Αρχική / Cowperthwaite / NUX VOMICA

Nux Vomica

Cowperthwaite - Εγχειρίδιο Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Materia Medica) · Allen Corson Cowperthwaite · 18,640 χαρακτήρες

Όλα τα βιβλία για Nux Vomica → Αντιδοτείται απόAceticum AcidumAconitum NapellusAlcoholAmbra GriseaAngustura VeraArsenicum AlbumBelladonnaBismuthumCalcarea CarbonicaCamphora
Γενικά

(Strychnos Nux Vomica.)

Natural order.- Loganiaceae.

Κοινή ονομασία.- Poison Nut.

Γενική ανάλυση.

Η Nux Vomica δρα προεξάρχοντα επί του νωτιαίου μυελού, περιλαμβανομένων των κινητικών και αισθητικών κέντρων της βάσης του εγκεφάλου· επηρεάζει κυρίως εκείνο το τμήμα του νωτιαίου σωλήνα που προεδρεύει των αντανακλαστικών λειτουργιών.

Η κατάσταση που παράγεται είναι μία υπερβολικής ερεθισμού και διεγερσιμότητας, προκαλώντας ασυντόνιστη μυϊκή δράση, η οποία στην ακμή της συνιστά βίαιες τετανικές συσπάσεις, και η οποία τελικά μπορεί να καταλήξει σε πλήρη παύση της μυϊκής κίνησης, ή παράλυση.

Οι τετανικές σπασμοί αυτοί επηρεάζουν ιδίως τα άκρα και τον κορμό· τα πρώτα είναι άκαμπτα σε κάμψη, και το σώμα καμπυλωμένο όπως στον οπισθότονο, οι αναπνευστικοί μύες άκαμπτα συστελλόμενοι, καθιστώντας την αναπνοή επίπονη, έως ασφυξίας, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν σπασμωδικές καταστάσεις του προσώπου, των σαγονιών, του λαιμού, του οισοφάγου, και των εντερικών και ουροποιητικών οδών.

Η όλη αυτή κατάσταση παρουσιάζει τρομερή εικόνα, αλλά μέσα σε όλα αυτά ο νους παραμένει ανεπηρέαστος, αν και είναι πιθανόν ότι λίγος πόνος βιώνεται.

Οι παροξυσμοί συνήθως διακόπτονται «από περιόδους ηρεμίας, από τις οποίες όμως ο παραμικρός θόρυβος, μια πνοή αέρα, ή η ελαφρύτερη αφή, μπορεί να δράσει με την αιφνιδιότητα της αστραπής για να ανανεώσει τη σκηνή». (Stram.) Ο θάνατος τελικά επέρχεται, είτε από ασθένεια είτε από ασφυξία.

Πέραν αυτής της αξιοσημείωτης δράσης επί του μυϊκού συστήματος, η Nux Vomica επηρεάζει βαθιά τα όργανα και τις λειτουργίες της θρέψης, οι εκκρίσεις μεταβάλλονται, οι λειτουργίες διαστρέφονται, και η οργανική ουσία αλλάζει, προκαλώντας μια μακρά σειρά συμπτωμάτων, που παρουσιάζουν ακριβείς εικόνες γαστρικών, ηπατικών και εντερικών παθήσεων, οι οποίες μπορούν να εκτιμηθούν και να κατανοηθούν μόνο με προσεκτική μελέτη της παθογένεσης του φαρμάκου.

Ο ίδιος χαρακτήρας ερεθισμού που, στον βλεννογόνο της πεπτικής οδού, προκαλεί δυσπεπτικά συμπτώματα και συντελεί στην παραγωγή δυσκοιλιότητας, παράγει στην αναπνευστική σφαίρα μια ξηρή καταρροϊκή κατάσταση, προκαλώντας απόφραξη των ρινικών διόδων και ξηρό βήχα.

Η Nux Vomica επίσης επηρεάζει εμφανώς τη γεννητικο-ουροποιητική σφαίρα, προκαλώντας αρχικά αυξημένη δραστηριότητα αυτών των οργάνων, ακολουθούμενη από καταστολή και χάλαση.

