Αρχική / Hering / CINCHONA OFFICINALIS

Cinchona Officinalis

Hering - Condensed Materia Medica · Constantine Hering · 19,470 χαρακτήρες

Όλα τα βιβλία για Cinchona Officinalis → Αντιδοτείται απόApis MellificaAranea DiademaArnica MontanaArsenicum AlbumAsaf EtidaAurum MetallicumBelladonnaBryonia AlbaCactus GrandiflorusCalcarea Carbonica
Γενικά

CINCHONA OFFICINALIS. [Cinch. off.] Φλοιός Περού. Hahnemann. Rubiaceae.

Νους

► Διαλέγει λανθασμένες εκφράσεις ή τις χρησιμοποιεί σε λάθος θέση. ► Αργή ροή ιδεών. ► Ιδέες και σχέδια συνωστίζονται στο νου του, ιδίως το βράδυ. ► Σταθερή ιδέα ότι είναι δυστυχισμένος, ότι τον καταδιώκουν εχθροί. ► Παραλήρημα μετά από αφαίμαξη· κλείνοντας τα μάτια, βλέπει μορφές ανθρώπων. ► Αναγκάζεται να πηδήξει από το κρεβάτι· θέλει να αυτοκτονήσει, αλλά του λείπει το θάρρος. ► Τάση να κατηγορεί και να ενοχλεί τους άλλους. ► Αποστροφή προς κάθε πνευματική ή σωματική προσπάθεια. ► Καταθλιπτικός, ζοφερός, δεν έχει καμία επιθυμία να ζει. ► Φόβος σκύλων και άλλων ζώων τη νύχτα. ► Αναπόφευκτη αγωνία, έως και αυτοκτονία. ► Αδιαφορία, απάθεια. ► Κακή διάθεση. ► Επίμονος, απείθαρχος, λαχτάρα για λιχουδιές· πρόσωπο ωχρό, ή άλλοτε ερυθρό· ανήσυχος όλη τη νύχτα· παιδιά. ► Δυσανεξία σε αισθητηριακές εντυπώσεις. ► Νευρικός ερεθισμός. ► Επιδ. με την πνευματική προσπάθεια.

Αισθητήριο

► Θαμπότητα του κεφαλιού, ζάλη, σαν από νυχτερινή καθιστική στάση και αϋπνία. ► Βαρύτητα του κεφαλιού, λιποθυμία, απώλεια όρασης, βουητό στα αυτιά· κρύο δέρμα. θ Μετά από αιμορραγία. ► Ίλιγγος : μετά από απώλεια ζωτικών υγρών· από αναιμία· το κεφάλι αισθάνεται αδύναμο, μόλις που το κρατά όρθιο· με το ρίγος· όταν σηκώνει το κεφάλι· με νευρική διέγερση, υστερική διεγερσιμότητα· με λιποθυμία. ► Θαμπότητα του κεφαλιού, σαν από ρινίτιδα ή μέθη. ► Βαρύτητα του κεφαλιού, αυξανόμενος ίλιγγος.

Εσωτερικό του κεφαλιού

► Έντονη παλλόμενη κεφαλαλγία· οι καρωτίδες πάλλονται. ► θ Μετά από απώλεια αίματος. ► Σουβλιές από κρόταφο σε κρόταφο. ► Αίσθηση σαν να πρόκειται να σπάσει το κεφάλι, με αϋπνία· επιδ. από κίνηση ή οποιαδήποτε κρότο· βελτ. στο δωμάτιο και όταν ανοίγει τα μάτια. ► Όλο το κεφάλι μωλωπισμένο· επιδ. από πνευματική κόπωση. ► Κεφαλαλγία από κατασταλμένη ρινίτιδα· επιδ. στον ανοιχτό αέρα ή από πνευματική κόπωση. ► Ο εγκέφαλος μοιάζει μωλωπισμένος· επιδ. με την κίνηση, ακόμη και με το άνοιγμα των ματιών· το τριχωτό ευαίσθητο· επιδ. τη νύχτα. ► Κεφαλαλγία στο ινίο μετά από σεξουαλικές υπερβολές ή αυνανισμό. ► Κεφαλαλγία, επιδ. από ρεύμα αέρα, στον ανοιχτό αέρα, από το ελαφρύτερο άγγιγμα· βελτ. από σταθερή πίεση. ► Κεφαλαλγία από το ινίο σε όλο το κεφάλι από το πρωί έως το απόγευμα· επιδ. ξαπλωμένος, πρέπει να στέκεται ή να περπατά· οδηγεί σε τρέλα. ► Δακρυσμένες, ελκτικές, καταθλιπτικές πόνοι, σαν από φορτίο στο κεφάλι.

