Αρχική / Ρεπερτόριο
Περιορισμός με πολλές παθήσεις
Προσθέστε δύο ή περισσότερες παθήσεις ή συμπτώματα. Κάθε όρος καλύπτει ολόκληρη την οικογένεια ρουμπρικών του («κεφαλαλγία» καλύπτει κάθε ρουμπρίκα «Κεφαλαλγία, …»). Όρος που δεν είναι ρουμπρίκα αναζητείται στα κείμενα. Τα φάρμακα κατατάσσονται κατά το πόσους όρους καλύπτουν και μετά κατά την ισχύ της τεκμηρίωσης: C = κλινική λίστα Clarke (2), B = πίνακας Boger (1), T = απόσπασμα κειμένου (1).
Ή επιλέξτε από τη λίστα
- Μείζονα χείλη, απόστημα των2 φάρμακα
- Επίφυση, φλεγμονή των2 φάρμακα
- Μείονες πηχίδες, πληγές στα1 φάρμακα
- Χείλη του αιδοίου, απόστημα, πρησμένα1 φάρμακα
- Χείλη του αιδοίου, εξάνθημα1 φάρμακα
- Κοίλη3 φάρμακα
- Κοίλη, διευκόλυνση3 φάρμακα
- Κοίλη, ωδίνες, προς τα πάνω3 φάρμακα
- Κοίλη, αδύναμη3 φάρμακα
- Τόκος6 φάρμακα
- Ωδίνες τοκετού2 φάρμακα
- Ωδίνες τοκετού, ψευδείς1 φάρμακα
- Τοκετός, παθολογικός1 φάρμακα
- Τοκετός, ανώμαλος· ψευδείς πόνοι του1 φάρμακα
- Τοκετός, δυσκοιλιότητα μετά1 φάρμακα
- Τόκος, σπασμοί κατά τον1 φάρμακα
- Κώμα, επιπτώσεις1 φάρμακα
- Τοκετός, ωδίνες μετά1 φάρμακα
- Τόκος, λοχείακός πυρετός2 φάρμακα
- Τοκετός, αργός1 φάρμακα
- Τοκετός, ψευδείς ωδίνες του1 φάρμακα
- Ωδίνες τοκετού, ανώμαλες2 φάρμακα
- Τοκετός: διαταραχές του; επιλόχειες ωδίνες1 φάρμακα
- Σκισίματα1 φάρμακα
- Δακρυϊός πόρος4 φάρμακα
- Δακρυϊκός πόρος φλεγμονώδης1 φάρμακα
- Δακρυϊκό συρίγγιο4 φάρμακα
- Δακρυϊκός σάκος, εξόντωσή του1 φάρμακα
- Δακρύρροια3 φάρμακα
- Δακρύρροια, προσβεβλημένη πλευρά, επιδ.3 φάρμακα
- Δακρύρροια, ερεθιστική1 φάρμακα
- Δακρύρροια, κατά τη λήψη τροφής, επιδ.1 φάρμακα
- Δακρύρροια, πόνος, επιδ.3 φάρμακα
- Γαλουχία7 φάρμακα
- Γαλουχία, ανώμαλη2 φάρμακα
- Γαλουχία, ελλιπής3 φάρμακα
- Θηλασία, ελαττώματα της1 φάρμακα
- Γαλουχία, διαταραχή της1 φάρμακα
- Θηλασμός, διαταραγμένος1 φάρμακα
- Θηλασμός, διαταραχές του4 φάρμακα
- Θηλασμός, δυσπεψία κατά τον; στομαχικές ενοχλήσεις κατά τον1 φάρμακα
- Θηλασμός, επιπτώσεις του1 φάρμακα
- Θηλασμός, υπερβολικός, επιπτώσεις του1 φάρμακα
- Θηλασμός, άφθονος1 φάρμακα
- Πίεση επί των μερών, επιδ.4 φάρμακα
- Λακιασμένος, διαπεραστικός, αστραπιαίος3 φάρμακα
- Πάρεση Landry2 φάρμακα
- Λαρυγγικές κρίσεις1 φάρμακα
- Λαρυγγικές κρίσεις της λοκιμοτικής αταξίας1 φάρμακα
- Λαρυγγική φθίση3 φάρμακα
- Λαρυγγισμός11 φάρμακα
