Αρχική / Ρεπερτόριο
Περιορισμός με πολλές παθήσεις
Προσθέστε δύο ή περισσότερες παθήσεις ή συμπτώματα. Κάθε όρος καλύπτει ολόκληρη την οικογένεια ρουμπρικών του («κεφαλαλγία» καλύπτει κάθε ρουμπρίκα «Κεφαλαλγία, …»). Όρος που δεν είναι ρουμπρίκα αναζητείται στα κείμενα. Τα φάρμακα κατατάσσονται κατά το πόσους όρους καλύπτουν και μετά κατά την ισχύ της τεκμηρίωσης: C = κλινική λίστα Clarke (2), B = πίνακας Boger (1), T = απόσπασμα κειμένου (1).
Φλεγμονώδης φλεγμονή και εξέλκωση 1 ρουμπρίκες ✕
Ή επιλέξτε από τη λίστα
- Μεσεντεριακή φθίση✓ επιλεγμένη
- Ταχυκαρδία✓ επιλεγμένη
- Σιωπηλός✓ επιλεγμένη
- Ομιλία [[επιδ.]]✓ επιλεγμένη
- Ομιλία, αδυναμία✓ επιλεγμένη
- Ομιλία, γρήγορη✓ επιλεγμένη
- Ομιλία, ανάγκη✓ επιλεγμένη
- Ομιλία, προβλήματα, των δικών της✓ επιλεγμένη
- Ταινία✓ επιλεγμένη
- Ταινία✓ επιλεγμένη
- Δήγματα Tarentula1 φάρμακα
- Σαν πίσσα✓ επιλεγμένη
- Κύστεις ταρσού✓ επιλεγμένη
- Ταρσοί, όγκοι των✓ επιλεγμένη
- Ταρσοί, έκζεμα✓ επιλεγμένη
- Ταρσοί, φλεγμονή✓ επιλεγμένη
- Ταρσοί, φλύκταινες✓ επιλεγμένη
- Ταρσοί, ερυθροί✓ επιλεγμένη
- Ταρσοί, λεπιοειδείς✓ επιλεγμένη
- Ταρσοί, παχιοί✓ επιλεγμένη
- Τρυγία✓ επιλεγμένη
- Γεύση διαταραγμένη✓ επιλεγμένη
- Γεύση, ανώμαλη✓ επιλεγμένη
- Γεύση, αλλοιωμένη✓ επιλεγμένη
- Γεύση, κακή✓ επιλεγμένη
- Γεύση, πικρή✓ επιλεγμένη
- Γεύση, πικρή, ξινή✓ επιλεγμένη
- Γεύση, σαν τυρί✓ επιλεγμένη
- Γεύση, βήχας, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Γεύση, διαταραγμένη✓ επιλεγμένη
- Γεύση, διαταραγμένη✓ επιλεγμένη
- Γεύση, διαταραγμένη (s)1 φάρμακα
- Γεύση, διαταραχές της✓ επιλεγμένη
- Γεύση, σαν ψάρι✓ επιλεγμένη
- Γεύση, λιπαρή✓ επιλεγμένη
- Γεύση, ψευδαισθήσεις της✓ επιλεγμένη
- Γεύση, απώλεια του✓ επιλεγμένη
- Γεύση, απώλεια✓ επιλεγμένη
- Γεύση, χαμένη, διαστρεβλωμένη· ψευδαισθήσεις της✓ επιλεγμένη
- Γεύση, χαμένη· διαταραγμένη✓ επιλεγμένη
- Γεύση, μεταλλική, σαν χαλκός, κ.λπ.✓ επιλεγμένη
- Γεύση, μουχλιασμένη✓ επιλεγμένη
- Γεύση, καυτερή✓ επιλεγμένη
- Γεύση, σάπια, βρώμικη✓ επιλεγμένη
- Γεύση, αλμυρή✓ επιλεγμένη
- Γεύση, γλυκιά✓ επιλεγμένη
- Γεύση, σαν ξύλο✓ επιλεγμένη
- Γεύση: διεστραμμένη· χαμένη✓ επιλεγμένη
- Τσάι, επιδράσεις του✓ επιλεγμένη
- Δάκρυα✓ επιλεγμένη
- Δάκρυα, καυτά✓ επιλεγμένη
- Δάκρυα, προκαλούν κνησμό✓ επιλεγμένη
- Δάκρυα, μουσική, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Δάκρυα, πόνοι [[επιδ.]]✓ επιλεγμένη
- Δάκρυα, αφήνουν σημάδι σαν βερνίκι✓ επιλεγμένη
- Δόντια✓ επιλεγμένη
- Δόντια, απόστημα στις ρίζες✓ επιλεγμένη
- Δόντια, οξέα, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, παθήσεις των✓ επιλεγμένη
- Δόντια, παθήσεις των (v)1 φάρμακα
- Δόντια, αέρας, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, δάγκωμα, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, μαύρα✓ επιλεγμένη
- Δόντια, θαμπά✓ επιλεγμένη
- Δόντια, τερηδόνα των✓ επιλεγμένη
- Δόντια, τερηδονισμένα✓ επιλεγμένη
- Δόντια, τρίζουν✓ επιλεγμένη
- Δόντια, σφίξιμο✓ επιλεγμένη
- Δόντια, σαν να είναι επαλειμμένα✓ επιλεγμένη
- Δόντια, κρύο, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, κρυολογήματα, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, θρυμματίζονται✓ επιλεγμένη
- Δόντια, φθορά, στις πλευρές✓ επιλεγμένη
- Δόντια, ελαττωματικά✓ επιλεγμένη
- Δόντια, ελαττωματικά· με λακκούβες✓ επιλεγμένη
- Δόντια, οδοντοφυΐα✓ επιλεγμένη
- Δόντια, προς αυτιά, κεφάλι, κ.λπ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, φαγητό, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, στην ακμή των ούλων✓ επιλεγμένη
- Δόντια, στην ακμή✓ επιλεγμένη
- Δόντια, παγωμένο νερό, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, τομείς✓ επιλεγμένη
- Δόντια, οι πόνοι εισχωρούν✓ επιλεγμένη
- Δόντια, σφηνωμένα✓ επιλεγμένη
- Δόντια, ξάπλωμα, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, νύχτα✓ επιλεγμένη
- Δόντια, θόρυβος, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, επεμβάσεις στα✓ επιλεγμένη
- Δόντια, εγκυμοσύνη, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, τρεμούλιασμα✓ επιλεγμένη