Εξωτερικό του κεφαλιού

► Καύσος στο μέτωπο, με ζεστό ιδρώτα πάνω του. ► Το τριχωτό ευαίσθητο στην αφή, οι ρίζες των μαλλιών πονάνε όταν κινούνται τα μαλλιά. ► Το τριχωτό αισθάνεται σαν τα μαλλιά να τα αρπάζει κανείς απότομα με το χέρι. ► Άφθονος ιδρώτας στο κεφάλι, ιδίως όταν περπατά σε ανοιχτό αέρα.

Μάτια

► Νυχταλωπία. ► Επιδ. από το φως· βελτ. στο σκοτάδι. ► Λάμψεις ή μαύρες κηλίδες μπροστά στα μάτια. ► Αμβλυωπία σε μεθυσμένους· μετά από αυνανισμό, τάση αίματος προς το κεφάλι. ► Πίεση στα μάτια, σαν από υπνηλία. ► Τα γράμματα ωχρά, περιβαλλόμενα από λευκά περιγράμματα. ► Διασταλμένες, όχι πολύ ευαίσθητες κόρες. ► Πίεση, σαν από άμμο στα μάτια· φωτοφοβία· μάτια ζεστά, κόκκινα· ή θολά και αδύναμα, σαν γεμάτα καπνό.

Αυτιά

► Λεπτός ήχος στα αυτιά, αδυναμία. ► Βαρυκοΐα· βουητό στα αυτιά. ► Σουβλιές στα αυτιά. ► Δακρυσμένοι πόνοι στα αυτιά, επιδ. από το ελαφρύτερο άγγιγμα· αυτιά κόκκινα· σουβλιές, με ηχό.

Μύτη

► Η όσφρηση υπερβολικά οξεία. ► Ξηρή ρινίτιδα, οδονταλγία, δακρύρροια· πολύ φτέρνισμα. ► Ρινορραγία, αναιμία· ήχος στα αυτιά· πρόσωπο ωχρό, λιποθυμία. ► Επαναλαμβανόμενη ρινορραγία, ιδίως το πρωί, με το σηκωμό.

Πρόσωπο

► Πρόσωπο ζεστό, με την είσοδο στο δωμάτιο από τον ανοιχτό αέρα. ► Φλέβες του προσώπου διασταλμένες. ► Πρόσωπο· κόκκινο κατά τον πυρετό· βαθουλωμένο, ωχρό ή κυανό με ατροφία· ωχρό, μπλε γύρω από τα μάτια· κίτρινο· χωματί· γκρίζο· κίτρινο ή μαύρο· ιπποκρατικό. ► Νευραλγία, περιοδικές κρίσεις· πόνοι υπερβολικοί, δέρμα ευαίσθητο στο ελαφρύτερο άγγιγμα· το μέρος αισθάνεται αδύναμο· πρόσωπο εναλλάξ κόκκινο και ωχρό· πόνοι από αριστερά προς τα δεξιά· κυρίως στα υποτροχιλιακά και γναθιακά κλαδιά.

Κάτω πρόσωπο

► Χείλη· καύσος· πρησμένα· ξηρά, σκληρά, ραγισμένα, μαυριδερά· μαυριδερά και ζαρωμένα. ► Υπογνάθιοι αδένες πρησμένοι, επώδυνοι κατά την κατάποση.

Δόντια

► Οδονταλγία, φλέβες στο μέτωπο και στα χέρια διασταλμένες· παλλόμενος πόνος. ► Οδονταλγία ενώ το βρέφος θηλάζει. ► Οδονταλγία επιδ. από το ελαφρύτερο άγγιγμα, κίνηση του σώματος, τσάι, ανοιχτό αέρα ή ρεύμα αέρα· βελτ. με το σφίξιμο των δοντιών. ► Οδονταλγία κατά την εφίδρωση. ► Πρήξιμο των ούλων· στόμα ξηρό.

Γλώσσα κ.λπ.

► Γεύση· υπερβολικά οξεία· σάπια, το πρωί· πικρή στο βάθος του λαιμού· επίπεδη, υδαρή. ► Το φαγητό έχει πικρή ή υπερβολικά αλμυρή γεύση. ► Γλώσσα λευκή· ή κίτρινη· παχιά, βρώμικη επιφάνεια. ► Γλώσσα λευκή, τα πρωινά· το παιδί ανήσυχο όλη τη νύχτα· καμία όρεξη για πρωινό. ► Γλώσσα μαύρη, ή ωμή, σαν καμένη. ► Καύσος σαν από πιπέρι στην άκρη της γλώσσας, ακολουθούμενος από πτυαλισμό.

