Αρχική / Cowperthwaite / LACHESIS

Lachesis

Cowperthwaite - Εγχειρίδιο Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Materia Medica) · Allen Corson Cowperthwaite · 10,722 χαρακτήρες

Όλα τα βιβλία για Lachesis → Αντιδοτείται απόAceticum AcidumAluminaAmmoniacum GummiArsenicum AlbumBelladonnaCarbo VegetabilisCedronCocculus IndicusCoffea CrudaEuphorbium Officinarum
Γενικά

(Trigonocephalus Lachesis.)

Natural order.- Ophidia.

Κοινή ονομασία.- Η λογχοκέφαλη οχιά της Βραζιλίας.

Γενική ανάλυση.-

Δρα επί του εγκεφαλονωτιαίου συστήματος, και πιο ιδιαίτερα επί του πνευμονογαστρικού.

Τα νευρικά κέντρα δηλητηριάζονται, και ως αποτέλεσμα επέρχονται εξάντληση, σπασμοί και απώλεια συνείδησης, ενώ από την επίδραση του πνευμονογαστρικού προκύπτουν ερεθιστικές καταστάσεις του λαιμού, του λάρυγγα, των βρόγχων και της καρδιάς, χωρίς όμως να εξελίσσονται σε ξεκάθαρη φλεγμονή.

Ως περαιτέρω αποτέλεσμα του δηλητηρίου, το αίμα μολύνεται, αρχίζει αποσύνθεση, η ινώδης ουσία του αίματος καταστρέφεται, και έχουμε ως αποτέλεσμα εκχυμώσεις, αιμορραγίες, ασθενικές φλεγμονές, αποστήματα, κακοήθεις φλεγμονές, γάγγραινα, πυαιμία, και μαζί με όλα αυτά, και ως αποτέλεσμα όλων, μια γενική τυφοειδής κατάσταση.

Το κύριο χαρακτηριστικό σύμπτωμα (keynote) του Lachesis είναι η επιδείνωση όλων των συμπτωμάτων του μετά τον ύπνο.

Χαρακτηριστικά συμπτώματα.

Νους

(Lachesis)

Μνήμη αδύναμη (Agar., Ambr., Anac ., Kreos., Merc ., Natr. mur., Nux m ., Phos. ac.) ; κάνει λάθη στην ορθογραφία. (Lyc.)

Μεγάλη πνευματική δραστηριότητα. ( Coff. c., Cinch .)

Ευχάρης (Παρίσι) ; αλλάζει συνεχώς από ένα θέμα σε άλλο (Cimic.), με χλευαστική ζήλεια, σάτιρα, γελοίες ιδέες, τρομερές εικόνες. (Hyos.)

Μανία μετά από υπερβολική μελέτη.

Μεγάλη λύπη και άγχος κατά την αφύπνιση το πρωί. (Natr. mur.)

Υπερήφανη ( Plat., Stram .) ; ζηλιάρα (Apis, Hyos.) ; ύποπτη.

Νομίζει ότι βρίσκεται υπό υπερανθρώπινο έλεγχο.

Κεφάλι

(Lachesis)

Ίλιγγος το πρωί κατά την αφύπνιση (Alum., Phos., Nitr. ac.) ; στιγμιαίος, με το κλείσιμο των ματιών. (Thuja.)

Κεφαλαλγία, που εκτείνεται στη ρίζα της μύτης. (Merc. iod.)

Πιεστική κεφαλαλγία, με ναυτία.

Κεφαλαλγία στο αριστερό μετωπικό προεξόμενο· βαθιά εσωτερική.

Κεφαλαλγία πάνω από τα μάτια και στο ινίο, κάθε πρωί κατά την έγερση.

Μονόπλευρη κεφαλαλγία· έντονες πόνοι, εκτείνονται στον αυχένα και τους ώμους.

Αυχένας σκληρός (Rhus tox.)· γλώσσα παραλυτική.

Πιεστικοί, εκρηκτικοί πόνοι στους κροτάφους· βελτίωση ξαπλώνοντας.