- Δόντια, τραχιά✓ επιλεγμένη
- Δόντια, ευαίσθητοι κυνόδοντες✓ επιλεγμένη
- Δόντια, λεία, σαν✓ επιλεγμένη
- Δόντια, μαλακά✓ επιλεγμένη
- Δόντια, ρύποι✓ επιλεγμένη
- Δόντια, κολλώδη✓ επιλεγμένη
- Δόντια, γλυκά, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Δόντια, ταρτάρος✓ επιλεγμένη
- Δόντια, πέτρα στα✓ επιλεγμένη
- Δόντια, προς κροτάφους✓ επιλεγμένη
- Δόντια, σκουλήκι [[σαν να υπάρχει]]✓ επιλεγμένη
- Οδοντοφυΐα✓ επιλεγμένη
- Θερμοκρασία μειωμένη✓ επιλεγμένη
- Θερμοκρασία, διακυμάνσεις της✓ επιλεγμένη
- Θυελλώδης, δράση✓ επιλεγμένη
- Κροτάφοι, κάψιμο✓ επιλεγμένη
- Κροτάφοι, σφύζουν✓ επιλεγμένη
- Κροτάφοι, μυϊκός σπασμός✓ επιλεγμένη
- Κροτάφοι, φλέβες✓ επιλεγμένη
- Τένοντας Αχίλλειος✓ επιλεγμένη
- Αχίλλειος τένοντας, παθήσεις του✓ επιλεγμένη
- Τένοντας Αχίλλειος, πόνος στον✓ επιλεγμένη
- Τένοντες, φλεγμονή των✓ επιλεγμένη
- Τένοντες, συσπασμένοι✓ επιλεγμένη
- Τένοντες, τρίξιμο✓ επιλεγμένη
- Τένοντες, τραυματισμένοι✓ επιλεγμένη
- Τένοντες, πόνοι στους✓ επιλεγμένη
- Τένοντες, θήκη του✓ επιλεγμένη
- Τένοντες, τεταμένοι, βραχείς, κ.λπ.✓ επιλεγμένη
- Τένοςμος✓ επιλεγμένη
- Τένοςμος. Οδοντιαλγία✓ επιλεγμένη
- Ένταση✓ επιλεγμένη
- Τρόμος✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, παθήσεις των✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, ατροφία των✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, σφιξίματα✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, φλεγμονή✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, φλεγμονή, από παρωτίτιδα✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, νευραλγία στους· ανάσυρση τους✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, συστραμμένοι✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, πρησμένοι✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, σφύζουν✓ επιλεγμένη
- Όρχις, διόγκωση του✓ επιλεγμένη
- Όρχις, φυματίωση✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, παθήσεις των✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, παθήσεις των· υποανάπτυκτοι✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, σκλήρυνση των✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, σκλήρυνση των· πόνοι στους✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, φλεγμονώδεις✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, φλεγμονή✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, νευραλγία των✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, πόνος στους✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, πόνοι σε αυτούς✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, διόγκωση των· σκλήρυνση των✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, πρησμένοι✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, συφιλιδική διόγκωση των✓ επιλεγμένη
- Όρχεις, φυμάτιωμα των✓ επιλεγμένη
- Τέτανος✓ επιλεγμένη
- Τέτανος✓ επιλεγμένη
- Τέτανος· των νεογνών✓ επιλεγμένη
- Τετανία✓ επιλεγμένη
- Έκζεμα✓ επιλεγμένη
- Ερπητικές κηλίδες✓ επιλεγμένη
- Έκζεμα, υγρό και κνησμώδες✓ επιλεγμένη
- Παχιά [[εκκρίματα]]✓ επιλεγμένη
- Μηρός, πόνος✓ επιλεγμένη
- Μηροί, πόνοι οστών✓ επιλεγμένη
- Μηροί, σπασμένος [[σαν]]✓ επιλεγμένη
- Μηροί, κρύο✓ επιλεγμένη
- Μηροί, κράμπα✓ επιλεγμένη
- Μηροί, εξωτερικοί✓ επιλεγμένη
- Μηροί, πόνοι προς✓ επιλεγμένη
- Μηροί, βραχείς, σαν✓ επιλεγμένη
- Μηροί, εφίδρωση στους✓ επιλεγμένη
- Μηροί, εφίδρωση, κρύα✓ επιλεγμένη
- Μηροί, μυϊκοί σπασμοί✓ επιλεγμένη
- Μηροί, αδύναμοι✓ επιλεγμένη
- Ρευστά [[εκκρίματα]]✓ επιλεγμένη
- Σκέψη, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Σκέψη, αν σκέφτεται, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Δίψα✓ επιλεγμένη
- Δίψα, απουσία✓ επιλεγμένη
- Δίψα, ρίγη, πριν από✓ επιλεγμένη
- Δίψα, πολλή, για μεγάλες ποσότητες✓ επιλεγμένη
- Δίψα, πολλή, για μεγάλες ποσότητες, τρώει λίγο✓ επιλεγμένη
- Δίψα, νυχτερινή✓ επιλεγμένη
- Αδίψτος✓ επιλεγμένη
- Σκέψη, δύσκολη✓ επιλεγμένη
- Εντερόβια✓ επιλεγμένη
- Απειλή, ελκωμένη✓ επιλεγμένη