Στόμα

► Πτυαλισμός μέρα και νύχτα, χρόνια μετά τον υδράργυρο, μεγάλη αδυναμία, ιδίως του στομαχιού.

Λαιμός

► Ο λαιμός τραχύς, ξυσμένος, προκαλώντας αίσθημα πόνο κατά την κατάποση. ► Δύσκολη κατάποση, σαν από συστολή του οισοφάγου. ► Γάγγραινα του λαιμού.

Επιθυμίες και Αποστρογές

► Λαχταρά οινοπνευματώδη· γλυκά· ξινά, δροσιστικά πράγματα· καβουρδισμένο καφέ. ► Τα παιδιά δύσκολα στην τροφή, επιθυμούν διάφορα πράγματα χωρίς να ξέρουν τι. ► Θέλει πολύ καρυκευμένη τροφή. ► Λύκεια πείνα· επιδ. τη νύχτα. ► Λαιμαργική όρεξη. θ Ατροφία. ► Βίαιη δίψα για κρύο νερό· πίνει λίγο και συχνά. ► Αποστροφή της τροφής σαν να έχει υπερφαγήσει. ► Αποστρέφεται το ψωμί· τη μπύρα· το βούτυρο· το κρέας· τα λιπαρά· τη ζεστή τροφή. ► Απώλεια όρεξης σε ομιχλώδη καιρό. ► Απώλεια όρεξης, ναυτία, επιθυμία για εμετό. ► Αποστροφή για κάθε τροφή, ακόμη και όταν τη σκέφτεται· τρόμος της εργασίας· υπνηλία την ημέρα· κίτρινα μάτια.

Φαγητό και Πόσιμα

► Επιδ. πίνοντας κρασί και άλλα ποτά. ► Επιδ. μετά το πρωινό. ► Ξινές διανοήσεις μετά το γάλα. ► Γαστρικά συμπτώματα από· φαγητό ψαριού· υπερβολική χρήση τσαγιού· ξινό κρασί· νέα μπύρα· ακάθαρτο νερό· φρούτα. ► Τα ζεστά ποτά εμποδίζουν την πέψη. ► Επιδ. από το κάπνισμα.

Ναυτία και Έμετος

► Πυρωσία, μετά το γάλα. ► Ερευγμοί, ξινή ανάβαση. ► Διανοήσεις με γεύση της τροφής· ή πικρές. ► Έμετος· ξινός· μαυριδερός· αιματηρός· επιδ. τη νύχτα. ► Συχνός έμετος.

Στομάχι

► Σφύξεις στο βάθος του στομαχιού. ► Βαριά πίεση στο στομάχι μετά από μικρή ποσότητα τροφής. ► Αίσθηση κρύου στο στομάχι· σταθερό αίσθημα κορεσμού, όμως μπορεί να φάει, αλλά αισθάνεται χειρότερα μετά. ► Πληρότητα στο στομάχι και τα έντερα· αέρια· οι ερευγμοί δεν ανακουφίζουν. ► Αργή πέψη, η τροφή παραμένει πολύ στο στομάχι· ιδίως αν φαγωθεί πολύ αργά την ημέρα. ► Αιματέμηση· μεγάλη απώλεια αίματος, αδύναμος, ωχρός, κρύα χέρια και πόδια· το στομάχι πολύ ευαίσθητο στην αφή. ► Γαστραλγία μετά από εξάντληση· οξύτητα· φούσκωμα μετά από τροφή ή ποτό· κορεσμός· ανακουφίζεται από την κίνηση. ► Το στομάχι αισθάνεται πληγωμένο, σαν να είναι ελκωμένο, δεν ανέχεται ελαφριά αφή.

Υποχόνδρια

► Πόνος στη ηπατική περιοχή, σαν από υποδόριο έλκωση· επιδ. από την αφή. ► Διευρυμένο, σκληρό ήπαρ. ► Κωλικός από χολόλιθους. ► Γαστρο-δωδεκαδακτυλικός καταρροίς μετά από απώλεια υγρών ή σοβαρή ασθένεια. ► Διευρυμένος σπλήνας. ► Πόνοι πονετικοί, σουβλιές στον σπλήνα όταν περπατά αργά· οι πόνοι εκτείνονται κατά μήκος του μεγάλου άξονα του σπλήνα.