Βαριά αίσθηση, σαν μολύβι, στο ινίο (Carb. v., Chel.)· μόλις που μπορεί να σηκώσει το κεφάλι από το μαξιλάρι, με ίλιγγο.

Μουδιάσμο και μουρμουρητό στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού, όταν αγγίζεται ή με την κίνηση των μυών.

Τρίβονται τα μαλλιά (Graph., Merc., Nitr. ac., Phos., Sep., Sulph.)· επιδείνωση κατά την εγκυμοσύνη· αποστροφή στις ηλιακές ακτίνες. (Bell., Glon., Natr. carb.)

Μάτια

(Lachesis)

Θαμπή όραση ; μαύρο τρεμούλιασμα μπροστά στα μάτια.

Ομίχλη μπροστά στα μάτια (Kali iod., Merc., Puls ., Sulph.) ; φωτεινά γαλάζια δακτυλίδια, γεμάτα με φλογεές ακτίνες, γύρω από το φως ; ζιγκζαγκ σχήματα.

Σουβλιές, διατείνουσες πόνοι μέσα και πάνω από τα μάτια.

Αποπληκτική αμφιβληστροειδίτιδα.

Αμβλυωπία, με πνευμονικές ή καρδιακές παθήσεις.

Αυτιά

(Lachesis)

Πόνοι στα αυτιά, με πονόλαιμο.

Διατείνουσες πόνοι, που εκτείνονται από το ζυγωματικό στο αυτί.

Βούισμα, σαν από έντομα στο αυτί.

Μύτη

(Lachesis)

Κορύζα, προηγούμενη από κεφαλαλγία (Hydras.) ; έκκριση υδαρή, με κόκκινες, πληγωμένες ρινικές οπές ; κρούστες στη μύτη. (Merc.)

Ρινορραγία σε αμηνόρροια, τύφο κ.λπ.

Παροξυσμοί φταρνισμού στον εαρινό άσθμα.

Πρόσωπο

(Lachesis)

Χλωμό ; χιομόρφη-γκρίζα απόχρωση του προσώπου. (Ars.)

Ερυσιπελατώδης φλεγμονή του προσώπου. (Bell., Graph., Hep. s., Rhus tox .)

Θερμότητα και ερυθρότητα του κατά τα άλλα χλωμού προσώπου.

Τριαυχενική νευραλγία, αριστερή πλευρά, οφθαλμική ; θερμότητα που ανεβαίνει προς το κεφάλι.

Αίσθημα δυσκαμψίας του ζυγωματικού οστού, που προέρχεται από τους τραχηλικούς αδένες.

Κνησμός του προσώπου.

Στόμα

(Lachesis)

Οδονταλγία, σπαραχτική, με συσπάσεις, σουβλιά (Puls.)· συχνά απλώνεται μέσω της γνάθου έως το αυτί· περιοδική· μετά τον ξύπνημα· μετά το φαγητό (Ant. crud., Staph., Nux v.)· από ζεστά και κρύα ροφήματα.

Γλώσσα ξηρή, κόκκινη, μαύρα, δύσκαμπτη, ραγισμένη. (Bapt., Bell., Naja, Rhus tox.)

Δύσκολη ομιλία· γλώσσα βαριά (Mur. ac.)· δεν μπορεί να ανοίξει το στόμα.

Η γλώσσα τρέμει όταν προβάλλεται, ή πιάνεται πίσω από τα δόντια.

Στόμα πληγωμένο, ξεραμένο, ξηρό, αφθώδες. (Borax, Hydras., Merc., Iodi.)

Λαιμός

(Lachesis)

Εξαγωγή βλέννας με απόχρεμψη, με αίσθημα τραύματος στον λαιμό.

Ξηρότητα στον λαιμό, χωρίς δίψα. (Apis, Nux m., Puls.)

Ο λαιμός φαίνεται πρησμένος, σαν δύο μεγάλες μάζες να ενώνονται, κατά την κενή κατάποση· βελτίωση από την κατάποση τροφής.

Αίσθημα ψίχτουλα ψωμιού που έχει μείνει κολλημένη στον λαιμό.