Η κύρια ιδιαιτερότητα του Nux είναι η προσαρμογή του σε διαταραχές της πέψης, ιδίως όταν προκύπτουν από μακροχρόνια σφάλματα διατροφής, από πολύ καρυκευμένες τροφές, διεγερτικά ποτά, θερμά φάρμακα, και φαρμακευτικά μείγματα εν γένει, και ιδίως όταν εμφανίζονται σε άτομα με καθιστικές συνήθειες.

Χαρακτηριστικά συμπτώματα.

Ψυχισμός

(Nux vomica)

Εριστικός, έως και βίαιος· κακόψυχος· βρίσκει σφάλματα και μοχθηρίζει· ευερέθιστος· σκυθρωπός· πεισματάρης. (Agar., Alum., Borax, Caps., Bry., Cham.)

Προσεκτικά, ζηλωτά άτομα, με τάση να διεγείρονται και να θυμώνουν, ή με φθονική, κακόβουλη διάθεση.

Υπερβολική ευαισθησία στις εξωτερικές εντυπώσεις· δεν ανέχεται τον θόρυβο, την ομιλία, τη μουσική, τις έντονες οσμές ή το έντονο φως. (Bell., Colch., Stram.)

Υπερβολική ευαισθησία, κάθε αθώος λόγος προσβάλλει (Caps., Staph.)· κάθε μικρός θόρυβος τρομάζει (Op.)· αγχώδεις και εκτός εαυτού· δεν ανέχονται ούτε το ελάχιστο, ακόμη και κατάλληλο, φάρμακο.

Υποχονδριακή διάθεση, επιδείνωση μετά το φαγητό· ιδίως σε άτομα με καθιστικές συνήθειες, ή σε όσους dissipate (ακολαστεύουν), με κοιλιακά παθήματα και δυσκοιλιότητα.

Ο χρόνος περνά πολύ αργά. (Alum.)

Μεγάλο άγχος, με τάση αυτοκτονίας (Aur., Naja), αλλά φοβούνται τον θάνατο· πολύ θρήνος και κλαυθμός.

Μεγάλη αποστροφή προς, και ανικανότητα για, πνευματική εργασία (Aloe)· δεν μπορούν να σκεφτούν σωστά. (Aeth., Cimic., Gels., Phos. ac.)

Απροθυμία για σωματική εργασία. (Cinch., Phos., Phos. ac.)

Κεφάλι

(Nux vomica)

Μέθης σύγχυση στο κεφάλι (Cinch., Graph.)· νάρκη. (Op.)

Ίλιγγος μετά το δείπνο, σαν ο εγκέφαλος να γύριζε σε κύκλο (Alum., Arn., Bell., Bry., Coni), με στιγμιαία απώλεια συνείδησης· ζαλισμένος, σκορπίζοντας κατά το περπάτημα, σαν να θα έπεφτε προς τη μία πλευρά ή προς τα πίσω. (Bell.)

Μέθης, ζαλισμένη βαρύτητα στο κεφάλι το πρωί. (Kreos.)

Κεφαλαλγία το πρωί στο κρεβάτι (Kali bi., Natr. mur., Nitr. ac.)· στο μέσο του εγκεφάλου, γίνεται αισθητή πριν ανοίξει τα μάτια· στο μέτωπο· στο ινίο, σαν το κρανίο να θα έσπαζε (Bry., Natr. mur.)· σαν το κεφάλι να είχε χτυπηθεί με τσεκούρι· σαν να μην είχε κοιμηθεί· τον κάνει χαζό· εξαφανίζεται μετά το σηκώσιμο.

Πιεστικοί, διατρητικοί πόνοι στο κεφάλι, αρχίζουν το πρωί· επιδ. μετά το φαγητό, με ναυτία και όξιμο έμετο, προς το βράδυ, μετά το ξάπλωμα.

Ελκτικοί, σπαραγτικοί, αναπηδώντες, καυτοί ή σφιγκτικοί πόνοι στο κεφάλι, ιδίως το πρωί και μετά το φαγητό.

