Sulphuricum Acidum
Λόγος χρήσης
Δρα ιδιαίτερα επί των βλεννογόνων ιστών, ιδίως του πεπτικού σωλήνα και του αναπνευστικού συστήματος, και επί του δέρματος, αν και, λόγω της χημικής του δράσης, οι δυναμικές φυσιολογικές του επιδράσεις είναι ελάχιστα κατανοητές.
Χαρακτηριστικά συμπτώματα.
▲ Χειρότερα
(Sulfuricum acidum) Στον ανοιχτό αέρα· μετά το δείπνο· σε κρύο, υγρό καιρό. Θεραπευτικό φάσμα.- (Sulfuricum acidum) Κακές επιπτώσεις από μηχανικές κακώσεις, μώλωπες, τριβές κ.λπ.· γενική αδυναμία· πυρετός καταβολής· αιμόπτυση· φθίση· αιμορραγίες· διάρροια· αφθώδης στοματίτιδα· οξύτητα στο στομάχι· λόξιγκας· τυφοειδής πυρετός· οφθαλμία
Το πλήρες κείμενο (Cowperthwaite), ανά ενότητα
Νους
(Sulfuricum acidum)
Ευερέθιστος, κακόκεφος, γκρινιάρης. ( Bry ., Cham.)
Ανυπόμονος· πρέπει να τα κάνει όλα βιαστικά.(Sulph.)
Κεφάλι
(Sulfuricum acidum)
Αίσθηση στο μέτωπο σαν ο εγκέφαλος να είναι χαλαρός και να πέφτει από τη μία πλευρά στην άλλη (Nux m., Hyos., Rhus tox.)· επιδ. όταν περπατά στον καθαρό αέρα· βελτ. όταν κάθεται ήσυχος στο δωμάτιο.
Επώδυνες σοκ στο μέτωπο και τους κροτάφους· επιδ. το πρωί πριν το μεσημέρι και το βράδυ.
Κεφαλαλγία που αυξάνει σταδιακά και διακόπτεται απότομα.
Εξωτερικός πόνος σε όλο το κεφάλι, σαν να εξοντώνεται, επώδυνος στο άγγιγμα.
Μάτια
(Sulfuricum acidum)
Αίσθημα ξένου σώματος στον έξω γωνιακό χώρο του δεξιού οφθαλμού, το πρωί όταν περπατά.
Χρόνια φλεγμονή των ματιών.
Δακρύρροια.
Αυτιά
(Sulfuricum acidum)
Κώφωση. (Calc. c., Sulph.)
Μύτη
(Sulfuricum acidum)
Ξηρή ρινίτιδα, με απώλεια όσφρησης και γεύσης. (Ant. tart., Puls .)
Πρόσωπο
(Sulfuricum acidum)
Πρόσωπο θανατηφόρα ωχρό.
Το πρόσωπο αισθάνεται σαν να έχει στεγνώσει πάνω του ασπράδι αυγού. (Alum.)
Στόμα
(Sulfuricum acidum)
Η αναπνοή πολύ δυσώδης. ( Arn ., Hep. s., Nitr. ac ., Nux v.)
Πόνος από τους υπογνάθιους αδένες προς τη γλώσσα· η γλώσσα αισθάνεται καμένη. ( Iris , Plat., Puls., Sang.)
Δόντια «στο τρίξιμο» (on edge).
Αφθώδη έλκη στο στόμα. ( Borax , Iodi., Hell., Hydras.)
Ο βλεννογόνος του ουρανίσκου και του φάρυγγα οιδημένος, υπεραιμικός και ελκωμένος.
Λαιμός
(Sulfuricum acidum)
Ο λαιμός οιδημένος, σαν να υπάρχει κόμπος μέσα του· ευαίσθητος· παρεμποδισμένη η κατάποση. ( Bell .)
Τραχύτητα στον λαιμό. ( Arg., Arum , Nux v., Sang.)
Οίδημα και φλεγμονή των υπογνάθιων αδένων.
Ελαστική λεμονοκίτρινη βλέννα κρέμεται από τα οπίσθια ρινικά ιγμόρεια, στη διφθερίτιδα.