Κοιλιά

► Πιεστικός-πονητικός πόνος κάτω από τον ομφαλό. ► Αέρια από υπερβολική κατανάλωση τσαγιού. ► Κωλικός βελτ. κάμπτοντας διπλά. ► Κωλικός επιδ. τη νύχτα και μετά το φαγητό. ► Κωλικός σε συγκεκριμένη ώρα κάθε απόγευμα· «κωλικός 3 μηνών». ► Κοιλιά φουσκωμένη, θέλει να ερευγμάται. ► Κοιλιά σαν γεμάτη πακεταρισμένη, δεν ανακουφίζεται από τους ερευγμούς. ► Τυμπανιτική κοιλιά, πίεση σαν από σκληρό σώμα· ή σπασμωδικοί, σφιγκτικοί πόνοι από φυλακισμένα αέρια· επιδ. τη νύχτα ή μετά από εξάντληση· επίσης στον τύφο, επιδ. τα πρωινά. ► Στραγγαλισμένη κήλη· το έντερο μαύρο· μετά από εγχείρηση.

Κόπρανα κ.λπ.

► Κόπρανα· χαλαρά, καφετιά, ανώδυνα, με αίσθημα αδυναμίας· αφρώδη, ανώδυνα, διαρροϊκά, με ζύμωση στα έντερα· μετά από ξινή μπύρα· ανώδυνα, μαύρα· λεπτά, μεγάλα, με αποβολή αερίων, τα πρωινά· δυσώδη αχώνευτα, ή λευκά, παπώδη, τη νύχτα· κίτρινα, υδαρή, ακούσια· με οσμή πτώματος, σοκολατί χρώματος, επιδ. τη νύχτα. ► Η διάρροια έρχεται σταδιακά, όλο και πιο υδαρή, ωχρά, ροδινατά, με ταχύτατη εξάντληση. ► Δυσκοιλιότητα· μεγάλη συσσώρευση· τα κόπρανα δύσκολα, ακόμη κι αν είναι μαλακά· μετά από μακρά καθαρτική αγωγή. ► Βλεννώδης έκκριση από το ορθό. ► Αιμορραγούσες αιμορροΐδες, κάψιμο και φαγούρα. ► Μυρμήγκιασμα στον πρωκτό.

Ούρα

► Συχνή ούρηση. ► Καύσο στο στόμιο της ουρήθρας, ιδίως επώδυνος από την τριβή των ρούχων. ► Ούρα : θολά, σκούρα, ολιγοουρία· λευκά, θολά, με λευκό ίζημα· ωχρά, που θολώνουν ή αποθέτουν θολό, κιτρινωπό, χαλαρό ίζημα. ► Ολιγοουρία, πρασινοκίτρινα, ίζημα σαν τούβλο. ► Ροδόχροο ίζημα.

Ανδρικά γεννητικά όργανα

► Σεξουαλική επιθυμία· λαγνεία φαντασιώσεις. ► Ανικανότητα, με λαγνεία φαντασιώσεις. ► Νυχτερινές εκσπερμάσεις, συχνές και εξαντλητικές. ► Συνέπειες υπερβολικών ή μακροχρόνιων σπερματικών απωλειών· αυνανισμός. ► Επώδυνος οίδημα του σπερματικού τόνου και όρχεως, ιδίως της επιδιδυμίδας· σπασμένος πόνος στον αριστερό όρχι και στην αριστερή πλευρά της ακροποσθίας· κραμποειδής, σπασμωδικός πόνος στους όρχεις, τα βράδια. θ Μετά από γονόρροια. ► Σπασμωδικός πόνος στην ουρήθρα.

Γυναικεία γεννητικά όργανα

► Σαλπιγγίτις από σεξουαλική υπερβολή ή αιμορραγία, τα μέρη πολύ ευαίσθητα σε ελαφριά αφή. ► Ύδρωπας : των ωοθηκών· της μήτρας. ► Σύσταση αίματος στη μήτρα, πληρότητα, πίεση και βαρύτητα, επιδ. στο περπάτημα. ► Έμμηνος ρύση : πρόωρη, αφθονική, μαύροί θρόμβοι, με σπασμό στο θώρακα και την κοιλιά· επώδυνη. ► Μητρορραγία, αίμα σκούρο, λιποθυμικές σπασμοί. ► Έκκριση ορώδους αίματος, εναλλάξ με πύον. ► Λευκόρροια : αντί της εμμήνου ρύσης, με κνησμό· με σπασμωδικές συσπάσεις της μήτρας, επώδυνη πίεση προς το αιδοίο και τον πρωκτό· εμμηνορρυσία αυξημένη. ► Επώδυνη σκλήρυνση στον κόλπο.

