Αρχική / Hering / LACHESIS

Lachesis Mutus

LACHESIS · Hering - Condensed Materia Medica · Constantine Hering · 19,687 χαρακτήρες

Όλα τα βιβλία για Lachesis Mutus → Αντιδοτείται απόAceticum AcidumActaea RacemosaAlcoholAluminaAmmonium CarbonicumAnacardium OrientaleAnthracinumApis MellificaArnica MontanaArsenicum Album
Γενικά

LACHESIS. [Laches.] Surukuku. Hering. Ophidia.

Νους

► Νομίζει ότι βρίσκεται υπό υπεράνθρωπη έλεγχο. ► Πλήρης αναίσθησία. ► Μνήμη αδύναμη, κάνει λάθη στην ορθογραφία. ► Γρήγορη κατανόηση· πνευματική διεγερσιμότητα, με σχεδόν προφητικές αντιλήψεις· έκσταση. ► Παραλήρημα, φοβάται ότι θα καταδικαστεί στην κόλαση. ► Παραλήρημα τη νύχτα, μουρμουρίζει, νυσταγμένος, κόκκινο πρόσωπο· ή αργή, δύσκολη ομιλία και πεσμένο σαγόνι. ► Μανία, με μεγάλη πολυλογία, συχνά πηδώντας από ένα θέμα σε άλλο. ► Μανία μετά από υπερβολική μελέτη. ► Δονητικό παραλήρημα (delirium tremens), επιδ. μετά τον ύπνο· δεν αντέχει την πίεση του περιλαιμίου· πολυλογεί. ► Παραλήρημα από υπερβολική αγρυπνία, υπερκόπωση· απώλεια υγρών· υπερβολική μελέτη. ► Νομίζει ότι είναι νεκρή και ότι γίνονται προετοιμασίες για την κηδεία της· νομίζει ότι τη καταδιώκουν εχθροί· φοβάται ότι το φάρμακο είναι δηλητήριο. ► Πολυλογία, με χλευαστική ζήλεια· τρομακτικές εικόνες. ► Μιλά, τραγουδά, σφυρίζει, κάνει περίεργες κινήσεις. ► Περήφανη· ζηλότυπη, ύποπτη. ► Γκρινιάρα, με διάθεση για κακεντρεχές ή για καβγάδες. ► Αυτοκτονική διάθεση, κουρασμένη από τη ζωή. ► Μεγάλη θλίψη και άγχος, επιδ. το πρωί κατά την αφύπνιση. ► Φόβος θανάτου, φοβάται να πάει στο κρεβάτι. ► Φοβάται ότι θα δηλητηριαστεί.

Αισθητήριο

► Ίλιγγος : από το να κοιτάζει ένα και το αυτό αντικείμενο ; από το περπάτημα σε ανοιχτό αέρα (στην εμμηνόπαυση) ; από κατασταλμένη ερυσίπελας ; με χλωμό πρόσωπο ; ημικρανία. ► Κεφάλι βαρύ σαν μολύβι, επιδ. στο ινίο, με ίλιγγο. ► Ορμή αίματος προς το κεφάλι, μετά από οινοπνευματώδη ποτά ; από κατασταλμένη ή ακανόνιστη έμμηνο ρύση. ► Εκρηκτική εκπνοή, δεν ανέχεται να αγγιχτεί ο αυχένας ; αριστερή αποπληξία, ειδικά αν μετά από πνευματικά συναισθήματα ή κατάχρηση αλκοόλ. ► Έντονες ωδίνες σε όλο το κεφάλι, τόσο ζαλισμένος που δεν μπορούσε να σταθεί ; δεν μπορούσε να δει τα γράμματα, έπεσε στον τοίχο.

Εσωτερικό Κεφάλι

► Μετωπική κεφαλαλγία, λιποθυμία κατά το σηκώσιμο. ► Κεφαλαλγία πάνω από τα μάτια και στο ινίο, το πρωί, κατά το σηκώσιμο. ► Πιεστικές, εκρηκτικές ωδίνες στους κροτάφους, βελτ. ξαπλωμένος. ► Νευραλγία κροτάφων, ίλιγγος, χλωμό πρόσωπο ; σφυγμοί στους κροτάφους. ► Μονόπλευρη κεφαλαλγία ; έντονες ωδίνες, εκτείνονται στον αυχένα και τους ώμους, με σκληρό αυχένα ; παραλυτική γλώσσα. ► Σκίλη στην κορυφή του κεφαλιού από μέσα προς τα έξω. Βλ. πρόσωπο. ► Βάρος και πίεση στην κορυφή. ► Κάψιμο της κορυφής, στην εμμηνόπαυση. ► Σφυγμώδης κεφαλαλγία με θερμότητα, επιδ. στην κορυφή και τη δεξιά πλευρά, ή πάνω από τα μάτια, προηγούμενη ενός κρυολογήματος στο κεφάλι, με σκληρό αυχένα. ► Αίσθημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σαν να πιέζεται να χωρίσει. ► Κεφαλαλγία στον ήλιο, τρεμάμενη όραση. ► Σφυγμοί στο κεφάλι από την ελάχιστη κίνηση ; συμφόρηση.

