amm. carb., Calc. c., Nux v.)· εξάντληση (Alum., Carb. an., Cocc.)· σκούρο αίμα.

Αιμορραγία, με διαπεραστικούς, καυτούς πόνους.

Αυξημένη σεξουαλική επιθυμία, με ακούσια έκκριση βλέννας.

Διαπεραστικοί πόνοι από την κοιλιά προς τον κόλπο.

Καύσος ή ταινιώδης πόνος στην ωοθήκη.

Πιεστικοί, σουβλιές πόνοι στην περιοχή της δεξιάς ωοθήκης· καμιά φορά εκτεινόμενοι στον μηρό, που αισθάνεται κουρασμένος.

Αναπνευστικά όργανα.- (Arsenicum album)

Φωνή αδύναμη, τρεμουλιαστή, άνιση, βραχνή.

Βήχας προκαλούμενος από αίσθηση καπνού, ή ως από ατμούς sulphur (Cinch., Ign., Lyc.)· ή από συνεχή γαργάλησμα στον λάρυγγα. (Amm. carb., Bell., Calc. c., Dros., Ign., Rhus tox., Rumex, Sang.)

Προσομοιάζει με μεμβανώδη κρουπ, οφειλόμενο σε ανασταλμένα ή μη εμφανιζόμενα εξανθήματα, ιδίως κνίδωση ή ουρτικαρία.

Έλλειψη αναπνοής αμέσως κατά την κατάκλιση, το βράδυ, με συριγμό και στένωση στην τραχεία.

Συμπίεση, επιδεινούμενη από καταιγίδες και βαριά ατμόσφαιρα, από γρήγορο περπάτημα, ανάβαση, ζεστά και σφιχτά ρούχα, αλλά ιδίως από εναλλαγές θερμότητας και ψύχους.

Συριγμός στην αναπνοή, με βήχα και αφρώδη απόχρεμψη, που μοιάζει με χτυπημένο ασπράδι αυγού.

Βήχας, με αιματηρά πτύελα.

Βήχας πνιγηρός τη νύχτα· πρέπει να κάθεται όρθιος. (Acon., Samb., Ant. tart.)· μετά την κατάκλιση· κατά την έξοδο σε κρύο αέρα.

Δύσπνοια, με μεγάλη αγωνία. (Ascl. t.)

Συμπίεση· έλλειψη αναπνοής· πρέπει να πετάγεται από το κρεβάτι τα μεσάνυχτα.

Οι αεροφόροι οδοί φαίνονται στενωμένες. (Ign.)

Συμπίεση της αναπνοής κατά το γρήγορο περπάτημα ή την ανάβαση σε ύψος. (Acon., Amm. carb., Ascl. t., Calc. c., Kali nitr., Merc.)

Στένωση του θώρακα, με μεγάλη ανησυχία και ταραχή τα βράδια· μεγάλη δύσπνοια· πρόσωπο κυανωτικό και καλυμμένο με κρύο ιδρώτα· μεγάλη ανησυχία.

Ρίγος στο εσωτερικό του θώρακα τα βράδια.

Σουβλιές στο άνω δεξιό θώρακα.

Πολύ κολλώδης βλέννα στον θώρακα. (Ant. tart., Kali bi.)

Κάψιμο στον θώρακα.

Αιμόπτυση μετά από απώλεια αίματος· καυτή ζέστη σε όλο το σώμα, ιδίως με πόνο μεταξύ των ωμοπλατών· σε μεθυσμένους, ή από κατασταλμένη έμμηνο ρύση.

Καταρροή στον θώρακα, μεγάλη πνιγμονή· το παιδί σφαδάζει σε αγωνία.

Γάγγραινα των πνευμόνων, με πράσινα, ιχώδη πτύελα.

Σουβλιές και πίεση στο στέρνο.

Καρδιά και σφυγμός.- (Arsenicum album)

Βίαια παλμικά κτυπήματα της καρδιάς, ιδίως τη νύχτα, ορατά και ακουστά, με αγωνία. (Acon., Spig., Verat. alb.)

Σφυγμός, επιταχυνμένος· ευερέθιστος· γρήγορος και μικρός· γρήγορος, αδύνατος και άρρυθμος (Acon., Ant. tart.)· αδύνατος, μόλις αισθητός. (Acon.)