Εγκυμοσύνη

► Νυμφομανία λεχωίδων. ► Κοιλιά· κοιλιά φουσκωμένη, ο λόξιγκας δεν ανακουφίζει. ► Οι ωδίνες κόβονται από αιμορραγία· δεν ανέχεται να αγγίζονται τα χέρια. ► Μητρορραγίες, εμβοές αυτιών, λιποθυμία, κρύο, απώλεια όρασης· έκκριση σκούρων θρόμβων· σπασμοί της μήτρας· μυϊκές συσπάσεις, τραντάγματα· θέλει να τη δροσίζουν με βεντάλια. ► Λόχια διαρκούν υπερβολικά· πόνος τραβηγμένος γύρω από τις ωοθήκες· ή έκκριση δύσοσμη ή τυρώδης, πυώδης. ► Ασφυξία του νεογνού· μετά από μεγάλη απώλεια αίματος από τη μητέρα.

Λάρυγγας

► Βραχνή φωνή, τραχιά, βαθιά από προσκολλημένη βλέννα. ► Αίσθημα κακώσεως στον λάρυγγα και την τραχεία. ► Γρίπη, με αδυναμία, απώλεια όρεξης, θερμότητα χωρίς δίψα.

Αναπνοή

► Άσθμα, μοιάζει ετοιμοθάνατος· επιδ. το φθινόπωρο, βρεγμένος καιρός, ή μετά από αφαίμαξη. ► Δεν μπορεί να αναπνεύσει με το κεφάλι χαμηλά. ► Συριγμός, σφυριχτή έμπνευση, κοκοκάνισμα, ρόγχος, καταπιεσμένη και επώδυνη. ► Καταπίεση του θώρακα· επίσης τα βράδια, ξαπλωμένος. ► Νυχτερινά επεισόδια ασφυξίας· σπασμωδικός βήχας. ► Ασφυξικός κατάρρος, και παράλυση πνευμόνων ηλικιωμένων. ► Ρόγχος στο θώρακα· δυνατοί ήχοι μέσω της μύτης. ► Έμπνευση αργή, δύσκολη· εκπνοή γρήγορη, φυσούσα, βραχεία. ► Οίδημα της γλωττίδας. ► Καταπίεση του θώρακα, σαν από πληρότητα στομαχιού· επίσης από συνεχή ομιλία. ► Κρύα αναπνοή.

Βήχας

► Με πόνο στον λάρυγγα και το στέρνο· με πόνο σε όλη την κοιλότητα του θώρακα. ► Βήχας που προκαλεί κοψίματα στην αριστερή κάτω κοιλιά· απόχρεμψη δύσκολη, μαύρη. ► Βήχας με κοκκώδη απόχρεμψη κατά τη διάρκεια της ημέρας ή το βράδυ, καθόλου τη νύχτα ή το πρωί. ► Ξηρός, σπασμωδικός ή ασφυξικός νυχτερινός βήχας, σαν από ατμούς sulphur, με χολώδη έμετο. ► Βήχας αρχικά κούφιος, ξηρός και επώδυνος, αργότερα αιματηρή απόχρεμψη. ► Πτύελα βλεννώδη, λευκωπά. ► Βήχας επιδεινώνεται : ξαπλωμένος με το κεφάλι χαμηλά, ή στην αριστερή πλευρά· κίνηση· βαθιά ανάσα, ομιλία, γέλιο· φαγητό, πόσιμο· βράδυ ή μετά τις 12 μ.μ.· ελαφριά αφή στον λάρυγγα· ελάχιστο ρεύμα αέρα· απώλεια υγρών· μετά το ξύπνημα.

Πνεύμονες

► Δυνατοί, τραχείς ρόγχοι, μεγάλη αδυναμία, αναιμία· οίδημα των ποδιών. ► Πνευμονία μετά από αιμορραγίες, αιμορραγούσα ή με χολικά συμπτώματα· ή αρχόμενη γάγγραινα. ► Πίεση στο θώρακα σαν από βίαιη ορμή αίματος, βίαιες παλμικές κινήσεις της καρδιάς· αιματηρά πτύελα· αιφνίδια εξάντληση. ► Σουβλιές στο δεξιό θώρακα έως τη μασχάλη, εμποδίζει την κλίση εμπρός και την αναπνοή· σουβλιές στον αριστερό θώρακα· σουβλιές κάτω από το στέρνο, επιδείνωση κατά τη βαθιά αναπνοή και τις αιφνίδιες κινήσεις. ► Φθίση των μεθυσμένων, εξόντωσις των πνευμόνων. ► Δεν ανέχεται κρουστή ούτε καν ακρόαση, τόσο ευαίσθητος θώρακας. ► Αιμόπτυση: με επακόλουθη εξόντωσις των πνευμόνων· σουβλιές στο θώρακα, επιδείνωση από το ελαφρύ άγγιγμα.