Εξωτερικό Κεφάλι

► Πορφυρή διόγκωση ; παραληρηματική ομιλία όταν κλείνει τα μάτια. θ Ερυσίπελας. ► Όγκοι που διατρυπούν το κρανίο. ► Τα μαλλιά πέφτουν, επιδ. κατά την εγκυμοσύνη ; αποστροφή στις ακτίνες του ήλιου.

Μάτια

► Υπερευαίσθητα στο φως. ► Αμβλυωπία, με πνευμονικές ή καρδιακές παθήσεις. ► Νιώθει, όταν πιέζεται ο λαιμός, σαν τα μάτια να βγαίνουν έξω. ► Τα λευκά των ματιών κίτρινα. ► Ερυθρότητα των ματιών. ► Αποπληξική αμφιβληστροειδίτιδα. ► Έλκη στον κερατοειδή. ► Έντονη ωδίνη στα μάτια και πάνω από αυτά.

Αυτιά

► Ευαισθησία στους ήχους ; βουητό και βροντές στα αυτιά. ► Βαρυκοΐα, με έλλειψη ωτοκέρου ; ξηρότητα στα αυτιά ; μουδιασμός γύρω από το αυτί και το μάγουλο (αριστερά). ► Ωτοκέρο υπερβολικά σκληρό, χλωμό και ανεπαρκές.

Μύτη

► Ρινορραγία, σκούρο αίμα· με αμηνόρροια· τυφοειδής πυρετός κ.λπ.· φύσημα αίματος, κυρίως το πρωί. ► Coryza που προηγείται κεφαλαλγία· υδατώδης έκκριμα με κόκκινες ρινικές οπές, έρπης στα χείλη. ► Ανακουφίζει τα παραоксυστικά φταρνίσματα στον εποχιακό αλλεργικό άσθμα. ► Ρινικός βλεννογόνος πρησμένος· φτάρνισμα. ► Πύον και αίμα από τη μύτη. ► Φυσαλιδώδες εξάνθημα γύρω από τη μύτη. ► Μύτη κόκκινη εξωτερικά· μύτη γεμάτη ψώραδες· έκκριμα πύου και αίματος· υδραργυρική σύφιλη· επίσης σε μεθυσμένους.

Πρόσωπο

► Εξάψεις σε μεθυσμένους. ► Έκφραση πόνου με λήθαργο. <arg_value>Χαρακτηριστικά παραμορφωμένα. ► Κυανωτικό, γκρίζο χρώμα προσώπου, με ενοχλήσεις της κοιλιάς ή ελονοσία. ► Πρόσωπο ωχρό, με λιποθυμία· ζάλη με κεφαλαλγία. ► Κίτρινο χρώμα προσώπου, με βαθυκόκκινη ερυθρότητα των παρειών, ή με μικρά κόκκινα αγγεία αίματος που διαφαίνονται μέσα από το δέρμα. ► Σύφιλη. ► Κόκκινο πρόσωπο, όπως στην αποπληξία· πρησμένο κόκκινο πρόσωπο, με κεφαλαλγία, πόνους στα άκρα, στο στομάχι κ.λπ. ► Ερυσίπελας του προσώπου, με κάψιμο και κνησμό, επιδείνωση μετά τη μεσημεριανή ανάπαυση· με σφυροπηκτική κεφαλαλγία. ► Νευραλγία, αριστερή πλευρά, οφθαλμική· ανέβασμα θερμότητας στο πρόσωπο πριν, και αίσθημα αδυναμίας στην κοιλιά μετά την κρίση.

Κάτω πρόσωπο

► Η κάτω γνάθο κρέμεται. θ Κώμα. ► Χείλη ξηρά, ραγισμένα, αιμορραγούν. ► Το κάτω χείλος πρησμένο.

Δόντια

► Σαθρά δόντια πονάνε στο δάγκωμα· μετά τον ύπνο· μετά κατάχρηση υδραργύρου. ► Σαθρά δόντια θρυμματίζονται. ► Παρημίδα πρησμένη, δέρμα τεντωμένο, καυτό και στεγνό, σαν να θα ραγίσει· περιοδοντίτιδα. ► Ούλα μπλε, πρησμένα, αιμορραγούν, επιδείνωση από ζεστά ροφήματα.