Βαρύτητα και πίεση στο κεφάλι μετά το δείπνο, ιδίως με την κίνηση των ματιών.

Πίεση, σαν κάτι βαρύ να βυθιζόταν προς τα εμπρός στο κεφάλι, με το σκύψιμο.

Κεφαλαλγία, σαν ο εγκέφαλος να ήταν μωλωπισμένος ή χτυπημένος. (Mur. ac.)

Πιεστικός πόνος, σαν καρφί να καρφώνεται βαθιά στην πλευρά του εγκεφάλου. (Arn., Coff., Ign.)

Βίαιες αναπηδήσεις ή θαμπές σουβλιές στην αριστερή πλευρά του εγκεφάλου, από την κόγχη στο βρεγματικό οστό ή το ινίο.

Τάση στο μέτωπο, σαν να πιεζόταν προς τα μέσα, τη νύχτα και το πρωί· επιδ. με την έκθεση του κεφαλιού σε κρύο αέρα.

Αίσθηση σαν από μώλωπα στο πίσω μέρος του κεφαλιού.

Μικρό, επώδυνο πρήξιμο στο μέτωπο.

Τριχωτό ευαίσθητο στην αφή (Acon., Baryt. c., Cinch., Merc., Mez., Natr. mur., Natr. carb., Nitr. ac.), ή στον άνεμο· βελτ. με ζεστή κάλυψη.

Συμπτώματα κεφαλιής επιδ. το πρωί, από πνευματική κόπωση, άσκηση σε ανοιχτό αέρα, μετά το φαγητό, και από κρασί (Zinc.) και καφέ· βελτ. στο ζεστό δωμάτιο, και με το να κάθεται ήσυχα ή να ξαπλώνει.

Μάτια

(Nux vomica)

Φωτοφοβία· πολύ επιδ. το πρωί.

Θολή όραση. (Caust., Gels.)

Φλεγμονή, με πρήξιμο, κόκκινες ραβδώσεις στα λευκά, και πιεστικός τεντωμένος πόνος.

Ανώδυνος έγχυση στα λευκά των ματιών· εκχυμώσεις. (Arn.)

Κάψιμο και τσούξιμο, σαν από αλάτι, με δακρύρροια. (Natr. mur.)

Περιθώρια βλεφάρων και γωνίες φαγούρα και καίνε, σαν τριμμένα πληγωμένα, ιδίως το πρωί.

Τσούξιμο, ξηρή αίσθηση στις εσωτερικές γωνίες, το πρωί, στο κρεβάτι.

Αυτιά

(Nux vomica)

Κνησμός στο αυτί και μέσω της ευσταχιανής σάλπιγγας.

Βόμβος, θόρυβος και συριγμός στα αυτιά. (Bell., Cinch ., Merc., Sulph .)

Σπαραγμικοί, διαπεραστικοί πόνοι στα αυτιά ( Puls .)· επιδ. το πρωί στο κρεβάτι.

Μύτη

(Nux vomica)

Άφθονη εκκρίση καυστικής βλέννας από τα βουλωμένα ρουθούνια.

Συνάχι· ρευστό το πρωί· ρευστό κατά τη διάρκεια της ημέρας και βουλωμένη η μύτη τη νύχτα (Amm. carb., Natr. ars.)· το πρωί και μετά το δείπνο· με ξύσιμο και σκαρφάλωμα στη μύτη και στον λαιμό, με συχνό φτέρνισμα, ιδίως το πρωί στο κρεβάτι· με κεφαλαλγία, ζέστη στο πρόσωπο, ρίγος. (Acon.)

Συνάχι επιδ. στο ζεστό δωμάτιο, βελτ. στον δροσερό αέρα. ( Puls .)

Τα ρουθούνια εσωτερικά επώδυνα, σαν να είναι ελκωμένα.

Πρόσωπο

(Nux vomica)

Ωχρότητα του προσώπου.

Σπασμωδικές συσπάσεις και σπασμωδική παραμόρφωση των μυών του προσώπου. (Agar., Bell ., Cic ., Ign.)