Αμυγδαλίτιδα· επιδείνωση στην αριστερή πλευρά· πνιγμός κατά την κατάποση· ή κατά την κατάποση, πόνοι από τον λαιμό προς το αυτί (Ambr., Bell., Kali bi., Hep. s.)· ο αυχένας ευαίσθητος στην αφή. (Apis.)

Ο πόνος και το τραύμα αρχίζουν στην αριστερή πλευρά του λαιμού.

Τα υγρά προκαλούν μεγαλύτερη δυσκολία στην κατάποση από τα στερεά. (Bell.)

Ο εξωτερικός λαιμός πολύ ευαίσθητος στην αφή. (Δεν πονά, αλλά προκαλεί uneasy αίσθημα.)

Στομάχι

(Lachesis)

Όρεξη μεταβαλλόμενη· άλλοτε καλή, άλλοτε καθόλου όρεξη.

Επιθυμία για στρείδια.

Ερευγές, οι οποίες ανακουφίζουν.

Δυσπεψία· επιδείνωση μετά το φαγητό, (Cinch., Nux v., Puls.)

Σπαραχτικός πόνος στο στομάχι· ανακουφίζεται μετά το φαγητό, αλλά επανέρχεται όταν το στομάχι αδειάζει.

Μεγάλη ενόχληση από τα σφιχτά ρούχα γύρω από τη μέση. (Bry., Calc. c., Crot.)

Κοιλιά

(Lachesis)

Σπαραχτικοί και κοπώδεις πόνοι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς.

Κοιλιά φουσκωμένη και σκληρή· καυτή· ευαίσθητη· επώδυνη. (Acon., Bell,)

Έλξη από τον πρωκτό προς τον ομφαλό.

Αίσθημα κενότητας στην κοιλιά.

Ελκώδης πόνος γύρω από το ήπαρ· φλεγμονή και απόστημα.

Πρήξιμο στην περιοχή του τυφλού· πρέπει να ξαπλώνει ανάσκελα, με τα άκρα συμπτυγμένα· τυφλίτιδα.

Κοιλιά καυτή, ευαίσθητη· επώδυνα δύσκαμπτη από τους οσφύες έως τους μηρούς· περιτονίτιδα· σχηματισμός πύου.

Κόπρανα και Πρωκτός

(Lachesis)

Καύση στον πρωκτό κατά τη διάρκεια και μετά τα κόπρανα. (Ars., Canth., Merc., Natr. mur., Sulph.)

Σύσπαση του ορθού· του πρωκτού.

Σφυγμός στον πρωκτό, σαν με μικρά σφυριά.

Βασανιστική, συνεχής ώθηση στο ορθό, όχι για κόπρανα.

Κόπρανα υδαρή, δύσοσμα, σκοτεινά. (Ars.)

Επίμονη δυσκοιλιότητα. (Alum., Plumb., Nux v., Op.)

Αιμορροϊδικοί όγκοι, προπίπτοντες (Aloe, Calc. c., Puls., Mur. ac.), με σουβλιές σε κάθε βήχα ή φτέρνισμα.

Ουροποιητικά όργανα

(Lachesis)

Ούρα συχνή, αφρώδης, μαύρη.

Πίεση στην κύστη, με συχνή ώθηση.

Σουβλιές, κοπές ή ευαισθησία στο εμπρόσθιο μέρος της ουρήθρας.

Αναποτελεσματική ώθηση για ούρηση.

Γυναικεία όργανα.- (Lachesis)

Έμμηνος ρύση ολιγοστεής, ασθενής, αλλά τακτική· αίμα μαύρο.

Ωδίνες σαν τοκετού κατά την έμμηνο ρύση. ( Caul ., Cimic., Puls .)

Πόνοι μητριαίοι και ωοθηκικοί· ανακουφίζονται από ροή αίματος.

Πόνοι, σαν μαχαίρι να καρφώνεται στην κοιλιά.

Η μήτρα δεν ανέχεται ούτε την επαφή των σκεπασμάτων του κρεβατιού· προκαλούν δυσφορία.