Γλώσσα κ.λπ.

► Όξινη γεύση, όλα γίνονται ξινά. ► Δύσκολη ομιλία, γλώσσα βαριά, δεν μπορεί να ανοίξει πολύ το στόμα. ► Βγάζει τη τρεμουλιαστή γλώσσα με μεγάλη δυσκολία. θ Διφθερίτιδα κ.λπ. ► Γλώσσα : τρεμουλιάζει όταν βγαίνει, ή μπεκάρει πίσω από τα δόντια· πρησμένη, επικαλυμμένη λευκά· θηλές διευρυμένες· ξηρή, κόκκινη, ραγισμένη στην άκρη· κόκκινη κατά μήκος του κέντρου· γεωγραφική, ξηρή, μαύρη και στιφνή. ► Φουσκάλες, κυρίως γύρω από την άκρη. ► Ομιλία : 26.

Στόμα

► Κακή οσμή από το στόμα. ► Σάλιο άφθονος, ιξώδης. ► Πληγή στο στόμα στα τελικά στάδια της φθίσης. ► Αίσθημα στην οροφή του στόματος σαν ο βλεννογόνος να ξεφλουδίζει.

Λαιμός

► Επιγλωττίδα επιμηκυσμένη· στοματοφάρυγγα πορφυρή και πρησμένη, ή ελκωμένη. ► Αίσθημα σβώλου στον λαιμό· αίσθημα πνιγμού· κατά την κατάποση, ο σβώλος κατεβαίνει, αλλά επιστρέφει αμέσως : 48. ► Κατά την κατάποση υγρών, αυτά διαφεύγουν από τη μύτη· επιδείνωση κατά την κατάποση σάλιου, λιγότερο από υγρά, και ανακουφίζεται ακόμη και από στερεά. ► Πάχος φλέγμα στον φάρυγγα, με επώδυνο βήχαγμα. ► Πόνος και τρυφερότητα αρχίζουν στην αριστερή πλευρά του λαιμού. θ Αμυγδαλίτιδα. θ Διφθερίτιδα. ► Στένωμα του λαιμού· αισθάνεται σαν δεμένος· επιδείνωση από την παραμικρή εξωτερική πίεση· κρίσεις πνιγμού, επιδείνωση κατά τον ύπνο ή κατά το ξύπνημα από αυτόν. ► Αμυγδαλές πρησμένες, χειρότερα η αριστερή, με τάση προς τη δεξιά· αδυναμία κατάποσης, απειλούμενη ασφυξία· ή, κατά την κατάποση, ο πόνος διαπερνά στο (αριστερό) αυτί· δεν ανέχεται τίποτα να αγγίζει τον αυχένα. ► Διφθεριτικές πλάκες στον λαιμό, που εξαπλώνονται από αριστερά προς τα δεξιά· δύσοσμη αναπνοή· επιδείνωση μετά τον ύπνο· μεγάλη αδυναμία, ασθενικός σφυγμός· κολλώδης ιδρώτας· κεφαλαλγία και λιποθυμία. ► Επιδείνωση από ζεστά ροφήματα· τα υγρά πονάνε περισσότερο από τα στερεά κατά την κατάποση. θ Αμυγδαλίτιδα. θ Διφθερίτιδα. ► Υπερβολική τρυφερότητα του λαιμού στην εξωτερική πίεση. θ Αμυγδαλίτιδα. θ Διφθερίτιδα. ► Έλκη στον λαιμό· επιδείνωση σε βρεγμένο καιρό· μετά από υδράργυρο· από σύφιλη· έλκη εκτείνονται προς τα οπίσθια ρινικά ανοίγματα· λαιμός τόσο ξηρός, που ξυπνά πνιγμένος· μαλακή υπερώα γεμάτη ουλές, με πρασινοκίτρινα έλκη ανάμεσά τους· σουβλιές πόνου· δύσοσμη αναπνοή.

Επιθυμίες Και Αποστροφές

► Όρεξη χαμένη. ► Δίψα ανικανοποίητη, με αηδία για το ποτό. ► Επιθυμία για στρείδια· για κρασί και οινοπνευματώδη· για καφέ, που του κάνει καλό.

Φαγητό Και Πόσιμο

► Μετά το φαγητό : το ρόγχο στο στομάχι βελτιώνεται, αλλά επανέρχεται σε λίγες ώρες. θ Καρκίνος του στομαχιού. ► Μετά το φαγητό : ίλιγγος, αδυναμία· ναυτία και πνιγμός· δύσπνοια· φούσκωμα του στομαχιού· ερευγμοί, εξάψεις. ► Μετά από οξέα, τα συμπτώματα χειροτερεύουν. ► Επιδείνωση από οινοπνευματώδη ποτά (εκτός από το δήγμα του φιδιού). ► Ζεστό ποτό : 10, 13. Μετά το πόσιμο : 13, 16.