Σπαραγμικοί και διαπεραστικοί πόνοι στο πρόσωπο, που εκτείνονται προς το αυτί.

Τετανική σύσπαση των γνάθων· τρισμός. (Absinth., Cic., Hyos., Laur.)

Σπυράκια στο πρόσωπο, από υπερβολική χρήση οινοπνευματωδών ποτών.

Επώδυνη απολέπιση των χειλιών.

Διαλείπουσα νευραλγία· επιδ. στο υποπυρηνικό κλάδο του τριδύμου· πάντα επιδ. το πρωί· βελτ. καμιά φορά όταν κείτεται στο κρεβάτι, ιδίως μετά από κατάχρηση καφέ ή οινοπνευματωδών.

Στόμα

(Nux vomica)

Διαπεραστικοί, σπαραγμικοί οδοντόπονοι· επιδ. από πνευματική κόπωση, από το κρύο ή τα κρύα πράγματα, μετά το φαγητό (Ant. crud., Lach., Staph.)· από καφέ ή κρασί· ανακουφίζονται από τη ζεστασιά. (Bry.)

Διάτρηση στα τερηδονισμένα δόντια· σε ολόκληρη τη σειρά των δοντιών.

Γλώσσα επικαμμένη παχιά λευκή (Acon., Ant. crud., Bry., Puls .)· φουσκάλες στη γλώσσα. (Borax, Merc., Nitr. ac .)

Βαριά γλώσσα, με δυσκολία στην ομιλία. (Caust., Gels ., Lach.)

Το εσωτερικό του στόματος, η γλώσσα και η υπερώα είναι βλεννώδη και αισθάνονται σκασμένα και ερεθισμένα.

Ξηρότητα του στόματος, χωρίς μεγάτη δίψα (Apis, Nux m., Puls.), αλλά με μεγάλη συσσώρευση σάλιου ( Merc .) στο φάρυγγα.

Κακή γεύση στο στόμα το πρωί (Puls.), αν και το φαγητό και το ποτό έχουν φυσική γεύση· γεύση όξινη (Calc. c., Cinch., Mag., Nitr. ac.)· πικρή.

( Bry., Coloc., Cinch.,.

Puls., Sulph .)

Δυσώδης οσμή από το στόμα. (Arn., Aur., Iodi., Kreos., Nitr. ac .)

Μικρά αφθώδη έλκη στο στόμα και στον λαιμό, με σάπια οσμή· αίμα ανάμεικτο με σάλιο τρέχει τη νύχτα· ούλα με σκορβουτική διάθεση· φτύνει πηκτωμένο αίμα.

Λαιμός

(Nux vomica)

Λαιμός σκασμένος (Arum, Sang .), επώδυνος, τραχύς, σαν ξυσμένος (Arg.), κυρίως κατά την κατάποση και κατά την εισπνοή κρύου αέρα.

Φάρυγγας σφιγμένος· η κατάποση παρεμποδίζεται (Alum.)· πόνος στην κενή κατάποση, σαν από πώμα στον λαιμό. (Natr. mur.)

Σουβλιές στο αυτί κατά την κατάποση.

Καταπραΰνει τον ερεθισμό που προκαλείται από τοπικές εφαρμογές, ιδίως αν υπάρχουν σκασίματα και ξύσιμο.

Στομάχι

(Nux vomica)

Πείνα, με αποστροφή προς την τροφή, ιδίως το ψωμί (Lyc., Natr. mur.), το νερό, τον καφέ και τον καπνό.

Πικρές, ξινές αναγωγές. (Alum., Carb. v ., Phos., Sulph .)

Βίαιος λόξιγκας. (Cic., Hyos., Lyc .)

Καύσος (Lyc., Natr. mur.)· ύδρωπας στομαχικός (waterbrash) (Led.)· μετά το φαγητό.

Ναυτία το πρωί (Calc. c., Puls ., Sulph .)· μετά το φαγητό ( Ars .)· από τον καπνό (Ign.), με λιποθυμικότητα. (Ant. tart.)