Καρδιά και Σφυγμός

► Παλμικές κινήσεις της καρδιάς: με ορμή αίματος στο πρόσωπο, θερμότητα και ερυθρότητα του προσώπου, με κρύα χέρια· μετά από απώλεια υγρών. ► Σφυγμός: συχνός, μικρός, σκληρός· πιο ήσυχος μετά τα γεύματα· ασθενικός, ταχύς· άνισος, διαλείπων.

Αυχένας Και Πλάτη

► Πίεση σαν από πέτρα ανάμεσα στις ωμοπλάτες. ► Πόνος στη μέση της πλάτης τη νύχτα, ξαπλώνοντας πάνω της. ► Αδύνατος να υπομείνει πόνος στη μέση της πλάτης, σαν κράμπα, επιδείνωση από την ελάχιστη κίνηση. ► Παράλυση, σύρσιμο, σπάσιμο στην πλάτη και τους μηρούς.

Άνω Άκρα

► Πόνος στις ωμοπλάτες και τα άκρα· επιδείνωση από την ελάχιστη πίεση· ανήσυχος, θέλει να αλλάζει θέση. ► Σπασμωδική έκταση των χεριών, με σφιγμένα δάχτυλα. ► Τα χέρια τρέμουν (όταν γράφει). ► Οι φλέβες των χεριών διατεταμένες. ► Πρήξιμο στο πίσω μέρος του αριστερού χεριού. ► Το ένα χέρι παγωμένο, το άλλο ζεστό. ► Νύχια μπλε.

Κάτω Άκρα

► Νόσος του ισχίου, με άφθονη εξόντωση, ιδρώτα, διάρροια. ► Πόνος στο δεξί γόνατο, έως τον μηρό, ή προς τα κάτω προς τα πόδια· πόνοι επιδεινώνονται περισσότερο από την επαφή παρά από την κίνηση. ► Τα πόδια αισθάνονται σαν μετά από μακρύ περπάτημα. ► Δυσφορία στα πόδια, πρέπει να τα κινεί ή να τα ανασηκώνει. ► Θερμό πρήξιμο του δεξιού γόνατου, επώδυνο στην ελαφριά επαφή. ► Γόνατα αδύναμα, ιδίως όταν περπατά. ► Ρευματικοί πόνοι στα μεταταρσικά οστά και στις φάλαγγες, επιδείνωση από την κίνηση και την επαφή. ► Πρήξιμο των ποδιών· θερμό, αρθριτικό.

Άκρα Γενικά

► Διαπεραστικό-σπάσιμο, επιδείνωση από την επαφή, ιδίως στα χέρια και τα πόδια. ► Πόνοι σε όλα τα άκρα, σαν τα ρούχα να ήταν πολύ σφιχτά, μετά από περίπατο στον καθαρό αέρα. ► Πόνοι στα άκρα που αυξάνονται σταδιακά, επιδείνωση από ελαφριά επαφή. ► Οι περιοχές γύρω από τις αρθρώσεις είναι πρησμένες και πολύ ευαίσθητες στην ελάχιστη επαφή· χειρότερα τη νύχτα, τα μέρη αισθάνονται αδύναμα. ► Βαρύτητα στα άκρα, ιδίως στους μηρούς. ► Τα άκρα πονάνε, ιδίως οι αρθρώσεις, σαν μωλωπισμένα, επιδείνωση στην ανάπαυση, βελτίωση με την κίνηση.

Θέση, Κ.λπ.

► Ανάπαυση: 34. Αιφνίδια κίνηση: 28.

Κίνηση

3, 10, 17, 27, 31, 33, 34, 36.

Περπάτημα: 4, 18, 23, 33, 34.

Πρέπει να σταθεί ή να περπατήσει: 3.

Θέλει να αλλάξει θέση: 32.

Ξαπλώνοντας: 3, 26· ανάσκελα: 31· αριστερή πλευρά: 27· με το κεφάλι χαμηλά: 26, 27.

Μέρη που ξαπλώνει πάνω τους: 36, 40.

Σήκωμα του κεφαλιού: 2.

Δίπλωμα στα δύο: 19.

Νεύρα

► Μεγάλη καταπόνηση, τρέμουλο, απέχθεια για κάθε άσκηση· νευρικός· ευαίσθητος στον πόνο, στα ρεύματα αέρα· αϋπνία. ► Παθήσεις από απώλεια ζωικών υγρών. ► Σπασμοί· ορμή αίματος στο κεφάλι, σφυγμός των καρωτίδων· από μεγάλη απώλεια αίματος. ► Επιληπτικοί σπασμοί με μεγάλα διαστήματα· θανάσιμη ωχρότητα· χαλάρωση των μυών. ► Παράλυση από απώλεια υγρών· μετά από αρσενική δηλητηρίαση· αυνανισμός. ► Μούδιασμα των μερών πάνω στα οποία ξαπλώνει. ► Τραβήγματα των άκρων.