Ναυτία Και Έμετος

► Ερευγμοί, που ανακουφίζουν. ► Όλα ξινά· καούρα. ► Ναυτία μετά το πόσιμο. ► Ναυτία σε κρίσεις, αδυναμία, δύσπνοια, αίσθημα παλμών, κρύος ιδρώτας. ► Έμετος : τροφών· χολής· βλέννας· με άφθονο σάλιο.

Στομάχι

► Το επιγάστριο επώδυνο στην αφή. ► Δυσπεψία χειροτερεύει μόλις φάει· δυσκοιλιότητα· αδύναμη πέψη, ειδικά μετά από υδράργυρο. ► Ρογχαλική πίεση· ανακουφίζεται μετά το φαγητό, αλλά επανέρχεται μόλις αδειάσει το στομάχι.

Υποχόνδρια

► Οξεία πόνος στο ήπαρ, που εκτείνεται προς το στομάχι. ► Παθήσεις του ήπατος στην κλιμακτήριο· μετά από ελονοσία· πόνος σαν κάτι να είχε κολλήσει στη δεξιά πλευρά, με τσούξιμο. ► Δεν ανέχεται καμία πίεση στα υποχόνδρια. ► Συσπαστικός πόνος στην περιοχή του ήπατος. ► Ελκωτικός πόνος γύρω από το ήπαρ· φλεγμονή και απόστημα.

Κοιλιά

► Επώδυνο φούσκωμα, αέρια· δεν ανέχει καμία πίεση. ► Καύσιμο σαν φωτιά στην υπογάστρια και οσφυϊκή περιοχή. ► Κοπές στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς, που προκαλούν λιποθυμικές κρίσεις. ► Πρήξιμο στην περιοχή του τυφλού· πρέπει να ξαπλώνει ανάσκελα με τα άκρα μαζεμένα. θ Τυφλίτιδα. ► Κοιλιά καυτή, ευαίσθητη, επώδυνα σκληρή από τη μέση ως τους μηρούς· σχηματίστηκε πύον. θ Περιτονίτιδα.

Κόπρανα Κ.Λ.Π.

► Λεπτά, δυσώδη κόπρανα. ► Κόπρανα : υδαρή, ανοιχτά κίτρινα, κοπρώδη· σκούρα, χοκολατί, με οσμή πτώματος· από αποσυντεθειμένο αίμα, που μοιάζει με καμένα άχυρα· ανάμεικτο αίμα και βλέννα· χειρότερα τη νύχτα, μετά από οξέα· κατά τη διάρκεια ζεστού καιρού. ► Επώδυνη τέντωμα, με έκκριση κρουστώδους εξιδρώματος. ► Διάρροια και δυσκοιλιότητα εναλλάξ. ► Δυσκοιλιότητα, αναποτελεσματική ώθηση· ο πρωκτός αισθάνεται κλειστός. ► Κόπρανα δυσώδη, ακόμα και αν είναι σχηματισμένα. ► Χτυπούν στον πρωκτό σαν με σφυριά. ► Βασανιστική ώθηση, αλλά όχι για κόπρανα. ► Θέλει να αποπατήσει, αλλά ο πόνος τόσο αυξάνεται με αυτό, που πρέπει να σταματήσει. ► Ορθό προπτωτικό και πρησμένο. ► Αιμορροΐδες προπτωτικές ή στραγγαλισμένες, ή με σουβλιές προς τα πάνω σε κάθε βήχα ή φτέρνισμα· χειρότερα στην κλιμακτήριο ή σε μεθυσμένους. ► Κνησμός στον πρωκτό· χειρότερα μετά τον ύπνο.

Ούρα

► Σουβλιές από τα νεφρά, μέσω των ουρητήρων. ► Ούρα : σχεδόν μαύρα· συχνά, αφρώδη, σκούρα. ► Αναποτελεσματική ώθηση για ούρηση· κάψιμο όταν περνούν. ► Αίσθηση σαν μια μπάλα να κυλά στην κύστη ή την κοιλιά, όταν αναποδογυρίζει. ► Έκκριση δυσώδους βλέννας κατά την ούρηση· καταρροή της κύστης.

Ανδρικά Γεννητικά Όργανα

► Σεξουαλική διέγερση. ► Αυνανισμός, με επιληψία. ► Βουβώνες σκληρές ή με συριγγιώδη ανοίγματα και εμπύρετο κατανάλωση· μετά από υδράργυρο. ► Σκληρη ακροποσθία, μετά από σκληροχάνδρες.