- Λαιμός✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, παθήσεις του✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πυρήνας μήλου, αχλάδι που πνίγει, κ.λπ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πικρή γεύση✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κάψιμο στον· παράλυση του✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κάψιμο, θερμότητα✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κατάρρος✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κατάρροι του· σπασμός του✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πνιγμός✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πνιγμός, από το νερό✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, ρούχα, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κρύο, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κρύο, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σφιγμένος, επώδυνος✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, συστολή του✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σύσπαση του✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σύρσιμο✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σκούρο✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κώφωση✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, ξηρότητα✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, ξηρότητα του✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κόπωση, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πλήρης✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πλήρης, ομιλία, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, λαμπερό✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κοκκιώδης✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, γκρίζο✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, αίσθημα τριχός· πόνος✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σαν να κρέμεται κάτι✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, φτύνει σβώλους✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κοίλος, κενός✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, φλεγμαίνων✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, αριστερά✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, αριστερά, το πρωί✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σβώλος, μπάλα, αγκάθι✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σβώλος, καυτός✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σβώλος, αριστερά✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σβώλος, ανεβαίνει και καταπίνεται ξανά✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σβώλος, ανεβαίνει και κολλάει✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κατά την έμμηνο ρύση✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, βλέννα στον✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, οσμή από✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, δυσώδη σβώλοι από✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, επώδυνος✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, παράλυση✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πίεση προς✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πρησμένος✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κόκκινο, εξωτερικά✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, ανάβαση στον✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, ξύσιμο, τραχύτητα✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πλευρά, αριστερά✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πλευρά, αριστερά, κρύα ποτά, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πλευρά, αριστερά, κρύα ποτά, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πλευρά, αριστερά προς δεξιά✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πλευρά, δεξιά✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πλευρά, δεξιά, κρύα ποτά, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πλευρά, δεξιά, ζεστά ποτά, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πλευρά, δεξιά