Καυτές εξάψεις· μητρορραγία και άλλες διαταραχές κατά την εμμηνοπαυσιακή περίοδο. (Sang.)

Αναπνευστικά όργανα.- (Lachesis)

Βραχνάδα· τραχύτητα, ξύσιμο και ξηρότητα στον λάρυγγα (Acon., Caust., Cham., Phos .)· ευαίσθητος στην αφή. (Acon., Spong.)

Ξαφνικά κάτι κατεβαίνει από τον αυχένα στον λάρυγγα και διακόπτει την αναπνοή· τον ξυπνά τη νύχτα· σπασμός της γλωττίδας.

Ο λάρυγγας ευαίσθητος· δεν ανέχει τίποτα γύρω από τον λαιμό. (Apis.)

Βήχας· επιδ. μετά τον ύπνο· προκαλείται από πίεση στον λάρυγγα· ξηρός και βήχας με λαχάνιασμα· προκαλείται από άγγιγμα του λαιμού· από γαργάλημα του λαιμού· από έλκη στον λαιμό· από επαφή με ανοιχτό αέρα.

Συνεχώς αναγκάζεται να παίρνει βαθιά ανάσα. (Ign.)

Μετά από μακρύ βήχα με συριγμό, ξαφνικά αποβάλλει άφθονη, αφρώδη, ιξώδη βλέννα.

Δύσπνοια· κρίσεις ασφυξίας. (Acon., Ars., Apis, Ipec., Phos.)

Πίεση στον θώρακα.

Αποβολή μεγάλων ποσοτήτων ιξώδους βλέννας.

Καρδιά

(Lachesis)

Στέψη γύρω από την καρδιά. ( Cact .)

Πόνος σαν κράμπα στην προκαρδιακή χώρα, που προκαλεί αίσθημα παλμών, με άγχος.

Νιώθει τους χτύπους της καρδιάς, με μεγάλη αδυναμία.

Αρρυθμία των χτύπων της καρδιάς.

(Cact., Laur.)

Ανήσυχο, τρεμουλιαστό άγχος γύρω από την καρδιά· ασφυξία κατά την κατάκλιση· βάρος στον θώρακα· η καρδιά νιώθει στεγνή· ρευματισμός της καρδιάς.

Κυάνωση των νεογνών.

Λιποθυμία, με πόνο στην καρδιά· ναυτία· χλωμό πρόσωπο· ίλιγγος.

Αυχένας και Πλάτη.- (Lachesis)

Δυσκαμψία του αυχένα (Kali c., Ign., Phos., Rhus tox.)· ευαίσθητος σε εξωτερική πίεση.

Πόνος στη μέση της πλάτης, σαν να είναι χωλός και αδύναμος. (Rhus tox.)

Πόνοι έλξης στη μέση της πλάτης.

Άκρα

(Lachesis)

Μεγάλη αδυναμία και στα δύο χέρια και πόδια.

Πόνοι θαμποί στα κόκαλα των κνεμών.

Έλκη στα κάτω άκρα. (Ars., Lyc.)

Κόκκινες, γαλαζωπές, επώδυνες διόγκωση των ποδιών και των πελμάτων.

Γενικότητες

(Lachesis)

Αδυναμία όλου του σώματος το πρωί κατά την ανάρτηση.

Μεγάλη σωματική και πνευματική εξάντληση, τα πρωινά.

Λιποθυμία, με πόνο στην καρδιά· ναυτία· χλωμό πρόσωπο· ίλιγγος.

Αιχμηροί, παλλόμενοι, διαρρηκτικοί πόνοι. (Puls.)

Σπασμοί· επιληψία. ( Bell ., Calc. c., Cupr.)

Οι προσβεβλημένες περιοχές φαίνονται γαλαζωπές.

Ανήσυχη αναστροφή, με γοερούς ήχους, σε παιδιά με πονόλαιμο.

Μεγάλη τάση για κατάκλιση, ιδίως μετά το φαγητό.

Ρευματικοί πόνοι, πρώτα στην αριστερή πλευρά, μετά στη δεξιά.