Γυναικεία γεννητικά όργανα

► Σεξουαλική επιθυμία. θ Νυμφομανία. ► Διόγκωση, σκλήρυνση, νευραλγία, εξοίδηση κ.λπ. του αριστερού ωοθήκου. ► Η περιοχή της μήτρας αισθάνεται πρησμένη, δεν ανέχεται καμία επαφή ούτε καν των ενδυμάτων· ωδίνες προς τα κάτω. ► Ωδίνες μήτρας και ωοθηκών ανακουφίζονται από ροή αίματος. ► Ωδίνες σαν μαχαίρι να καρφώνεται στην κοιλιά. ► Η μήτρα αισθάνεται σαν ο τράχηλος να είναι ανοιχτός. ► Έμμηνος ρύση ολιγογόνος, αδύναμη, αλλά τακτική· αίμα με σβώλους, μαύρο ή καυστικό. ► Πριν την έμμηνο ρύση: επιθυμία για καθαρό αέρα· ίλιγγος, ρινορραγία· ωδίνες σαν επιτόκου, χειρότερα στην αριστερή ωοθηκική περιοχή· μωλωπισμένη αίσθηση στα ισχία, όλα καλύτερα όταν αρχίζει η ροή. ► Λευκόρροια άφθονη, ερεθιστική, σκληραίνει τα λινά, τα λεκιάζει πρασινωπά. ► Ερυθρότητα και διόγκωση των εξωτερικών μορίων (με έκκριση βλέννας). ► Κατάλληλη στην εμμηνόπαυση: εξάψεις, καυτό κορυφαίο κεφαλιού· μητρορραγία· λιποθυμία.

Εγκυμοσύνη

► Λόχια δύσοσμα· ούρα κατακρατημένα· πρόσωπο πορφυρό· αναίσθητη· κοιλιά πρησμένη. θ Πυρετός λοχείας. ► Γάλα αραιό, γαλάζιο· ξυπνά πάντα θλιμμένη, απελπισμένη. ► Σουβλιές ωδίνες στον μαστό, ωδίνες κατά μήκος του βραχίονα· μαστός γαλαζωπός, με μαυριδερές ραβδώσεις. ► Αιματοειδές μυκητοειδές εκβλάστημα, που αιμορραγεί συχνά.

Λάρυγγας

► Βραχνάδα, τραχύτητα και ξηρότητα· λάρυγγας ευαίσθητος στην αφή. ► Αφωνία στη φθίση· πτύελο σκληρό και πράσινο. ► Επικείμενος κρούπ (κατά τη διφθερίτιδα), ξυπνά πνιγμένος, πιάνει τον λαιμό· φοβάται ότι πεθαίνει. ► Λάρυγγας εξωτερικά ευαίσθητος στην ελάχιστη αφή, που προκαλεί πνιγμό, αίσθηση σβώλου στον λαιμό. ► Κρούπ, όταν ο ασθενής χειροτερεύει μετά τον ύπνο· ή, φαινομενικά, κοιμάται μέσα στην κρουπική κρίση. ► Ξαφνικά κάτι τρέχει από τον αυχένα στον λάρυγγα, σταματώντας την αναπνοή, τον ξυπνά τη νύχτα. θ Σπασμός του γλωττιδικού ανοίγματος.

Αναπνοή

► Άσθμα, χειρότερα από κάλυμμα στόματος ή μύτης, ή αφή του λαιμού, ή κίνηση των βραχιόνων· κατά το ξύπνημα· μετά το φαγητό ή την ομιλία· καλύτερα καθιστός σκυμμένος μπροστά. ► Ο θώρακας αισθάνεται σφιγμένος. ► Το πρωί όταν σηκώνεται γρήγορα, η αναπνοή γίνεται αργή, δύσκολη, συριγμένη. ► Θώρακας βουλωμένος· βήχας βραχύς, με ολιγογόνη, δύσκολη απόχρεμψη. ► Άσθμα κατά την ψώρα, αν ο κνησμός σταματήσει.

Βήχας

► Βήχας ερεθιστικός, επίμονος, από γαργαλητό στον λαιμό κάτω από το στέρνο, ή στο στομάχι· χειρότερα κατά τον αποκοιμημό ή κατά τη διάρκεια της ημέρας· από αλλαγή θερμοκρασίας· μετά αλκοολούχα ποτά. ► Πρέπει να βήξει δυνατά και επίμονα πριν αποχρέμψει. ► Απόχρεμψη ολιγογόνης, δύσκολη, υδαρή, αλμυρή, πρέπει να καταποθεί ξανά· ή συνοδεύεται από σφίξιμο και έμετο. ► Πτύει μεγάλες ποσότητες ιξώδους βλέννας. θ Διφθερίτιδα. ► Βήχας από έλκη στον λαιμό. ► Βήχας, με γλοιώδη, αιματηρά πτύελα. ► Μετά από μακρύ, συριγμένο βήχα, ξαφνικά πτύει άφθονη, αφρώδη, κολλώδη βλέννα.