προς αριστερά✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κάπνισμα, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, υγρός✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πόνος στον✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πληγές ελκωμένες✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πονόλαιμος· καταρροϊκός✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πόνος· διφθεριτικός· ερπητικός· κοκκώδης✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πονόλαιμος· ξηρός✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πόνος στον· αίσθηση ψαροκόκαλου✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πόνος· βλέννα✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πόνος του✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, πόνος του (v)1 φάρμακα
- Λαιμός, ομιλία, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, ομιλία, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σπλήνα, αγκάθι, κ.λπ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σημείο σε✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σημείο σε, αριστερά, από βήχα✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σημείο σε, δεξιά, από βήχα✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, σαν αγκάθι✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, δυσκαμψία✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, κατάποση στερεών, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, γλυκά, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, γεύση σε✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, ελκωμένος✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, έλκωση✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, ατμός σε✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, δέρμα σαν τσαλαρωμένο (σαν δέρμα γαντιού)✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, αδύναμος✓ επιλεγμένη
- Λαιμός, χειμώνας, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Κώφωση από λαιμό (s)1 φάρμακα
- Λαιμοκοπής✓ επιλεγμένη
- Θρόμβωση✓ επιλεγμένη
- Ρίχνει πράγματα✓ επιλεγμένη
- Θυρεοειδής, έμμηνος ρύση, πριν, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Κνήμη, κάψιμο στην✓ επιλεγμένη
- Κνήμη, πόνος στην✓ επιλεγμένη
- Κνήμη, άλγοι στην✓ επιλεγμένη
- Κνήμες✓ επιλεγμένη
- Κνήμες, όζοι✓ επιλεγμένη
- Κνήμες, πόνοι στις✓ επιλεγμένη
- Κνήμες, σύφιλη✓ επιλεγμένη
- Τικ✓ επιλεγμένη
- Τικ κονβουλσίφ✓ επιλεγμένη
- Νευραλγία τριδύμου✓ επιλεγμένη
- Ευαισθησία στο γαργάλισμα✓ επιλεγμένη
- Σφιξίμο✓ επιλεγμένη
- Σφιξίμο, σε όλο το σώμα✓ επιλεγμένη
- Δειλία✓ επιλεγμένη
- Tinea του τριχωτού της κεφαλής3 φάρμακα
- Tinea του τριχωτού της κεφαλής και του προσώπου1 φάρμακα
- Tinea των βλεφαρίδων2 φάρμακα
- Tinea πολύχρωμη1 φάρμακα
- Μυρμήγκιασμα✓ επιλεγμένη
- Βοητός✓ επιλεγμένη
- Βοή στα αυτιά✓ επιλεγμένη
- Καπνός, επίδραση του✓ επιλεγμένη
- Καπνός, επιδράσεις του✓ επιλεγμένη
- Καπνός, δυσανεξία✓ επιλεγμένη
- Συνήθεια του καπνού✓ επιλεγμένη
- Καρδιά καπνιστού✓ επιλεγμένη
- Νύχια ποδιών, παθήσεις των✓ επιλεγμένη
- Παρωνύχια, εμφυτευμένο νύχι✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, παθήσεις των✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, σπασμένα [[σαν]]✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, τραβηγμένα προς τα κάτω✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, τραβηγμένα προς τα πάνω✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, γυαλιστερά✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, ουρική αρθρίτιδα✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, φλεγμονή✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, φλεγμονή, μεγάλο✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, μουδιασμένα, πρώτο✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, κόκκινα✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, πρησμένα (μεγάλο)✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, από τους μηρούς έως τα✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, άκρες✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, άκρες, φλύκταινες✓ επιλεγμένη