- Λαρυγγισμός στριδούλος1 φάρμακα
- Λαρυγγίτιδα23 φάρμακα
- Λαρυγγίτιδα Λευκόρροια1 φάρμακα
- Λαρυγγίτιδα, καταρροϊκή1 φάρμακα
- Λαρυγγίτιδα, χρονία1 φάρμακα
- Λαρυγγίτιδα, σκορφουλώδης· φυματιώδης1 φάρμακα
- Λάρυγγας, παθήσεις του2 φάρμακα
- Λάρυγγας, κατάρρου του2 φάρμακα
- Λάρυγγας, στένωση2 φάρμακα
- Λάρυγγας, κοπής4 φάρμακα
- Λάρυγγας, προς τα κάτω3 φάρμακα
- Λάρυγγας, ξηρός2 φάρμακα
- Λάρυγγας, αρπάζει τον, σφίγγει5 φάρμακα
- Λάρυγγας, κρεμάμενος εντός3 φάρμακα
- Λάρυγγας, ανύψωση, επιδ.1 φάρμακα
- Λάρυγγας, πόνος σε αυτόν1 φάρμακα
- Λάρυγγας, πώμα, σφήνα, βαλβίδα, κ.λπ.3 φάρμακα
- Λάρυγγας, σπασμός του2 φάρμακα
- Λάρυγγας, ομιλία, τραγούδι, κ.λπ., επιδ.2 φάρμακα
- Λάρυγγας, ραβδώσεις2 φάρμακα
- Λάρυγγας, σπαραγμός1 φάρμακα
- Λάρυγγας, αφή, επιδ.3 φάρμακα
- Λάρυγγας, προς τα πάνω1 φάρμακα
- Γέλιο, επιδ.1 φάρμακα
- Γέλιο, και κλάμα εναλλάξ5 φάρμακα
- Γέλιος2 φάρμακα
- Γέλιο, ακούσιο2 φάρμακα
- Κολικός του μολύβδου2 φάρμακα
- Πάρεση από μόλυβδο1 φάρμακα
- Τοξίκωση από μόλυβδο3 φάρμακα
- Στήριξη, επιδ.2 φάρμακα
- Στήριξη, βελτ.2 φάρμακα
- Μαθαίνει, δύσκολα4 φάρμακα
- Λαγνεία, άσεμνος1 φάρμακα
- Πόδι, τινάγματα του1 φάρμακα
- Πόδια, πόνος1 φάρμακα
- Πόδια, ορμή αίματος4 φάρμακα
- Πόδια, μπλε1 φάρμακα
- Πόδια, μωλωπισμένα, σαν2 φάρμακα
- Πόδια, κάψιμο2 φάρμακα
- Πόδια, γάμπα1 φάρμακα
- Πόδια, γάμπα, μωλωπισμένη1 φάρμακα
- Πόδια, γάμπα, κράμπα3 φάρμακα
- Πόδια, κολλώδη1 φάρμακα
- Πόδια, συνουσία, επιδ.1 φάρμακα
- Πόδια, κρύα2 φάρμακα
- Πόδια, κρύα, νύχτα, στο κρεβάτι1 φάρμακα
- Πόδια, τα σταυρώνει5 φάρμακα
- Πόδια, ανύψωση, βελτ.4 φάρμακα
- Πόδια, επιμηκυμένα [[σαν]]3 φάρμακα
- Πόδια, αιωρούνται2 φάρμακα
- Πόδια, πληρότητα, εκρήγνυση2 φάρμακα
- Πόδια, βαριά4 φάρμακα
- Πόδια, από αριστερά προς τα δεξιά1 φάρμακα
- Πόδια, μουδιασμένα3 φάρμακα
- Πόδια, πόνος στα1 φάρμακα
- Πόδια, πόνοι στα1 φάρμακα
- Πόδια, πετέχειες2 φάρμακα
- Πόδια, πιέζει το πόδι στο δάπεδο [[πρέπει]]2 φάρμακα
- Πόδια, ανήσυχα5 φάρμακα
- Πόδια, περιστροφή, επιδ.4 φάρμακα
- Πόδια, διαπεραστικός πόνος προς τα πάνω1 φάρμακα
- Πόδια, συντομευμένα [[σαν]]4 φάρμακα
- Πόδια, τέντωμα, βελτ.1 φάρμακα
- Πόδια, πρησμένα1 φάρμακα
- Πόδια, τρεμάμενα1 φάρμακα
- Πόδια, μυϊκές συσπάσεις1 φάρμακα
- Πόδια, έλκος1 φάρμακα
- Πόδια, αδύναμα3 φάρμακα