Πνεύμονες

► Πιεστική ωδίνη στον θώρακα σαν να είναι γεμάτος αέρα, καλύτερα με λόξιγκας. ► Ωδίνη στον θώρακα σαν από πληγή. ► Καύσος στον θώρακα. ► Σουβλιές στον (αριστερό) θώρακα, με δύσπνοια. ► Πνευμονία, ηπατοποίηση, κυρίως του αριστερού πνεύμονα· μεγάλη δύσπνοια κατά το ξύπνημα. ► Χρήσιμη όταν φυματίδια ακολουθούν την πνευμονία. ► Ύδρωπας του θώρακα· ξυπνά με πνιγτικές κρίσεις· συκώτι πρησμένο· ούρα ολιγογόνη, σκούρα· αίσθημα παλμών. θ Μετά την οστρακιά.

Καρδιά και σφυγμός

► Παλλόμενη καρδιά, δεν ανέχεται καμία πίεση στον λαιμό ή τον θώρακα· πρέπει να κάθεται όρθιος ή να ξαπλώνει στα δεξιά· μούδιασμα του αριστερού βραχίονα, λιποθυμία, αγχώδης ανησυχία. ► Πεικαρδίτιδα, ύδρωπας, διφθεριτικά έμπλαστρα στον λαιμό μετά από οστρακιά. ► Ανήσυχος, τρεμουλιαστός· αγχώδης ανησυχία για την καρδιά· βιαστική ομιλία· πνιγμός όταν ξαπλώνει· βάρος στον θώρακα· η καρδιά αισθάνεται σφιγμένη. θ Ρευματισμός της καρδιάς. ► Κυάνωση των νεογνών. ► Σφυγμός: μικρός, αδύναμος και επιταχυνόμενος· άνισος· διαλείπων· εναλλάξ πλήρης και μικρός.

Αυχένας και πλάτη

► Δυσκαμψία αυχένα, κινεί τη γνάθο με μεγάλη δυσκολία, σπαραγμός από τον αυχένα προς τα πάνω σε οποιαδήποτε πλευρά, μέχρι την κορυφή του κεφαλιού. ► Πόνος στη μέση της πλάτης, με δυσκοιλιότητα. ► Πόνος στον κόκκυγα, όταν κάθεται, με αίσθημα ότι κάθεται πάνω σε κάτι κοφτερό.

Άνω άκρα

► Αριστερός ώμος και βραχίονας αδύναμοι και κουτσοί, επιδ. όταν ξαπλώνει πάνω στο χέρι. ► Τρυφερότητα του δεξιού ώμου, επιδ. όταν ξαπλώνει πάνω του. ► Μασχαλιαίοι αδένες πρησμένοι. ► Οσμή ιδρώτα σκόρδου στις μασχάλες. ► Μυρμήγκιασμα-τσούξιμο στο αριστερό χέρι. ► Τρέμουλο των χεριών. θ Σε μεθυσμένους. ► Ρευματικό πρήξιμο του δείκτη και του καρπού· επιδ. μετά τον ύπνο. ► Πανάρι, γαλαζωπό πρήξιμο· ακόμη και νέκρωση, με συριγγιώδη ανοίγματα, ή ερυσίπελας· μαχαιρωτοί διαπεραστικοί πόνοι. ► Μούδιασμα στις άκρες των δακτύλων (πρωί).

Κάτω άκρα

► Σύσπαση του ψοΐτη, μετά από απόστημα. ► Ισχιαλγία, αριστερή πλευρά· πόνος σαν από καυτό σίδερο· επιδ. μετά τον ύπνο. ► Δυσφορία στα κάτω άκρα. ► Σύσπαση των ισχιοκνημιαίων, μετά από απόστημα της ιγνυακής κοιλότητας. ► Σουβλιές-σπαραγμός στα γόνατα, με πρήξιμο. ► Πόνος πόνου στα οστά του δέρματος. ► Ρηχά έλκη στα πόδια, με λεπτή, δύσοσμη έκκριση και γαλαζωλές άλωλες. ► Νεκροσία της κνήμης. ► Σπαραγτικοί, αναπηδώντες, ρευματικοί πόνοι στα πόδια, μόλις αποκοιμιστεί. ► Πρήξιμο των ποδιών, επιδ. μετά το περπάτημα. θ Κατά την εγκυμοσύνη. ► Μυρμήγκιασμα στα δάχτυλα των ποδιών. ► Ραγάδες στα δάχτυλα των ποδιών. ► Γαγγραινώδη έλκη στα πόδια και τα δάχτυλα.