- Δάχτυλα ποδιών, τρέμουλο✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, επιχρίσματα✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα ελκωμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, παθήσεις της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, παθήσεις της (s) (v)· γεωγραφική (v)1 φάρμακα
- Γλώσσα, παθήσεις της· παράλυση της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, παθήσεις της· ψωρίαση της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, παθήσεις της· πρήξιμο της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, άφθες✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, δαγκώνει τη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, δήγματός της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, μαύρη, μπλε κ.λπ.✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, φουσκάλες· λευκή επιδερμίδα· βαριά✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, κυανή✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, πλατιά✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, κάψιμο στη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, κάψιμο, άκρη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, καμένη [[σαν]]✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, καμένη, άκρη [[σαν]]✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, καρκίνος της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, πιάνεται στα δόντια✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, κέντρο, προς τα κάτω✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, επιμεμένη, στη μία πλευρά✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, επιγεφυμένη· κράμπες στη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, επιβεβλημένη· ξερασμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, κρύα✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ραγισμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ραγισμένο κέντρο✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ραγισμένη, ελκωμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, κράμπες στη· πρήξιμο της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, σύρσιμο✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, βρώμικη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, στιγμάτων✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, εξάνθημα σε✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, εξάνθημα σε· βαριά✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, με λεπτή μεμβράνη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, χαλαρή✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, τριχωτή [[σαν]]✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, γκρίζα✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, πράσινη στη βάση✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, πράσινη, κίτρινη, στη βάση✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, τρίχα σε [[σαν]]✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, βαριά✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, σκληρή✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, σκληρύνσεις✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, φλεγμονή της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, φλεγμονή της· καρκίνος της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, γεωγραφική✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, νευραλγία✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, νευραλγία της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, όζοι επί της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, μουδιασμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, μούδιασμα της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, οίδημα της· έλκωση