Στομάχι
(Sulfuricum acidum)
Ξινά ρεψίματα. (Alum., Carb. v., Phos.)
Βίαιος λόξιγκας. (Cic., Bry., Hyos., Ign., Verat. alb.)
Έμετος μεθυσμένων. (Nux v.)
Κάθε ποτό ψύχει το στομάχι, εκτός αν αναμειχθεί με κάποιο οινοπνευματώδες.
Κοιλιά
(Sulfuricum acidum)
Αίσθημα αδυναμίας στην κοιλιά, σαν να πρόκειται να εμφανιστεί η έμμηνος ρύση.
Βίαιη προβολή βουβωνοκήλης.
Κόπρανα
(Sulfuricum acidum)
Χρόνια μαλακά κόπρανα.
Διάρροια, με μεγάλη αδυναμία.
Μαλακά κόπρανα, ακολουθούμενα από αίσθημα κενότητας στην κοιλιά.
Κόπρανα σαν κομμένα (Acon.)· κροκοκίτρινα, ινώδη και βλεννώδη, σε παιδιά.
Κόπρανα: μαλακά, πολτοποιημένα· κιτρινωπά λευκά· εν μέρει στερεά, εν μέρει υγρά, με πολύ αραιή βλέννα και ραβδώσεις αίματος· πολύ δυσώδη.
Ουροποιητικά όργανα
(Sulfuricum acidum)
Πόνος στην κύστη, σαν η ώθηση για ούρηση να αναβάλλεται.
Γυναικεία όργανα.- (Sulfuricum acidum)
Έμμηνος ρύση πρόωρη και υπερβολική. (Ars., Calc. c., Nux v.)
Λευκόρροια, καυστική ή καυσαία, ή σαν γάλα. (Calc. c., Coni., Puls., Sep.)
Αναπνευστικά όργανα.- (Sulfuricum acidum)
Βραχνάδα, με τραχύτητα στον λαιμό και τον λάρυγγα.
Δύσπνοια.
Βήχας από ερεθισμό στον θώρακα, με απόχρεμψη το πρωί, σκούρου αίματος, ή αραιής, κίτρινης, ραβδωμένης με αίμα βλέννας, ξινής γεύσης.
Ερεψισμός μετά τον βήχα.
Βήχας, με αιμόπτυση. (Acon., Ham., Ferr., Sabad.)
Άφθονη αιμορραγία από τους πνεύμονες· φυματίωση.
Γενικότητες
(Sulfuricum acidum)
Ακραία αδυναμία και εξάντληση, με αίσθημα τρεμουλίσματος σε όλο το σώμα, χωρίς τρέμουλο.
Οι πόνοι εμφανίζονται σταδιακά και διακόπτονται απότομα.
Αιμορραγίες μαύρου αίματος από όλα τα ανοίγματα του σώματος. (Ham., Phos.)
Δέρμα
(Sulfuricum acidum)
Γαλάζιες κηλίδες σαν εκχυμώσεις. (Arn., Phos., Sec.)
Γαγγραινώδης τάση μετά από μώλωπη. (Ars.)
Ύπνος
(Sulfuricum acidum)
Αποκοιμιέται αργά και ξυπνά νωρίς.
Πυρετός
(Sulfuricum acidum)
Ρίγη, χειρότερα σε κλειστούς χώρους· καλύτερα σε εξωτερικό χώρο· όταν ασκείται.
Άφθονη εφίδρωση με μεγάλη αδυναμία· επίσης τη νύχτα. (Cinch., Phos., Phos. ac.)
Παθήσεις
(Sulfuricum acidum)
Σε ηλικιωμένα άτομα, ιδίως γυναίκες· ξανθά άτομα.
Στα κλιμακτηριακά χρόνια, εξάψεις.
Σύγκριση
(Sulfuricum acidum)
Ορυκτά οξέα,
Arn., Digit., Puls., Sulph.
Αντίδοτο
(Sulfuricum acidum)
Puls.
Sulphuric Acid Αντίδοτα.-
Κακές επιπτώσεις από νερό μολύβδου.
Πνευματικά δικαιώματα © Robert Séror 2003
Ευρετήριο
homeopathylibrary.com/el/remedy/sulphuricum-acidum