Άκρα γενικά

► Ερυσίπελας των ποδιών ή των χεριών· επιφάνεια γαλαζωπή, γυαλιστερή, πρήξιμο, επερχόμενη γάγγραινα. ► Γαλαζωπό πρήξιμο των αρθρώσεων, μετά από διαστρέμματα. ► Σκούρο γαλαζωπό πρήξιμο του κυτταρικού ιστού στα χέρια, τους βραχίονες, τα πόδια· πολύ ευαίσθητο· επερχόμενη γάγγραινα. ► Νυχτερινό κάψιμο στις παλάμες και τις πατούσες. ► Άκρα δυσκαμπή ή καμπυλωτά μετά από υδραργυρική αγωγή.

Θέση κ.λπ.

► Κίνηση: ερυσίπελας που προκαλείται από υπερβολικό περπάτημα· ανακουφίζει τα περιοδικά παθήματα. ► Περπάτημα σε ανοιχτό αέρα: 2.

Μετά το περπάτημα: 33.

Κίνηση των χεριών: 26.

Αναστροφή: 21.

Στην έγερση: 3.

Πρέπει να κάθεται όρθιος: 29.

Κάθισμα: 31.

Κάθισμα σκυμμένο προς τα εμπρός: 26.

Κατάκλιση: 3, 29, 32.

Πρέπει να ξαπλώνει ανάσκελα: 19.

Ξαπλωμένος στα δεξιά: 29.

Νεύρα

► Σέρνεται στο πάτωμα, φτύνει συχνά, κρύβεται, γελά ή θυμώνει· σπασμοί. ► Επιληψία που εκδηλώνεται κατά τον ύπνο, από ζήλεια, αυνανισμό, απώλεια υγρών. ► Σπασμοί των ποδιών. ► Αδέξιο βάδισμα· αριστερή πλευρά αδύναμη· βάδισμα πετεινού. ► Παράλυση, αριστερή πλευρά· μετά από αποπληξία ή εγκεφαλική εξάντληση. ► Τρέμουλο σε όλο το σώμα· εξαντλημένος, λιπόθυμος. ► Λιποθυμία, με πόνο στην καρδιά, ναυτία, χλωμό πρόσωπο, ίλιγγο.

Ύπνος

► Υπνηλός μέρα και νύχτα· κοιμάται καλά εκτός αν τον ενοχλεί ο βήχας. ► Τα παιδιά σφαδάζουν, το πρωί, κατά τον ύπνο. ► Ανήσυχος ύπνος, με πολλά όνειρα και συχνές αφυπνίσεις. ► Επίμονη αϋπνία· αϋπνία το βράδυ, με πολυλογία. ► Αφυπνίζεται τη νύχτα και δεν μπορεί να ξανακοιμηθεί. ► Ο νους επιδ. μετά τον ύπνο.

Χρόνος

► Πρωί: 1, 3, 7, 26, 32.

Απόγευμα: 40.

Βράδυ: 37, 40.

Νύχτα: 1, 20, 25, 34, 37, 40.

Ημέρα: 27.

Μέρα και νύχτα: 37.

Θερμοκρασία και καιρός

► Επιδείνωση από τις ακτίνες του ήλιου : 3, 4.

Επιδείνωση την Άνοιξη και το Καλοκαίρι· ή από ακρότητες θερμοκρασίας, αδυναμία : 20.

Αλλαγή θερμοκρασίας : 26.

Βρεγμένος καιρός : 13.

Επιθυμία για καθαρό αέρα : 23.

Επιδείνωση στον καθαρό αέρα : 2.

Θερμότητα : 44.

Θερμό δωμάτιο : 40.

Ζεστά ροφήματα : 13.