Έμετος βλεννογόνου ξινού· τροφών και ποτών ( Ipec ., Phos ., Podo.)· χολής (Grat., Iris, Podo.)· αίματος. (Ham., Op., Podo., Stan.)

Προσπάθειες εμέτου, σαν να πρόκειται να κάνει εμετό, ενώ αποχρεμίζει βλέννα από τον φάρυγγα.

Η περιοχή του στομαχιού ευαίσθητη στην πίεση.

Σφιχτικοί, σπασμωδικοί πόνοι στο στομάχι. (Bell., Coccul.)

Ένταση και πληρότητα στο επιγάστριο.

Πίεση στο στομάχι μία ή δύο ώρες μετά το γεύμα (Puls.), με θαμπότητα του κεφαλιού και υποχονδριακή διάθεση.

Φούσκωμα, και πίεση σαν από πέτρα στο στομάχι (Ars., Bry., Puls .)· ιδίως μετά το φαγητό.

Διαταραγμένο στομάχι από υπερφαγία· από ακολασία· από πολυτελή διαβίωση· από φάρμακα· από καθιστικές συνήθειες.

Αίσθημα ξυσίματος στο βάθος του στομαχιού. (Puls.)

Κοιλιά

(Nux vomica)

Σουβλιές στην περιοχή του ήπατος· επιδ. από την επαφή ή την κίνηση. ( Bry ., Cinch.) Σφιχτικός πόνος σαν από ηπατικό απόστημα.

Ίκτερος (Chel., Merc.)· αποστροφή προς την τροφή· λιποθυμικές κρίσεις· πέτρες στη χολή. (Cinch.)

Δυνατοί θόρυβοι και γουργούρισμα στην κοιλιά ( Lyc .), το πρωί.

Μετεωρισμός της κοιλιάς μετά το φαγητό. (Cinch., Lyc., Nux m., Rhus tox.)

Κωλικός: μετεωρισμός· από δυσπεψία· από υπερφαγία· σαν από κρύο (Dulc., Merc.)· κοπώδεις πόνοι σαν από πέτρες ( Coloc .)· σφιγκτικοί, τσιμπητικοί· περιοδικός μετά το πρωινό ή μετά τα γεύματα· τον κάνει να διπλώνει. (Aloe, Caust., Coloc., Iris, Rheum.)

Πίεση κάτω από τα κάτω πλευρά σαν από φυλακισμένα αέρια. (Carb. v.)

Μωλωπισμένος, επιφανειακός πόνος στα έντερα. (Merc.)

Αίσθημα αδυναμίας στον βουβωνικό δακτύλιο, σαν να επρόκειτο να εμφανιστεί κήλη· ή πόνος σαν κήλη που θα φυλακιστεί. (Alum., Nitr. ac.)

Σπασμωδικές και συσπάσεις στους κοιλιακούς μύες.

Κόπρανα και Πρωκτός

(Nux vomica)

Τυφλές αιμορροΐδες· με σουβλιές, σφυγμούς ή πιεστικό πόνο στο ορθό και τον πρωκτό· μετά τα κόπρανα, μετά το γεύμα και μετά από πνευματική κοπώση.

Δυσκοιλιότητα, με συχνή και άκαρπη επιθυμία για κόπρανα (Ambr., Coni., Nitr. ac., Sil., Sulph .), και αίσθημα στένωσης στο ορθό.

Μετά τα κόπρανα, αίσθημα σαν να έχει απομείνει κάτι ( Aloe , Lyc .), αλλά να μην μπορεί να αποβληθεί.

Εναλλαγή δυσκοιλιότητας και διαρροϊκών κενώσεων. ( Ant. crud ., Card. m., Cimic., Natr. ars., Podo.)

Αποβολή φωτεινού κόκκινου αίματος με τα κόπρανα, με αίσθημα στένωσης και σύσπασης στο ορθό.

Διαρροϊκές κενώσεις, ιδίως το πρωί, σκούρου χρώματος. (Rumex, Sulph.)

Μικρά κόπρανα από βλεννώδες, αιματηρό βλέννα, με πολλή ώθηση, που σταματά μετά την κένωση.