Ύπνος

► Ακατανίκητη υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας και μετά το φαγητό. ► Συνεχής λήθαργος ή ανεκπλήρωτος ύπνος. ► Αϋπνία, πόνος στο κεφάλι (μέχρι τις 12 το μεσημέρι), άγχος κατά την αφύπνιση, από τρομακτικά όνειρα. ► Αϋπνία, από συνωστισμό ιδεών, σχεδιασμό. ► Κατά τον ύπνο : ροχαλητό, εκπνοή με φύσημα· γόγγυρος, θρήνος. ► Ύπνος πολύ σύντομος, ανεκπλήρωτος· ξυπνά πολύ νωρίς. ► Χειρότερος ύπνος μετά τις 3 το πρωί. ► Κατά την αφύπνιση : δεν μπορεί να συνέλθει· ίλιγγος· πείνα· εφίδρωση· αδυναμία· ανεκπλήρωτος· κεφάλι καυτό· πίεση στο θώρακα.

Χρόνος

► Πρωί έως απόγευμα : 3.

Πρωί : 7, 11, 19, 20, 27, 40.

Πρωί (πριν το μεσημέρι) : 40.

Απόγευμα : 19, 40.

Βράδυ : 1, 22, 26, 27, 40.

Νύχτα : 1, 3, 5, 11, 14, 16, 19, 20, 22, 26, 27, 31, 34, 37, 40. 3 π.μ. : 37.

Ημέρα : 27, 37.

Ημέρα και νύχτα : 12.

Θερμοκρασία Και Καιρός

► Δωμάτιο : 3.

Είσοδος σε δωμάτιο από ανοιχτό αέρα : 8.

Ζεστή σόμπα : 40.

Ρεύμα αέρα : 3, 10, 27, 36.

Ανοιχτός αέρας : 3, 4, 10, 34.

Ομιχλώδης καιρός : 14.

Βρεγμένος καιρός : 26.

Σκεπάσματα : 40.

Ρίγος, Πυρετός Και Εφίδρωση

► Ρίγος προηγείται παλμών, άγχους και πείνας. ► Ρίγος σε όλο το σώμα, αυξανόμενο με το πόσιμο, δίψα πριν ή μετά, αλλά όχι κατά το ρίγος. ► Εσωτερικό βίαιο ρίγος, με παγωμένα χέρια και πόδια, και συμφόρηση αίματος στο κεφάλι. ► Ρίγος και ζέστη εναλλάξ το απόγευμα. ► Φευγαλέα ρίγη στην πλάτη, τάση για εφίδρωση με το σκεπάσμα. ► Το βράδυ στο κρεβάτι, δεν μπορεί να ζεσταθεί. ► Θέλει να είναι κοντά στη σόμπα, αλλά αυτή αυξάνει το ρίγος. ► Ρίγος κυρίως απόγευμα ή βράδυ· λιγότερο πριν το μεσημέρι. ► Γενική ζέστη, με διατεταμένες φλέβες. ► Ζέστη του προσώπου, με κρύο σώμα. ► Μακράς διάρκειας ζέστη, που συχνά εγκαθίσταται αργά μετά το ρίγος. ► Κατά τη ζέστη : αδίψα ή δίψα μόνο για κρύο ρόφημα· επιθυμία να αποκαλυφθεί· αποστροφή για φαγητό· ή λύσσα πείνας· πόνοι στο ήπαρ, θώρακα, πλάτη, άκρα. ► Εφίδρωση : εξαντλητική, νύχτα ή πρωί· άφθονη· μερική, κρύα, ή άφθονη, με δίψα· λιπαρή· στην πλευρά στην οποία κείται. ► Κατά την εφίδρωση, αυξημένη δίψα. ► Εκτροπή της εφίδρωσης, και εξ αυτής έλλειψη εφίδρωσης. ► Ζέστη του προσώπου, με κρύο σώμα. ► Εφίδρωση άφθονη, πρωί και νύχτα. ► Εφίδρωση μερική, κρύα· ή, άφθονη, με δίψα· ιδρώνει εύκολα, ιδίως τη νύχτα στον ύπνο. ► Πυρετός, με στεγνό στόμα, καυτά χείλη· κόκκινο πρόσωπο, παραλήρημα· ρίγος όταν αποκαλύπτεται : πόνοι στα άκρα. ► Εφίδρωση στην πλευρά που κείται· εφίδρωση λιγότερη μετά τα γεύματα. ► Κατασταλμένη εφίδρωση. ► Εφημερός πυρετός, συχνές νυχτερινές εφιδρώσεις, διάρροια, ωχρότητα· δέρμα ξηρό, χαλαρό· αϋπνία· νευρικότητα· πείνα· μετά από εξαντλητική νόσο, απώλεια υγρών κ.λπ. ► Οξείοι πυρετοί, με άφθονες εφιδρώσεις. ► Τυφοειδείς πυρετοί : 1, 2, 8, 9, 11, 18, 19, 20, 26, 36, 37.

