Euphrasia Officinalis
EUPHRASIA · Cowperthwaite - Εγχειρίδιο Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Materia Medica) · Allen Corson Cowperthwaite · 3,133 χαρακτήρες
Γενικά
(Euphrasia Officinalis.)
Natural order.- Scrophulariaceae.
Κοινή ονομασία.- Eyebright.
Γενική ανάλυση.-
Μέσω του γαγγλιακού νευρικού συστήματος η Euphrasia ασκεί τη δράση της σχεδόν εξ ολοκλήρου επάνω στους βλεννογόνους, ιδίως εκείνους του οφθαλμού και των βλεφάρων, καθώς και του ανώτερου τμήματος του αναπνευστικού συστήματος, προκαλώντας μια σαφή καταρροϊκή φλεγμονή, που έχει τη φύση μιας γρίπης και χαρακτηρίζεται από υπερβολική υδαρή έκκριση, η οποία αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό του φαρμάκου.
Χαρακτηριστικά συμπτώματα.
Κεφάλι
(Euphrasia officinalis)
Σύγχυση και μωλωπισμένος πόνος στο κεφάλι. ( Gels .)
Θαμπό μετωπική κεφαλαλγία. (Hydras., Kali bi., Nux v., Puls .)
Μάτια
(Euphrasia officinalis)
Κάψιμο στα μάτια, με δακρύρροια. (Ars.)
Πίεση στα μάτια, με δακρύρροια.
Συχνό καυστικό τσούξιμο στα μάτια· τσούξιμο, τρέχουν υγρά από αυτά . (Ars., Merc. cor.)
Κνησμός και κάψιμο στα μάτια, που αναγκάζουν σε συχνό ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων και σκούπισμα των ματιών. (Croc., Puls.)
Ερυθρότητα, κάψιμο· πρήξιμο των ακμών των βλεφάρων . (Merc. cor., Sulph .)
Συχνή τάση για ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων . (Croc.)
Βλέφαρα ευαίσθητα και πρησμένα.
Άφθονη ροή ερεθιστικών δακρύων, που σχεδόν τον τυφλώνουν. (Merc. cor.)
Θαμπή όραση, σαν μέσα από πέπλο, το βράδυ. (Caust., Merc., Petrol., Puls., Sulph .)
Αίσθηση σαν ο κερατοειδής να καλύπτεται από πολύ βλέννα· του θολώνει την όραση και τον αναγκάζει να κλείνει και να πιέζει συχνά τα βλέφαρα μεταξύ τους. (Croc., Puls.)
Υπερβολική φοβία του φωτός. ( Acon., Bell., Merc .)
Κηλίδες, φυσαλίδες και έλκη του κερατοειδούς. (Merc., Sil.)
Αίσθηση σαν μια τρίχα να κρέμεται πάνω από το μάτι και να πρέπει να σκουπιστεί μακριά.
Μύτη
(Euphrasia officinalis)
Άφθονη ήπια ( Cepa , ερεθιστική), ρευστή ρινίτιδα (Ars., Merc.), με καυστικά δάκρυα και αποστροφή στο φως· επιδ. το βράδυ και κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Βίαιος ερεθισμός για φτέρνισμα, χωρίς κρύωμα ή εμφανή αιτία. (Cham.)
Αναπνευστικά όργανα.- (Euphrasia officinalis)
Καταρροϊκή βραχνάδα. ( Acon., Carb. v., Hep. s., Phos .)
Ερεθισμός του λάρυγγα που τον ωθεί σε βήχα, ακολουθούμενος από τεντωμένη πίεση κάτω από το στέρνο.
Βήχας κατά το πρωί με το σηκωθεί από το κρεβάτι, με άφθονη απόχρεμψηση βλέννας.
Άφθονη απόχρεμψηση βλέννας με εκούσιο καθάρισμα του λαιμού.
Δύσκολη βαθιά εισπνοή ακόμη και ενώ κάθεται.
Πιεστικός πόνος κάτω από το στέρνο, με παροδικές σουβλιές εδώ και εκεί στο στήθος.
Ύπνος
(Euphrasia officinalis)
Ασυνήθιστο χασμουρητό ενώ περπατά σε ανοιχτό αέρα.
Συχνές ξυπνήματα, σαν από τρόμο, τη νύχτα.
Επιδείνωση
(Euphrasia officinalis)
Το πρωί· ενώ είναι στο κρεβάτι· σε κλειστό χώρο· το βράδυ.
Βελτίωση
(Euphrasia officinalis)
Μετά το σηκωθεί από το κρεβάτι· σε εξωτερικό χώρο· από το φαγητό.
Θεραπευτικό εύρος.- (Euphrasia officinalis)
Οξείες καταρροϊκές παθήσεις εν γένει· κεφαλαλγία· επιπεφυκίτιδα· ρινικό και βρογχικό καταρροϊκό· γρίπη· καταρροϊκός πυρετός.
Επίσης σε αμαύρωση και θόλωση του κερατοειδούς.
Σύγκριση
(Euphrasia officinalis)
Acon., Aethus., Arg. nit., Apis, Ars., Bell., Calc. c., Cepa, Coni., Hep. s., Kali bi., Merc., Merc. cor., Nux v., Puls ., Phos., Sulph ., Sep.
Αντίδοτα
(Euphrasia officinalis)
Camph., Puls.
Πνευματικά δικαιώματα © Robert Séror 2003
Ευρετήριο