Στηθάγχη· αιφνίδια σφιξίματα πάνω από την καρδιά· βασανιστικός προκάρδιος πόνος· ανησυχία, δύσπνοια κ.λπ.

Αυχένας και πλάτη.- (Arsenicum album)

Αυχένας σκληρός, σαν μωλωπισμένος ή διαταμένος.

Δυσκαμψία της σπονδυλικής στήλης, αρχίζοντας από την περιοχή του κόκκυγα.

Μωλωπισμένος πόνος στη μέση. (Arn., Bry.)

Έλλειψη δύναμης στη μέση.

Άνω άκρα.- (Arsenicum album)

Ελκτικός, σπασμωδικός και διαρρηκτικός πόνος από τις άκρες των δακτύλων προς τους ώμους.

Χέρι και κάτω μισό του αντιβραχίου σκούρα και κυανωτικά. <arg_value>Καυτά έλκη στις άκρες των δακτύλων.

Κάτω άκρα.- (Arsenicum album)

Αίσθηση σαν τα κάτω άκρα να λύγιζαν κατά την ανάβαση σκάλας.

Πόνος σαν από ξυλοκόπημα στην άρθρωση του γόνατος.

Ανησυχία στα κάτω άκρα· δεν μπορεί να μένει ακίνητος τη νύχτα· πρέπει να αλλάζει συνεχώς τη θέση των ποδιών, ή να περπατά για ανακούφιση. (Rhus tox.)

Ψύχος στα κάτω άκρα.

Διαρρηκτικός, καρφικός περιοστιαλγικός πόνος κατά μήκος του άκρου έως τον μέγα δάκτυλο.

Βίαιος ελκτικός, διαρρηκτικός πόνος στο δεξί πόδι.

Ελκτικός πόνος στα πόδια όταν ακουμπούν τα πέλματα στο δάπεδο, ενώ κάθεται.

Σπασμοί στις γάμπες. (Sulph., Calc. c., Camph., Nux v., Sil.)

Οιδηματώδες πρήξιμο των ποδιών. (Acet. ac., Apis, Colch.)

Επώδυνο κάψιμο στις βάσεις των δακτύλων του ποδιού κατά το περπάτημα, σαν από τριβή.

Έλκη στα πέλματα και στα δάχτυλα των ποδιών.

Άκρα

(Arsenicum album)

Υπερβολική αδυναμία και εξάντληση των άκρων, που τον αναγκάζει να ξαπλώσει.

Σπασμωδικές συσπάσεις, τρόμος, τρέμουλο, κούραση των άκρων.

Γενικότητες

(Arsenicum album)

Μεγάλη εξάντληση (καχεξία). (Ferr.)

Επιληπτικές σπασμοί (Bell., Calc. c.) ; συχνές λιποθυμίες.

Μεγάλη ανησυχία και αγωνία. (Acon.)

Απότομη κατάρρευση της δύναμης (Acon., Camph., Sec., Verat. alb.) ; από ελαφρό πόνο ή άλλες αιτίες.

Μεγάλη αδυναμία και εξάντληση (Bry., Phos., Sec.) ; μόλις μπορεί να περπατήσει. (Ferr.)

Λιποθυμία, αγωνία και αδυναμία νωρίς το πρωί.

Μη ανεκτικοί πόνοι, περιοδικοί.

Καύσοι πόνοι (Carb. v., Phos.), ιδίως στα εσωτερικά όργανα ; δέρμα και έλκη.

Μετά από μεγάλες καταπονήσεις, ορειβασία κ.λπ.

Δέρμα

(Arsenicum album)

Επώδυνη, μαύρη έκρηξη.

Ξηρότητα δέρματος σαν περγαμηνή.

Πετέχειες. (Arn., Sec.)

Φλυκταινώδεις εκρήξεις.

Καύσος, κνησμός, πόνος μετά το ξύσιμο.

Έλκος στο πόδι, καλυμμένο με γκρίζα κρούστα και περιβαλλόμενο από φλεγμονώδη περίγραμμα ; καύσος και πόνος. (Carb. v.)

Ξηρή, φολιδωτή έκρηξη σαν πίτουρα. (Nitr. ac.)

Γαγγραινώδης όψη ελκών. (Carb. v., Kreos., Lach., Sil., Sec.)

Ύπνος

(Arsenicum album)

Συχνές εκκινήσεις στον και από τον ύπνο. (Agar., Amm. carb., Bell., Bry., Hyos., Stram., Sulph.)