Ρίγος, πυρετός και ιδρώτας

► Ρίγος : ανεβαίνει από την πλάτη στο κεφάλι, συχνά κάθε δεύτερη μέρα· κατευνάζεται σε θερμό δωμάτιο· με τρίξιμο των δοντιών, επιθυμεί εξωτερική θερμότητα. ► Θέλει να τον κρατούν, ή να τον πιέζουν προς τα κάτω κατά το ρίγος. ► Μετά από παγωμένα μπατζάκια, ρίγος με τρέμουλο και ζεστό ιδρώτα· έπειτα θόρυβος στα άκρα, ανακατεμένος με εξάψεις ζεστασιάς. ► Σπασμοί σε κάθε παροξυσμό, σε βρέφη που θηλάζουν. ► Ρίγος τη νύχτα, εξάψεις ζεστασιάς τη μέρα. ► Ζεστασιά, ιδίως στα χέρια και στα πόδια, το βράδυ. ► Κάψιμο στις παλάμες και στα πέλματα, βράδυ και νύχτα. ► Ζεστασιά τη νύχτα, σαν από οργασμό αίματος, λαιμός ευαίσθητος. ► Εσωτερική αίσθηση ζεστασιάς, με κρύα πόδια. ► Άφθονος ιδρώτας, με τα περισσότερα συμπτώματα· ιδρώτας γύρω από τον αυχένα μετά τον πρώτο υπνάκο· φθίση. ► Ιδρώτας κρύος, λεκιάζει κίτρινο· ή αιματηρός, λεκιάζει κόκκινο. ► Διαλείπων πυρετός επανέρχεται κάθε Άνοιξη, ή μετά από καταστολή το προηγούμενο Φθινόπωρο με κινίνη· επιδείνωση το απόγευμα, 2 μ.μ.· πρόσωπο κόκκινο, κεφαλαλγία, πόδια κρύα· ομιλία κατά το θερμό στάδιο· υπερβολικό κάψιμο και σκίσιμο πόνος κατά την υποτροπή σε χολώδη διαλείποντα μετά από κινίνη.

Κρίσεις

► Περιοδικές κρίσεις : κάθε δεκατέσσερις ημέρες, κάθε Άνοιξη : 40.

Πλευρές

► Δεξιά : 3, 18, 19, 32.

Αριστερά : 2, 6, 8, 13, 23, 28, 29, 32, 33, 36.

Από αριστερά προς τα δεξιά : συμπτώματα λαιμού και ωοθήκης· επίσης 44.

Από κάτω προς τα πάνω : 40.

Από μέσα προς τα έξω : 3.

Αισθήσεις

► Νευραλγικοί πόνοι αλλάζουν τόπο, με αίσθημα παλμών. ► Πόνοι που σκίζουν· μυρμήγκιασμα· παλμώδεις.

Ιστοί

► Αίμα σκούρο, μη πηκτικό· μικρές πληγές αιμορραγούν πολύ. ► Προσβεβλημένα μέρη γαλάζια. ► Γάγγραινα. ► Έλκη ευαίσθητα στην αφή· ιχώδης, δυσώδης έκκριση· πολλές μικρές φλύκτανες τα περιβάλλουν· ιώδεις_areolae_· βελτίωση από τη θερμότητα. ► Ύδρωπας από ηπατικές και σπληνικές νόσους· μετά από οστρακιά· ούρα μαύρα, πόδια οιδηματώδη, πρώτα αριστερά, έπειτα δεξιά. ► Φλεγμονή του κυτταρικού ιστού, με κάψιμο και γαλάζιο χρώμα του δέρματος.

Επαφή, κακώσεις κ.λπ.

► Αφή : 2, 13, 25, 26, 44. Πίεση : 1, 13, 29. ► Η μεγαλύτερη ευαισθησία, ακόμη και στην αφή της άκρης των σκεπασμάτων του κρεβατιού στον λαιμό, της κοινής κουβέρτας στην κοιλιά.

Δέρμα

► Κνησμός όλου του σώματος, κάψιμο· κίτρινες ή ιώδεις φλύκτανες· ψώρα. ► Εξάνθημα_στρατιωτικού_· εξάνθημα εμφανίζεται αργά ή γίνεται κυανοειδές ή μαύρο· κωματώδης. ► Φυσαλίδες σκούρες από αιματηρό ορό μέσα τους. ► Ανθρακώματα, με ιώδη περιβάλλον και πολλές μικρές βράγες γύρω τους· πρέπει να σηκώνεται τη νύχτα και να λούζεται για να κατευνάζει το κάψιμο· επίσης όταν η εξόντωσις είναι βραδεία και υπάρχει συστηματική αδυναμία. ► Κακοήθης φλύκτανα. ► Ουλές κοκκινίζουν, πονάνε, ανοίγουν και αιμορραγούν. ► Έλκη κατάκλισης, με μαύρες άκρες.

Σχέσεις

► Ακολουθείται από Arsen., Bellad., Carb. veg., Caustic., Conium, Mercur., Lycop. ► Tarent. cub. συγκρίνονται καλά σε ανθρακώματα· οι πόνοι είναι φρικτοί. ► Ακολουθεί : Arsen., Bellad., Mercur., Nitr. ac., Hepar. ► Συμπληρωματικό με Lycop. ► Αντίδοτα : Arsen., Bellad., θερμότητα, αλκοόλ, αλάτι. ► Σύγκριση : Lact. ac. σε μάζα ή πλήρωμα στον λαιμό σαν φουσκωμένη σφαίρα, όχι βελτίωση με την κατάποση, καταπίνει συνεχώς αφρώδη βλέννα· αίσθημα στένωσης χαμηλά στον λαιμό με ναυτία.