της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ελαιώδης✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, επώδυνη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, επώδυνη, άκρη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ουρανίσκος, κολλάει σε✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, παράλυση της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, παράλυση της· διόγκωση της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, με κηλίδες✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, με κηλίδες✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, απολέπιση, γεωγραφική✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, μυτερή✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, προεξέχουσα✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, σκασμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, κόκκινη, φλογερή✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, κόκκινη, τρίγωνο στην άκρη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ερυσίπελας της· κάψιμο✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ρίζα✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, τραχύτητα της· μυρμήγκιασμα πάνω της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, αμμώδης✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, απώλεια ευαισθησίας✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ζαρωμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ζαρωμένη· πρησμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, βλενκώδης✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, λεία, γυαλιστερή✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, πληγή στη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, τραύλισμα της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, σπασμός της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, δυσκαμπής✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, δυσκαμψία της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, φραουλιά✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, φραουλιά; πρησμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, λωρίδα, πλαταίνει προς την άκρη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, πρησμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, πρήξιμο✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, πρησμένη· ελκωμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, πάχυνση της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, μυρμήγκιασμα✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, άκρη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, έλκος, άκρο, σε✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, έλκος, άκρο, σε, δεξιό✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, έλκωση της✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, έλκη· δάγκωμα✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, έλκη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, φυσαλίδες κάτω από✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, φυσαλίδες, άκρο✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, φυσαλίδες, άκρη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, αδύναμη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, λευκή στη βάση✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ασβεστωμένη [[επικαλυμμένη σαν]]✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, ρυτιδωμένη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, κίτρινη✓ επιλεγμένη