Ανήσυχνος, ταραγμένος ύπνος, με γοερούς ήχους. (Lyc., Puls.)

Όνειρα γεμάτα φροντίδες, θλίψη και φόβο ; καταιγίδες με βροντές, φωτιά, μαύρο νερό, σκοτάδι κ.λπ.

Πυρετός

(Arsenicum album)

Ρίγος χωρίς δίψα, επιδ. στον ανοιχτό αέρα.

Ψύχρα του σώματος, ξηρό δέρμα, εναλλάξ με κρύους ιδρώτες.

Ρίγη και ζέστη ανακατεμένες, ή εσωτερική ψύχρα, εξωτερική ζέστη και κόκκινα μάγουλα (Arn.) ; μπλε νύχια και χείλη κατά το ρίγος.

Εσωτερικός καύσος, ξηρή ζέστη. (Acon., Bry.)

Κρύος, κολλώδης ιδρώτας (Cham., Digit., Kali nitr., Merc., Sec.) ; ή όξινος και δυσοσμικός ιδρώτας. (Arn., Merc.)

Κατά τον ιδρώτα ανεπόδιστη δίψα ; ιδρώνει όταν αποκοιμιέται.

Επιδείνωση

(Arsenicum album)

Τη νύχτα, ιδίως μετά τα μεσάνυχτα (1 έως 3 π.μ.) ; από το κρύο γενικά, κρύο αέρα, κρύο φαγητό (παγωτό), κρύα ποτά, κρύο πλύσιμο ; μετά από φαγητό και πόσιμο ; από ξάπλωμα με το κεφάλι χαμηλά.

Βελτίωση

(Arsenicum album)

Από τη θερμότητα γενικά, από το να κείται με το κεφάλι ψηλά· από την κίνηση.

Θεραπευτικό εύρος.- (Arsenicum album)

Επιδράσεις δηλητηρίασης από σάπια ή νοσογόνα ζωική ύλη, με εμβολιασμό, εισπνοή ή κατάποση· γενικός ύδρωπας θωρακικών ή κοιλιακών κοιλοτήτων· διαλείποντες πυρετοί, ιδίως μετά από κατάχρηση Kinine· τυφοειδείς και εμπυρετικές καταστάσεις· φλεγμονή των βλεννογόνων· επιπεφυκίτιδα· ρινίτιδα· άφθες· διάρροια· δυσεντερία· έλκωση κ.λπ.· δυσπεψία· δερματικές διαταραχές· νευρικές παθήσεις· νευραλγία· χορεία· επιληψία· παράλυση κ.λπ.· στηθάγχη· άσθμα· πνευμονία· καρδιακή νόσος· νόσος του Bright· καρκίνωμα· γαγγραινώδεις τάσεις· δήγματα φιδιού· βλαβερές επιδράσεις από το μάσημα καπνού.

Σύγκριση

(Arsenicum album)

Acon., Arn., Bell., Bry., Carb. v., Carb. ac., Cham., Cinch., Graph., Hell., Iodi., Kali bi., Lach., Merc., Nux v., Phos., Puls., Rhus tox., Samb., Sulph., Verat. alb.

Αντίδοτα

(Arsenicum album)

Camph ., Carb. v., Cinch., Chin. sulph., Ferr., Hep. s., Iodi., Ipec., Lach., Nux v., Samb., Tabac., Verat. alb.

Σε μεγάλες δόσεις: τριοξείδιο του σιδήρου· ενυδατωμένο υπεροξείδιο του σιδήρου ή καταβρεχμένο ανθρακικό ασβέστιο του σιδήρου· χυμός ζαχαροκάλαμου ή νερό με μέλι· ασβεστόνερο σε άφθονες δόσεις, εμετικά με θειικό ψευδάργυρο· ανθρακικό κάλιο και μαγνησία, ανακινημένα σε λάδι· εγχύσεις στυπτικών ουσιών· μεγάλες ποσότητες αραιωτικών ποτών.

Arsenicum Αντίδοτα.-

Carb. v., Cinch., Ferr., Graph., Iodi., Ipec., Lach., Merc., Nux v., Verat. alb.

Δηλητηρίαση από μόλυβδο και βλαβερές συνέπειες του alcohol.

Πνευματικά δικαιώματα © Robert Séror 2003

Ευρετήριο