- Πόδια, αλλαγές καιρού, επιδ.1 φάρμακα
- Λέπρα12 φάρμακα
- Λέπρα, φυματιώδης1 φάρμακα
- Λευχαιμία1 φάρμακα
- Λευκοαιμία4 φάρμακα
- Σπληνική λευκοαιμία2 φάρμακα
- Λευκοαιμία1 φάρμακα
- Λευκοκυττάρωση1 φάρμακα
- Λεύκωμα1 φάρμακα
- Λευκόρροια98 φάρμακα
- Λευκόρροια σε παιδιά1 φάρμακα
- Λευκόρροια, ερεθιστική, διαβρωτική3 φάρμακα
- Λευκόρροια, φλύκταινωτική1 φάρμακα
- Λευκόρροια, αιματηρό νερό1 φάρμακα
- Λευκόρροια, καφέ1 φάρμακα
- Λευκόρροια, καίει, καυτό, κ.λπ.3 φάρμακα
- Λευκόρροια, παιδιών3 φάρμακα
- Λευκόρροια, μετά από κολικό5 φάρμακα
- Λευκόρροια, εξαντλητική3 φάρμακα
- Λευκόρροια, κυλά στους μηρούς5 φάρμακα
- Λευκόρροια, γοννορροϊκή2 φάρμακα
- Λευκόρροια, εκρηκτική6 φάρμακα
- Λευκόρροια, με κνησμό4 φάρμακα
- Λευκόρροια, στερεοειδής, τυροειδής2 φάρμακα
- Λευκόρροια, έμμηνος ρύση, μετά2 φάρμακα
- Λευκόρροια, έμμηνος ρύση, πριν2 φάρμακα
- Λευκόρροια, έμμηνος ρύση, αντί για2 φάρμακα
- Λευκόρροια, πυώδης2 φάρμακα
- Λευκόρροια, κολλώδης1 φάρμακα
- Λευκόρροια, παχιά2 φάρμακα
- Λευκόρροια, παχιά, καυστική1 φάρμακα
- Λευκόρροια· σε μικρά κορίτσια1 φάρμακα
- Λευκόρροια· βρεφική1 φάρμακα
- Λευκόρροια· των παιδιών2 φάρμακα
- Αιώρηση15 φάρμακα
- Αιώρηση, αίσθημα2 φάρμακα
- Λειχήνας12 φάρμακα
- Λειχήνας ομαλός1 φάρμακα
- Τροπικός λειχήνας1 φάρμακα
- Λιεντερία13 φάρμακα
- Ξαπλώνει1 φάρμακα
- Ζωή, κορεσμός της1 φάρμακα
- Ανυψωμένος [[νιώθει]]1 φάρμακα
- Αστραπή, επιδράσεις της1 φάρμακα
- Πλήξη από κεραυνό1 φάρμακα
- Άκρα, εναλλαγή μεταξύ άνω και κάτω1 φάρμακα
- Άκρα, υγρά, κολλώδη2 φάρμακα
- Άκρα, κράμπα2 φάρμακα
- Άκρα, κράμπα, διάρροια, με1 φάρμακα
- Άκρα, αποκομμένα [[νιώθει]]1 φάρμακα
- Άκρα, κατάκλιση, επιδ.1 φάρμακα
- Άκρα, μουδιασμένα1 φάρμακα
- Γραμμικοί πόνοι2 φάρμακα
- Χείλος, καρκίνος του3 φάρμακα
- Χείλος, επιθήλιομα1 φάρμακα
- Χείλος, άνω, έκβλαστημα στο1 φάρμακα
- Λιπώμα1 φάρμακα
- Χείλη, αιμορραγία1 φάρμακα
- Χείλη, κυανά1 φάρμακα
- Χείλη, ραγισμένα2 φάρμακα
- Χείλη, ραγισμένα, στις γωνίες3 φάρμακα
- Χείλη, ραγισμένα, σπασμένα από το κρύο3 φάρμακα
- Χείλη, με κρούστα, εφελκίδες στις γωνίες3 φάρμακα
- Χείλη, συσπασμένα, ελκυόμενα4 φάρμακα
- Χείλη, συσπασμένα, ελκυόμενα, προς τα πάνω1 φάρμακα
- Χείλη, πέφτουν3 φάρμακα
- Χείλη, ξηρά4 φάρμακα
- Χείλη, ασπράδι αυγού πάνω [[σαν]]1 φάρμακα
- Χείλη, εξάνθημα στα1 φάρμακα