Νιώθει μωλωπισμένος το πρωί μετά το ξύπνημα.

Το ελαφρύ άγγιγμα αφόρητο.

Αναγκάζεται να φορά ρούχα φαρδιά· δεν ανέχει την επαφή.

Δέρμα

(Lachesis)

Επώδυνες κηλίδες γίνονται μυκητιασικές, σκούρο κόκκινες, καφετί.

Επιφανειακά έλκη, δύσοσμα στο βάθος (Merc., Nitr. ac.)· μαυρογαλάζια εμφάνιση.

Κηλιδώδες εξάνθημα· το εξάνθημα εμφανίζεται αργά ή μαυρίζει ή γίνεται γαλαζωπό.

Καρβούνκλοι, με πορφυρό περιβάλλον. <arg_value>Παλιές ουλές ανοίγουν και αιμορραγούν.

Ύπνος

(Lachesis)

Υπνηλία, χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί. (Bell., Cham., Op .)

Αναστροφή και κίνηση κατά τον ύπνο.

Ζωντανός και εντελώς ξύπνιος το βράδυ.

Ανήσυχος ύπνος, με πολλά όνειρα και συχνές ξυπνήσεις.

Ερωτικά όνειρα.

Πυρετός

(Lachesis)

Ρίγος στην πλάτη (Abies can.) ; αρχίζει από την πλάτη. (Caps., Eupat. perf .)

Ρίγος ανεβαίνει την πλάτη ; κάθε δεύτερη μέρα. Παγερή ψύχρα στα πόδια.

Καύσος σαν από οργασμό του αίματος ; κυρίως τη νύχτα. (Calc. c.)

Καύσος, ιδίως στα χέρια και τα πόδια, τα βράδια ; κάψιμο στις παλάμες και τις πατούσες. ( Sulph .)

Εφίδρωση τη νύχτα. (Calc. c., Cinch., Phos ., Phos. ac., Sil ., Sulph .)

Επανερχόμενοι πυρετοί, κάθε άνοιξη, ή μετά από καταστολή το προηγούμενο φθινόπωρο με κινίνη.

Επιδείνωση

(Lachesis)

Μετά τον ύπνο · το πρωί ; το βράδυ ; μετά το φαγητό ; από οξέα ή αλκοολούχα ποτά ; από τις ακτίνες του ήλιου ; σε ανοιχτό αέρα ; από ακρότητες θερμοκρασίας.

Τα οξέα διαταράσσουν τη θεραπευτική δράση.

Θεραπευτικό εύρος.- (Lachesis)

Κακές επιπτώσεις από τον Υδράργυρο ; νευρικός βήχας ; κοκίτης ; ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα (croup) ; άσθμα ; περικαρδίτιδα ; τυφοειδής πυρετός · σήψης πυρετοί · διαλείπων πυρετός · σπασμοί · παράλυση · επιληψία · νευραλγία · ύδρωπας · έλκη · άνθρακες · αποστήματα · κρεατοελκή (έλκη κατάκλισης) · καρκίνοι · ερυσίπελας · μητρορραγία · αμηνόρροια · σκλήρυνση και εξόντωση των ωοθηκών · κλιμακτηριακές διαταραχές · διάρροια · αιμορροΐδες · δυσπεψία · ίκτερος ; αμυγδαλίτιδα ; διφθερίτιδα ; οστρακιά.

Παθήσεις

(Lachesis)

Συχνά χρήσιμο σε γυναίκες κατά την κλιμακτηριακή περίοδο.

Σύγκριση

(Lachesis)

Apis, Ars ., Bell., Caust., Cinch., Hep. s., Lactic ac., Lyc ., Merc., Nitr. ac., Puls ., Phos ., Rhus tox., Sulph., Naja, Tarent.

Αντίδοτα

(Lachesis)

Ars ., Bell., Merc ., Nux v., Phos. ac. ; θερμότητα, alcohol, αλάτι.

Πνευματικά δικαιώματα © Robert Séror 2003

Ευρετήριο