Tabacum
Cowperthwaite - Εγχειρίδιο Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Materia Medica) · Allen Corson Cowperthwaite · 3,443 χαρακτήρες
Γενικά
(Nicotiana Tabacum.)
Natural order.- Solanaceae.
Κοινή ονομασία.- Καπνός.
Γενική ανάλυση.
Δρα ειδικά στο πνευμονογαστρικό νεύρο και στην προμήκη μυελό, προκαλώντας πλήρη χαλάρωση και παράλυση του ακούσιου μυϊκού συστήματος.
Μέσω των πνευμονογαστρικών επηρεάζεται επίσης ισχυρά το πεπτικό σύστημα.
Σύμφωνα με τον Bartholow, «η εμετική δράση του καπνού είναι αναμφίβολα προϊόν τριών παραγόντων: της εγκεφαλικής του δράσης, του τοπικού ερεθισμού του γαστρικού βλεννογόνου και της ειδικής εμετικής του ιδιότητας.
Οι εκκρίσεις του εντερικού βλεννογόνου αυξάνονται και η μυϊκή στιβάδα περιέρχεται σε τετανική συστολή, εξ ου και η καθαρτική δράση που ακολουθεί τη χορήγησή του.»
Κύριο χαρακτηριστικό του είναι μια θανατηφόρα ναυτία, συνοδευόμενη από ωχρότητα, ίλιγγο, κρύο ιδρώτα και διακεκομμένο σφυγμό.
Χαρακτηριστικά συμπτώματα.
Νους
(Tabacum)
Άγχος· καλύτερα μετά το κλάμα.
Δύσκολη συγκέντρωση του νου.
Κεφάλι
(Tabacum)
Ίλιγγος, με ναυτία του στομαχιού· χειρότερα σε κλειστούς χώρους· καλύτερα στον ανοιχτό αέρα.
Βαρύτητα του κεφαλιού.
Πρόσωπο
(Tabacum)
Νεκρική ωχρότητα του προσώπου με ναυτία στο στομάχι. (Ant. tart., Ars., Ipec.)
Πρόσωπο ωχρό, κατεστραμμένο· καλυμμένο με κρύο ιδρώτα. (Ox. ac.)
Βίαιο σπάζοντας πόνο στα οστά του προσώπου και στα δόντια.
Στόμα
(Tabacum)
Αφρισμός από το στόμα. (Coccul., Cic., Laur.)
Άφθονη σιαλλορροία. (Hep. s., Merc., Nitr. ac.)
Συσσώρευση λευκού ιξώδους βλέννου στο στόμα και στον λαιμό, η οποία πρέπει να αποπτύεται συχνά.
Στομάχι
(Tabacum)
Μεγάλη δίψα.
Αηδία, ναυτία και έμετος· επιδ. με την κίνηση.
Θανατηφόρα ναυτία, με ίλιγγο, σε παροξυσμούς· σώμα καλυμμένο με κρύο ιδρώτα (Verat.)· ναυτία από θαλασσοταραχή. (Coccul.)
Αίσθημα ψύχους στο στομάχι (Camph., Colch.), με ναυτία.
Βύθιση στο βάθος του στομαχιού· αίσθηση χαλάρωσης. (Ipec.)
Κοιλιά
(Tabacum)
Επώδυνη ανάσυρση του ομφαλού· σύσπαση των κοιλιακών μυών. (Chel., Plumb., Podo.)
Περιορισμένη κήλη.
Κόπρανα
(Tabacum)
Βίαιος πόνος στη μέση της πλάτης κατά τη διάρκεια μαλακών κοπράνων, με τένεσμο και κάψιμο.
Διάρροια, κιτρινοπράσινα ή πρασινωπά, βλεννώδη κόπρανα.
Κόπρανα σαν χολέρα. (Ars., Camph., Cupr., Verat. alb.)
Αναπνευστικά όργανα.- (Tabacum)
Δύσκολη αναπνοή.
Βίαιη συστολή του θώρακα.
Λόξιγκας μετά από κάθε παροξυσμό του κοκίτη.
Καρδιά και σφυγμός.- (Tabacum)
Βίαιες αίσθημα παλμών. (Acon., Ars., Aur., Spig.)
Παροξυσμοί πίεσης στην προκαρδιακή περιοχή, τη νύχτα, με αίσθημα παλμών και πόνο μεταξύ των ωμοπλατών.
Σφυγμός πολύ ασθενής, μαλακός και αργός· απροσδιόριστος, μικρός, διακεκομμένος.
Γενικότητες
(Tabacum)
Μεγάλη αδυναμία και εξάντληση. (Ars., Cinch.)
Ανησυχία, θέλει να αλλάζει συνεχώς τόπο.
Ναρκωτικός ύπνος τη νύχτα.
Πυρετός
(Tabacum)
Παγωμένο κρύο από τα γόνατα ως τα δάχτυλα των ποδιών.
Σώμα ζεστό· χέρια και πόδια παγωμένα κρύα. (Menyanth.)
Κρύος ιδρώτας στα χέρια, στο μέτωπο και στο πρόσωπο. (Verat. alb.)
Κρύος, κολλώδης ιδρώτας. (Ars., Camph., Merc., Phos., Tereb.)
Θεραπευτικό φάσμα.- (Tabacum)
Ασθένειες που προέρχονται από εγκεφαλική ερεθισμό, ακολουθούμενες από έντονα γαστρικά συμπτώματα· νευρικές ασθένειες και καρδιακές παθήσεις, συνοδευόμενες από θανατηφόρα ναυτία· ναυτία από θαλασσοταραχή· χολέρα· βρεφική χολέρα· περιορισμένη κήλη· άσθμα· ασφυξία· στηθάγχη.
Σύγκριση
(Tabacum)
Ant. tart., Bell., Digit., Ipec., Lob., Nux v., Op., Stram., Verat. alb.
Αντίδοτα
(Tabacum)
Ars., Cham., Ipec., Nux v., Ign., Puls.
Tabacum Αντίδοτα.-
Cic., Stram.
Πνευματικά δικαιώματα © Robert Séror 2003
Ευρετήριο