Κρίσεις

► Επιδείνωση κάθε δεύτερη ημέρα : συμφόρησεις· ρίγη· νευραλγίες. ► Φθινόπωρο : 26. ► Επιδείνωση κατά την αύξηση της σελήνης. ► Εναλλασσόμενη αδυναμία και αίσθηση μεγάλης δύναμης, ιδίως στις αρθρώσεις. ► Πόνοι στα όργανα, εναλλάσσονται με περιπλανώμενους ρευματικούς πόνους.

Πλευρές

► Δεξιά : 28, 33.

Αριστερά : 22, 27, 28, 32.

Αριστερά προς δεξιά : 8.

Άνω προς τα κάτω : 23, 33.

Κάτω προς τα άνω : 28, 33.

Αισθήσεις

► Πόνος σε κάθε άρθρωση, οστά, περιόστεο σαν να είναι διατεταμένο. ► Πόνοι με χωλότητα ή αδυναμία των προσβεβλημένων μερών. ► Μεμονωμένα μέρη αισθάνονται σπογγώδη, μουδιασμένα.

Ιστοί

► Αιμορραγίες από το στόμα, τη μύτη ή τα έντερα· επιθυμία για ξινά. ► Αδένες πρησμένοι, θερμοί, επώδυνοι. ► Χλώρωση, ύδρωπας, κακή πέψη· μετά από εξαντλητικές ασθένειες ή εκκρίσεις. ► Κόκκινες φλεγμονώδεις πρήξεις. ► Τραύματα που μαυρίζουν, γάγγραινα. ► Χαλαροί μύες. ► Εξάντληση, ιδίως των χεριών και των ποδιών· ατροφία παιδιών. ► Υγρή γάγγραινα· τα μέρη μαυρίζουν. ► Ανάσαρκα, ασκίτης σε ηλικιωμένους· επίσης από νόσο ήπατος και σπληνός· σε μεθύσιους. ► Οστίτιδα με άφθονη εφίδρωση.

Επαφή, Κακώσεις κ.λπ.

► Αφή: 3, 4, 6, 8, 10, 17, 18, 23, 24, 27, 28, 33, 34, 46.

Πίεση: 3, 10, 32.

Τρίψιμο: 21.

Κούνημα: 3.

Δέρμα

► Δέρμα: ξηρό, χαλαρό· κίτρινο· όλο το σώμα ευαίσθητο, ακόμη και οι παλάμες. ► Έλκη ιχώδη, ευαίσθητα· ο ιχώρας έχει σάπια οσμή. ► Έλκος επίπεδο, ρηχό, με άφθονη έκκριση. ► Ευλογιά, φλύκταινες μαύρες.

Στάδια και Καταστάσεις

► Μελαψοί άνθρωποι. ► Καταβεβλημένοι, «κατεστραμμένοι», από εξαντλητικές εκκρίσεις. ► Ηλικιωμένες γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση· πλευρίτιδα, ύδρωπας.

Σχέσεις

► Αντίδοτα της Cinchon. είναι: Aran. diad., Arsen., Carb. veg., Eupat. perf., Ferrum, Ipec., Laches., Natr. mur., Nux vom., Pulsat., Sepia, Sulphur, Veratr. Η Cinchon. ενδείκνυται συχνά σε παθήσεις από Arsen., Calcar., Coffea, Helleb., Iodum, Mercur., Sulphur, Veratr. ► Επίσης σε αιμορραγίες από κατάχρηση Chamom. ► Συμπληρωματικά με Ferrum. ► Η Cinchon. αυξάνει το άγχος που προκαλεί η Digit. ► Εχθρική προς Selen. ► Η Cinchon. αντιδοτώνει: Arsen., Ipec. ► Η Chin. mur. προτιμάται ενίοτε για περιοδικό σφοδρό πόνο μέσα ή πάνω από το μάτι, με ρίγη· εμπλοκή της ίριδας· έλκωση του κερατοειδούς. ► Σε διαλείποντα πυρετό νευρικών ή υστερικών γυναικών, σύγκριση με Tarent.