- Χείλη, εξάνθημα γύρω από τα· επιθηλίωμα των1 φάρμακα
- Χείλη, έρπης, πάνω3 φάρμακα
- Χείλη, τινάσσονται προς τα πάνω1 φάρμακα
- Χείλη, γλείφει6 φάρμακα
- Χείλη, απολέπιση2 φάρμακα
- Χείλη, τραβολογεί2 φάρμακα
- Χείλη, προεξέχοντα, παχιά6 φάρμακα
- Χείλη, σκασμένα, στις γωνίες2 φάρμακα
- Χείλη, κόκκινα1 φάρμακα
- Χείλη, αλμυρά2 φάρμακα
- Χείλη, ζαρωμένα1 φάρμακα
- Χείλη, επώδυνα1 φάρμακα
- Χείλη, κολλώδη2 φάρμακα
- Χείλη, ακαμψία των1 φάρμακα
- Χείλη, ιδρώτας, άνω1 φάρμακα
- Χείλη, πρησμένα1 φάρμακα
- Χείλη, πρησμένα; πληγές1 φάρμακα
- Χείλη, τικ, σπασμός3 φάρμακα
- Τραύλισμα2 φάρμακα
- Λιθαιμία1 φάρμακα
- Λιθίαση1 φάρμακα
- Ήπαρ2 φάρμακα
- Ηπατικές παθήσεις1 φάρμακα
- Ηπατικές διαταραχές1 φάρμακα
- Ηπατική διαταραχή1 φάρμακα
- Διαταραχή ήπατος2 φάρμακα
- Ηπατικές διαταραχές4 φάρμακα
- Κηλίδες ήπατος4 φάρμακα
- Ήπαρ, απόστημα7 φάρμακα
- Ήπαρ, απόστημα του2 φάρμακα
- Ήπαρ, παθήσεις του38 φάρμακα
- Ήπαρ, παθήσεις του (s)1 φάρμακα
- Ήπαρ, παθήσεις του· απόστημα του1 φάρμακα
- Ήπαρ, παθήσεις του· χρόνια φλεγμονή του1 φάρμακα
- Ήπαρ, παθήσεις του· φλεγμονή του1 φάρμακα
- Ήπαρ, παθήσεις· εξάνθημα πάνω από την περιοχή1 φάρμακα
- Ήπαρ, προς τα πίσω, ωμοπλάτη κ.λπ., προς4 φάρμακα
- Ήπαρ, χοληφόροι πόροι4 φάρμακα
- Ήπαρ, διάρρηξη3 φάρμακα
- Ήπαρ, καρκίνος του· νόσοι του1 φάρμακα
- Ήπαρ, κίρρωση του1 φάρμακα
- Ήπαρ, διαταραχές1 φάρμακα
- Ήπαρ, συμφόρηση του2 φάρμακα
- Ήπαρ, υπεραιμία του· λιπώδες1 φάρμακα
- Ήπαρ, συστολή του1 φάρμακα
- Ήπαρ, κράμπα2 φάρμακα
- Ήπαρ, κοπές1 φάρμακα
- Ήπαρ, βαθιά μέσα1 φάρμακα
- Ήπαρ, βαθιά μέσα, αναπνοή, επιδ.2 φάρμακα
- Ήπαρ, διαταραχή του2 φάρμακα
- Ήπαρ, νόσος του; υπερτροφία του1 φάρμακα
- Ήπαρ, νοσήματα του4 φάρμακα
- Ήπαρ, νόσοι του· οξεία κίτρινη ατροφία του1 φάρμακα
- Ήπαρ, νόσοι του; κίρρωση του1 φάρμακα
- Ήπαρ, διαταραχή· απόστημα1 φάρμακα
- Ήπαρ, διαταραχές του5 φάρμακα
- Ήπαρ, διευρυμένο4 φάρμακα
- Ήπαρ, διόγκωση του6 φάρμακα
- Ήπαρ, προς το επιγάστριο1 φάρμακα
- Ήπαρ, με συμπτώματα ματιών1 φάρμακα
- Ήπαρ, σφιξίματα1 φάρμακα
- Ήπαρ, σφιγκτικός πόνος μέσα1 φάρμακα
- Ήπαρ, με καρδιά1 φάρμακα
- Ήπαρ, βαρύ2 φάρμακα
- Ήπαρ, υπεραιμία του1 φάρμακα
- Ήπαρ, σκληρυμένο1 φάρμακα
- Ήπαρ, σκλήρυνση του1 φάρμακα
- Ήπαρ, φλεγμονή του2 φάρμακα
- Ήπαρ, εξόγκωμα1 φάρμακα
- Ήπαρ, εξόγκωμα, κάτω από6 φάρμακα