Ουροποιητικά όργανα

(Nux vomica)

Επώδυνη, αναποτελεσματική ώθηση για ούρηση ( Canth .) ; τα ούρα περνούν σταγόνα-σταγόνα ( Acon ., Bell., Canth .), με κάψιμο και σπάσιμο στην ουρήθρα και στον τράχηλο της κύστης . ( Apis , Canth ., Can. sat., Caps .)

Ούρα ωχρά, αργότερα παχιά, λευκωπά, πυώδη ; ερυθρωπά, με ίζημα σαν τούβλο.

Τενacious βλέννα αποβάλλεται με τα ούρα, χωρίς πόνο.

Ανδρικά όργανα.- (Nux vomica)

Εύκολα διεγερμένη επιθυμία (Coni.), επώδυνες στύσεις, ιδίως το πρωί.

Νυχτερινές εκκρίσεις, με λαγνεικά όνειρα ; από πλούσια διατροφή κ.λπ. ; κακές συνέπειες σεξουαλικών υπερβολών.

Γυναικεία όργανα.- (Nux vomica)

Έμμηνος ρύση πολύ νωρίς και πολύ άφθονη (Alum., Ambr., Amm. carb., Bell ., Calc. c.) ; η ροή σκούρα.

Κατά την έμμηνο ρύση, ναυτία το πρωί, με ρίγη και κρίσεις λιποθυμίας.

Πίεση προς τα γεννητικά όργανα, ιδίως το πρωί.

Σπαστική συσπάσεις της μήτρας ; κωλικός, με αποβολή θρόμβων. (Caul., Sec .)

Αναπνευστικά όργανα.- (Nux vomica)

Βραχνάδα, με τραχύτητα και ξύσιμο στον λαιμό (Caust.) ; που προκαλεί βήχα.

Συσσώρευση τενacious βλέννας στο άνω μέρος της τραχείας. (Bry., Rumex.)

Κνησμός και γαργάλησμα στην τραχεία, που προκαλεί βήχα. (Baryt. c.)

Δύσπνοια με καταπίεση ; σφιξίμο της αναπνοής από σπαστική σύσφιξη του κάτω μέρους του θώρακα (Ign., Laur.) ; ιδίως όταν περπατά και ανεβαίνει.

Ξηρός, εξαντλητικός βήχας (Rumex), από τα μεσάνυχτα μέχρι την αυγή ; το βράδυ μετά την κατάκλιση ( Coni ., Hyos., Mez ., Puls .), ή πολύ νωρίς το πρωί.

Έντονος βήχας πριν να σηκωθεί το πρωί, με απόχρεμψη πηκτωμένου αίματος ( Puls .), και ευαισθησία στον θώρακα . ( Arn .)

Βήχας που προκαλεί μωλωπισμένο πόνο στα τοιχώματα της κοιλιάς ; κεφαλαλγία σαν να πρόκειται να σπάσει το κρανίο. ( Bry., Natr. mur .)

Βήχας χειρότερος μετά από φαγητό ή πόσιμο (Cinch.) ; μετά από πνευματική ή σωματική κόπωση ; όταν κείτεται ύπτια ; από το κρύο ; από τον καπνό.

Πίεση στον θώρακα, σαν από βαριά φορτίο. ( Ferr., Phos .)

Διαπλευρική νευραλγία, καλύτερη όταν κείτεται από την υγιή πλευρά.

Τραχύτητα, εκδορές και ξύσιμο στον θώρακα . (Cham.)

Συμφόρηση στον θώρακα, με θερμότητα και κάψιμο.

Καρδιά και σφυγμός.- (Nux vomica)

Αίσθημα παλμών ; κατά την κατάκλιση μετά το δείπνο ; μετά από φαγητό ; από καφέ ; από παρατεταμένη μελέτη.

Πλάτη και αυχένας.- (Nux vomica)

Βαριά και δυσκαμψία στον αυχένα. <arg_value>Σπάσιμο πόνος στον αυχένα και στην πλάτη.