- Γλώσσα, κίτρινη, στη βάση✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλίτιδα✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλίτιδα, σηπτική✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, καμηλόδερμα, δέρμα, δερμάτινο γάντι πλύσης κ.λπ.✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, χρόνια υπερτροφία των✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, χρονιότητα✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, αποτιτανώσεις στις✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, διόγκωση✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, διευρυμένες· φλεγμονώδεις✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, δυσοσμία✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, γυαλίζουν✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, γκρίζες✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, σκληρές✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, έμμηνος ρύση, κατά, επιδ.✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, κόκκινες, φωτεινές✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, κόκκινες, σκούρες✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, διόγκωση των✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, πρησμένες✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, σφυγμική παλμό✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, έλκη, πίσω✓ επιλεγμένη
- Αμυγδαλές, έλκη, βαθιά✓ επιλεγμένη
- Οδονταλγία✓ επιλεγμένη
- Οδονταλγία (s)1 φάρμακα
- Μεθυσμένοι✓ επιλεγμένη
- Αποσπασμένος [[εσωτερική αίσθηση]]✓ επιλεγμένη
- Νωθρός✓ επιλεγμένη
- Σφιγμός του αυχένα✓ επιλεγμένη
- Ανακάτεμα✓ επιλεγμένη
- Αφή [[επιδ.]]✓ επιλεγμένη
- Αφή, επιδ., ισχυρή πίεση, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Αφή, βελτ.✓ επιλεγμένη
- Αφή, μεταξύ τους, επιδ. [[μερών, δακτύλων κ.λπ.]]✓ επιλεγμένη
- Αφή, αίσθηση της, διαταραγμένη✓ επιλεγμένη
- Ευερέθιστος✓ επιλεγμένη
- Ταξιδιώτες✓ επιλεγμένη
- Ανακατεμένος✓ επιλεγμένη
- Τραχεία✓ επιλεγμένη
- Τραχεία, παθήσεις της✓ επιλεγμένη
- Τραχεία, ξηρότητα της✓ επιλεγμένη
- Τραχεία, ερεθισμός στην✓ επιλεγμένη
- Τραχεία, ερεθισμός της✓ επιλεγμένη
- Τραχεία, βλέννη στην✓ επιλεγμένη
- Τραχεία, πόνος στην✓ επιλεγμένη
- Τραχεία, γαργάλημα στην✓ επιλεγμένη
- Τραχώμα✓ επιλεγμένη
- Τραύμα✓ επιλεγμένη
- Τραυματικός πυρετός✓ επιλεγμένη
- Τραυματισμός✓ επιλεγμένη
- Ταξίδι, επιπτώσεις του✓ επιλεγμένη
- Τρέμουλο, παραλήρημα, με✓ επιλεγμένη
- Τρόμος, κατεύθυνση, προς τα κάτω✓ επιλεγμένη
- Τρόμος, κατεύθυνση, προς τα πάνω✓ επιλεγμένη
- Τρόμος, εσωτερικός✓ επιλεγμένη
- Τρόμος, νευρικός✓ επιλεγμένη
- Τρέμουλο, ρίγος✓ επιλεγμένη
- Τρόμος, γηρατειών✓ επιλεγμένη
- Τρόμος, σπασμωδικός✓ επιλεγμένη
- Τρόμος, με εφίδρωση✓ επιλεγμένη
- Τρόμος, από αδυναμία✓ επιλεγμένη
- Τρόμος✓ επιλεγμένη
- Τρέμουλα✓ επιλεγμένη
- Τρόμοι (s)1 φάρμακα
- Τρόμοι, υδραργυρικοί✓ επιλεγμένη
- Στοματίτιδα του τάφρου✓ επιλεγμένη
- Τριχίαση✓ επιλεγμένη
- Σταγόνιση✓ επιλεγμένη
- Παράλυση τριδύμου νεύρου✓ επιλεγμένη
- Μικροπράγματα✓ επιλεγμένη
- Τρισμός✓ επιλεγμένη
- Σωλήνας, μεταλλικός [[αναπνέει σαν μέσα από]]✓ επιλεγμένη
- Φυματιώδης διάρροια✓ επιλεγμένη
- Φυματίωση✓ επιλεγμένη
- Φυματίωση, αρχόμενη✓ επιλεγμένη
- Όγκοι, στυτικοί✓ επιλεγμένη
- Όγκος✓ επιλεγμένη
- Όγκος μαστού✓ επιλεγμένη
- Όγκοι✓ επιλεγμένη
- Όγκοι του μαστού✓ επιλεγμένη
- Όγκοι· στυτικοί· πολυποδώδεις· καρκινώδεις✓ επιλεγμένη
- Όγκοι· ταρσιακοί✓ επιλεγμένη
- Αναποδογύρισμα, σηκώνεται για✓ επιλεγμένη
- Αναποδογύρισμα, περιστροφή [[επιδ.]]✓ επιλεγμένη
- Τρεμεντίνα, αποτελέσματα της✓ επιλεγμένη
- Σούρουπο, επιδ✓ επιλεγμένη
- Σπασμωδικές κινήσεις✓ επιλεγμένη
- Σπασμωδικές συσπάσεις✓ επιλεγμένη
- Δύο π.μ✓ επιλεγμένη
- Τυμπανία✓ επιλεγμένη
- Τυμπανίτιδα✓ επιλεγμένη
- Τυμπανικό, κάψιμο✓ επιλεγμένη
- Τυμπανία✓ επιλεγμένη
- Τυφλίτιδα✓ επιλεγμένη
- Τυφλίτιδα✓ επιλεγμένη
- Τυφο-ελονοσιακός πυρετός✓ επιλεγμένη
- Τυφοειδής πυρετός✓ επιλεγμένη
- Τυφοειδής πυρετός✓ επιλεγμένη
- Τυφοειδής πυρετός, διακοπτόμενος✓ επιλεγμένη
- Τυφοειδής πυρετός, αιμορραγία σε✓ επιλεγμένη
- Τυφοειδής πυρετός, έλλειψη ανάρρωσης μετά✓ επιλεγμένη
- Τύφος✓ επιλεγμένη
- Τυφοειδής πυρετός✓ επιλεγμένη
- Τυφοειδής πυρετός (v)1 φάρμακα
| Φάρμακο | Καλύπτει | Ρουμπρίκες που ταιριάζουν |
|---|---|---|
| Anthracinum Δοσολογία 30X · Τριακοστή δυναμοποίηση. Tarant. Cubensis. Αντιδοτείται από Apis Mellifica, Arsenicum Album, Camphora, Carbo Vegetabilis, Carbolic Acid, Carbolicum Acidum | Καλύπτει 1 από 1 · τεκμήρια 2 | Φλεγμονώδης φλεγμονή και εξέλκωσηC |