- Ήπαρ, ξάπλωμα στα αριστερά, επιδ.2 φάρμακα
- Ήπαρ, προς τον ομφαλό5 φάρμακα
- Ήπαρ, πόνος στο6 φάρμακα
- Ήπαρ, πόνοι στο3 φάρμακα
- Ήπαρ, οπίσθιο3 φάρμακα
- Ήπαρ, προς τον ώμο3 φάρμακα
- Ήπαρ, πληγωμένο, ευαίσθητο4 φάρμακα
- Ήπαρ, ευαισθησία του2 φάρμακα
- Ήπαρ, προς τη σπονδυλική στήλη2 φάρμακα
- Ήπαρ, σουβλιές1 φάρμακα
- Ήπαρ, πρησμένο5 φάρμακα
- Ήπαρ, σύφιλη του1 φάρμακα
- Ήπαρ, τάση1 φάρμακα
- Ήπαρ, σφύζει στο2 φάρμακα
- Ήπαρ, υποτονικό1 φάρμακα
- Βήχας του ήπατος1 φάρμακα
- Μωβ2 φάρμακα
- Τοποθεσία, αίσθηση της, χαμένη1 φάρμακα
- Λόχια, δύσοσμα1 φάρμακα
- Λοχεία, δύσοσμα2 φάρμακα
- Λοχεία, πράσινα1 φάρμακα
- Λοχεία, θηλασμός, επιδ.1 φάρμακα
- Λόχια, δυσώδη1 φάρμακα
- Λοχεία, παρατεταμένη1 φάρμακα
- Λοχεία, κατεσταλμένη4 φάρμακα
- Λόχια, υπερβολικά· κατασταλμένα1 φάρμακα
- Τρισμός1 φάρμακα
- Τρισμός1 φάρμακα
- Λοκομοτορική αταξία4 φάρμακα
- Λοκομοτική αταξία36 φάρμακα
- Οσφύς1 φάρμακα
- Οσφύς, κάψιμο1 φάρμακα
- Οσφύς, κοίλο1 φάρμακα
- Οσφύς, σουβλιές2 φάρμακα
- Κοίταγμα πλάγια [[επιδ.]]1 φάρμακα
- Χαλαρός [[σαν]]5 φάρμακα
- Ευλαλία2 φάρμακα
- Λογορροία, με ρίγο και θερμότητα1 φάρμακα
- Λογορροία, ακατανόητος λόγος4 φάρμακα
- Έρωτας, απογοητευμένος1 φάρμακα
- Έρωτας, δυστυχισμένος2 φάρμακα
- Οσφυαλγία54 φάρμακα
- Οσφυαλγία (s)1 φάρμακα
- Απόστημα οσφυικής μοίρας1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη2 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, επηρεάζεται από τα πάντα2 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, σαν να σπάει5 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, κάψιμο2 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, ψύχος2 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, συμπίεση1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, βήχας, επιδ.2 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, σπασμός1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, πόνος εκτοπισμού1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, βαρύ1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, καυτό σίδερο2 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, χωλός5 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, μουδιασμένο6 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, πόνος9 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, παράλυση3 