Πόνος στην πλάτη και στη μέση, σαν μωλωπισμένη ή σπασμένη. (Aloe, Bell ., Cimic., Kali c., Natr. mur., Plat.)

Πλάτη σπαστικά καμπυλωτή, σαν τόξο. ( Cic ., Op.)

Αυχενοβραχιόνια νευραλγία, αυχένας δυσκαμπής, χειρότερος το πρωί, ή μετά από φαγητό, και από το άγγιγμα.

Άκρα

(Nux vomica)

Μωλωπισμένοι πόνοι στα άκρα και στις αρθρώσεις, χειρότεροι το πρωί στο κρεβάτι.

Τρέμουλο των άκρων και αναπήδηση της καρδιάς.

Μεγάλη κόπωση και χαλάρωση σε όλα τα άκρα, μετά την έκθεση στον καθαρό αέρα.

Αίσθηση ξαφνικής απώλειας δύναμης στα άκρα, το πρωί.

Μούδιασμα χεριών, παλαμών και πελμάτων.

Κάτω άκρα.- (Nux vomica)

Ταλαντευόμενα και ασταθή τα κάτω άκρα ; λύγισμα των γονάτων ; σέρνει τα πόδια.

Παραλυτικό τράβηγμα στους μύες των μηρών και των μυώνων των γαστροκνημιών, επώδυνο στο περπάτημα.

Επώδυνο οίδημα του γόνατος.

Δυσκαμψία και τάση στις κοιλότητες των γονάτων, ιδίως μετά από όρθια στάση ; αίσθηση σαν οι τένοντες να είναι πολύ κοντοί, όταν σηκώνεται από καθίσμα.

Μούδιασμα και νεκρότητα των ποδιών.

Σπασμοί στους μύες των γαστροκνημιών τη νύχτα. (Calc. c., Nitr. ac., Sulph.)

Γενικότητες

(Nux vomica)

Μεγάλη εξάντληση με υπερβολική ευαισθησία όλων των αισθήσεων. (Cinch.)

Αδυνατότητα. (Ars., Ferr., Graph., Phos., Iodi., Natr. mur .)

Σουβλιές σε παλμούς μέσα από όλο το σώμα.

Τρόμος σε όλο το σώμα· κυρίως των χεριών· ιδίως το πρωί· σε μεθυσμένους.

Βίαιη συσπαστική επώδυνη αίσθηση μέσα από όλο το σώμα.

Μεγαλύτερη κόπωση το πρωί μετά την έγερση παρά το βράδυ κατά την κατάκλιση.

Ευαισθησία και αποστροφή στον καθαρό αέρα. (Amm. carb., Aur., Coccul., Phos., Rumex , Sep., Sil.)

Λιποθυμικά επεισόδια μετά από περπάτημα στον καθαρό αέρα.

Θέλει να κάθεται ή να ξαπλώνει.

Σπασμοί, με τετανική ακαμψία σχεδόν όλων των μυών του σώματος, με διακοπές λίγων λεπτών, κατά τις οποίες οι μύες χαλαρώνουν.

Σπασμοί που ανανεώνονται από την ελαφρότερη επαφή. (Stram.)

Πάρεση, με μούδιασμα και ψυχρότητα των παραλυτικών μερών, από αποπληξία, alcohol, σεξουαλικές υπερβολές κ.λπ.

Ύπνος

(Nux vomica)

Πολύ χασμουρητό και υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας. (Nux m.)

Ανυπέρβλητη υπνηλία μετά το φαγητό, για αρκετές ώρες. (Kali carb., Sil.)

Υπνηλία νωρίς το βράδυ, αλλά αϋπνία τη νύχτα.

Ξυπνά στις 3 το πρωί, μένει ξύπνιος για ώρες, με ορμή σκέψεων, αποκοιμιέται σε ονειρικό ύπνο με το ξημέρωμα, από τον οποίο είναι δύσκολο να ξυπνήσει, και μετά νιώθει κουρασμένος, αδύναμος και απρόθυμος να σηκωθεί.

Κοιμάται κυρίως ανάσκελα.