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, πίεση, βελτ.1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, προς την ηβική χώρα3 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, ακτινοβολεί από το4 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, σαν εκδορισμένο1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, σε νεφρική νόσο3 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, σαν κοντό, τεταμένο1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, αρρωσταίνει ολόκληρος1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, όρθια στάση, επιδ.1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, δυσκαμψία4 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, εφίδρωση1 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, αφή, επιδ.2 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, σπόνδυλοι της2 φάρμακα
- Οσφυϊκή πλάτη, περπάτημα, επιδ.1 φάρμακα
- Λουμπρίκοι1 φάρμακα
- Όγκοι, αιμορραγία από· οίδημα των· παράλυση των1 φάρμακα
- Πνευμονικές παθήσεις1 φάρμακα
- Πνεύμονας, παθήσεις του1 φάρμακα
- Πνεύμονας, συμφόρηση του1 φάρμακα
- Πνεύμονες, παθήσεις των10 φάρμακα
- Πνεύμονες, συμφόρηση των1 φάρμακα
- Πνεύμονες, υπεραιμία των3 φάρμακα
- Πνεύμονες, αιμορραγία από τους1 φάρμακα
- Πνεύμονες, ηπατοποίηση· οίδημα1 φάρμακα
- Πνεύμονες, οίδημα των5 φάρμακα
- Πνεύμονες, οίδημα των· κατάρρος των1 φάρμακα
- Πνεύμονες, πάρεση των3 φάρμακα
- Λυποειδή κονδυλώματα1 φάρμακα
- Λύκος19 φάρμακα
- Λύκος διαβρωτικός1 φάρμακα
- Λύκος, Υδράργυρος, επιδράσεις του1 φάρμακα
- Κατάκλιση, πάνω στην κοιλιά, βελτ.3 φάρμακα
- Κατάκλιση, βελτ.4 φάρμακα
- Κατάκλιση, πλάτη, επιδ.1 φάρμακα
- Κατάκλιση, ανάσκελα, με το κεφάλι ανασηκωμένο2 φάρμακα
- Κατάκλιση, πάνω σε σκληρή επιφάνεια, βελτ.2 φάρμακα
- Κατάκλιση, οριζόντια, βελτ.1 φάρμακα
- Κατάκλιση, πάνω στην επώδυνη πλευρά, επιδ.4 φάρμακα
- Κατάκλιση, πάνω στην ανώδυνη πλευρά, επιδ.1 φάρμακα
- Κατάκλιση, οι πόνοι πηγαίνουν στην πλευρά που κείτεται2 φάρμακα
- Κατάκλιση, πάνω σε μαξιλάρι [[κεφάλι, επιδ.]]1 φάρμακα
- Κατάκλιση, πλευρά, πάνω σε [[επιδ.]]2 φάρμακα
- Κατάκλιση, πλευρά, πάνω σε, αριστερή [[επιδ.]]2 φάρμακα
- Λεμφαδένες, διογκωμένοι1 φάρμακα
- Λεμφικές διόγκωση1 φάρμακα
- Λυσσοφοβία1 φάρμακα
Ξεκινήστε με μια πάθηση, για παράδειγμα μωλωπισμοί + διαστρέμματα.