Δυνατή ροχαλητή αναπνοή κατά τον ύπνο. (Laur., Op )

Όνειρα, με τρομακτικές οράσεις, που προκαλούν φόβο.

Πυρετός

(Nux vomica)

Ψύχος και ρίγος σε όλο το σώμα, με μπλε χρώμα του δέρματος, ιδίως στα χέρια και τα νύχια.

Ψύχος το βράδυ κατά την κατάκλιση (Nitr. ac.), ακολουθούμενος από θερμότητα στο κεφάλι και το πρόσωπο.

Ψύχος που δεν ανακουφίζεται από τη θερμότητα· επιδεινώνεται με την κίνηση.

Ξηρή θερμότητα, που δεν ανέχεται κάλυψη, ή αλλιώς την επιθυμεί, ωστόσο ψυχρότητα όταν αποκαλύπτεται.

Η θερμότητα προηγείται του ψύχους και ανανεώνεται μετά τον ψύχο.

Ιδρώτας μετά τα μεσάνυχτα και το πρωί· όξινος, δυσώδης (Arn., Ars., Carb. an ., Hep. s., Sil.)· κρύος, κολλώδης στο πρόσωπο. (Camph., Verat. alb .)

Επιδείνωση

(Nux vomica)

Από πνευματική προσπάθεια· το πρωί· μετά το φαγητό, ιδίως μετά το μεσημεριανό· από την κίνηση· από ελαφριά επαφή· στον καθαρό αέρα· σε ξηρό καιρό.

Θεραπευτικό εύρος.- (Nux vomica)

Κακές συνέπειες από πολύ καρυκευμένες τροφές, καφέ, καπνό και οινοπνευματώδη· από κάθε είδους φαρμακευτικά μείγματα, θερμά φάρμακα και γιατροσόφια· από υπερβολική πνευματική προσπάθεια, καθιστικές συνήθειες, υπερφαγία, απώλεια ύπνου· περιοδικές και διαλείπουσες παθήσεις· γαστρικές, χολώδεις και εντερικές διαταραχές, ιδίως δυσπεψία, δυσπεψία στερητική, ίκτερος, δυσκοιλιότητα κ.λπ.· κήλη· ηπατίτιδα· αιμορροΐδες· υποχονδρίαση· αποπληξία· καταρροϊκές παθήσεις-ρινικές, βρογχικές, εντερικές, κυστικές· μηνορραγία· προσωπαλγία· ρευματισμός· ουρική αρθρίτιδα· σπασμοί· πάρεση.

Παθήσεις

(Nux vomica)

Φλογερά, ευερέθιστα ιδιοσυγκρασίες.

Ταιριάζει σε λεπτούς, ευερέθιστους, χολώδεις ανθρώπους, με σκούρα μαλλιά, και σε άτομα που καταβάλλουν μεγάλη πνευματική προσπάθεια ή κάνουν καθιστική ζωή· σε άσωτους που είναι ευερέθιστοι και λεπτοί.

Σύγκριση

(Nux vomica)

Amm. mur., Amm. carb., Ars., Bell., Bry., Calc. c., Carb. v., Cham., Cinch., Coccul., Coff., Cupr., Ign., Ipec., Lyc., Merc,., Op., Phos., Puls., Rhus tox., Sep., Sulph.

Οι σχέσεις του είναι: Ars., Ipec., Phos., Sulph. προηγούνται του Nux v. καλά, ενώ Bry., Puls. και Sulph. το ακολουθούν καλά.

Αντίδοτα

(Nux vomica)

Acon ., Bell., Camph., Cham., Coff ., Coccul., Ign., Puls.

Σε μεγάλες δόσεις: κρασί, καφές, Camph., Op.

Nux Vomica Αντίδοτα.-

Ars., Cham., Cinch., Coccul., Coff., Op., Phos., Puls.

Είναι επίσης αντίδοτο των αρωματικών, των δραστικών καθαρτικών, των «θερμένων φαρμάκων», των ναρκωτικών, του καφέ και του alcohol.

Πνευματικά δικαιώματα © Robert Séror 2003

Ευρετήριο